– Είσαι στείρα! – πέταξε η κουνιάδα μου στη βάφτιση του γιου της. Πήρα πίσω το δώρο μου, τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έφυγα σιωπηλά.

Ενδιαφέρων

Θα πρέπει να ήταν περίπου δέκα και μισή όταν με πήρε τηλέφωνο η Νάντια. Εκείνη τη στιγμή άνοιγα τον τέταρτο σάκο.

Οι σάκοι έρχονταν κάθε Τρίτη από την αποθήκη, είκοσι πέντε κιλά ο καθένας. Μετά το κλείσιμο του καταστήματος τους άδειαζα πάντα μόνη μου, κάτω από το φως μιας και μοναδικής λάμπας πάνω από το τραπέζι.

Από έναν σάκο ξεχύνονταν όλα μαζί: παιδικές φόρμες, ανδρικά πουκάμισα με ξεθωριασμένους γιακάδες και, μερικές φορές, ένα μάλλινο παλτό, στην τσέπη του οποίου βρισκόταν ακόμη η ετικέτα με την τιμή.

Μέσα σε δώδεκα χρόνια είχα μάθει να καταλαβαίνω με μια ματιά πόση ζωή είχε ήδη περάσει ένα ρούχο και πόση του απέμενε ακόμη.

Με τους ανθρώπους, όμως, ποτέ δεν τα κατάφερνα τόσο εύκολα.

– Λέρα, δεν κοιμάσαι; – ρώτησε η Νάντια. – Σε παίρνω για κάτι σημαντικό. Εγώ και ο Γιούρα σκεφτήκαμε… Θα γίνεις νονά του Σλάβικ;

Άφησα πάνω στο τραπέζι το πουλόβερ που κρατούσα και, για κάποιο λόγο, πέρασα την παλάμη μου πάνω από το ύφασμά του.

Η Νάντια ήταν η μικρότερη αδελφή του άντρα μου.

Όταν παντρευτήκαμε με τον Αντρέι, εκείνη ήταν μόλις δεκαεννέα χρονών. Από τότε δεν με είχε πάρει ποτέ μόνη της τηλέφωνο.

Ακόμη και στα οικογενειακά γεύματα, πάντα μιλούσε σε μένα μέσω του αδελφού της.

«Αντριούσα, η Λέρα θέλει σαλάτα;»

Ποτέ δεν της έδειξα ότι με πλήγωνε.

Είχα αποφασίσει από παλιά πως οι άνθρωποι έχουν διαφορετική «θερμοκρασία». Η Νάντια απλώς είχε χαμηλότερη.

– Φυσικά και θα γίνω – είπα. – Σε ευχαριστώ, Νάντια.

– Έλα τώρα – γέλασε.

Η φωνή της ήταν ζεστή.

Ασυνήθιστα ζεστή.

– Αφού κι εσύ είσαι μία από εμάς.

Αφού κλείσαμε το τηλέφωνο, έμεινα για πολλή ώρα όρθια δίπλα στο τραπέζι.

Έξω από το παράθυρο, στο φως της λάμπας, στέκονταν τα δύο αυτοκίνητά μου.

Το παλιό, ασημί Solaris και το Largus, που είχα αγοράσει μόλις έναν μήνα νωρίτερα.

Το Largus το είχα αγοράσει για το κατάστημα. Στο Solaris χωρούσαν το πολύ τρεις σάκοι, ενώ στο Largus δώδεκα.

Επιτέλους δεν χρειαζόταν να πηγαινοέρχομαι κάθε δύο μέρες ανάμεσα στην αποθήκη και το κατάστημα.

Για το καινούργιο αυτοκίνητο είχα ξοδέψει όλες τις οικονομίες μου και είχα πάρει ακόμη δάνειο τετρακόσιες εβδομήντα χιλιάδες ρούβλια.

Το Solaris το είχα βάλει προς πώληση το προηγούμενο βράδυ.

Αν κατάφερνα να το πουλήσω σε καλή τιμή, μέχρι το φθινόπωρο θα μπορούσα να είχα ξεπληρώσει σχεδόν ολόκληρο το δάνειο.

Εγώ και ο Αντρέι δεν είχαμε αποκτήσει παιδιά.

Εδώ και τρία χρόνια δεν μιλούσαμε καν γι’ αυτό.

Τότε είχε τελειώσει η τελευταία μας προσπάθεια και μαζί της είχαν τελειώσει και τα τελευταία χρήματα που είχαμε βάλει στην άκρη γι’ αυτό.

Δεν ήξερα αν η Νάντια καταλάβαινε τι σήμαινε για μένα εκείνο το τηλεφώνημα.

Τότε πίστευα πως ναι.

Σχεδόν δύο εβδομάδες αργότερα, ένα κυριακάτικο πρωινό, ο Αντρέι έπλενε ένα τηγάνι μετά το πρωινό όταν ξαφνικά είπε:

– Λέρα, άκου… Τι θα έλεγες να δώσουμε το Solaris στη Νάντια;

Σήκωσα το βλέμμα από το τηλέφωνό μου.

Εκείνο το πρωί με είχε ήδη πάρει ο δεύτερος ενδιαφερόμενος. Προσπαθούσε να παζαρέψει την τιμή, οπότε έκλεισα τη γραμμή.

– Τι εννοείς «να το δώσουμε»;

– Να… της το χαρίσουμε. Για τη βάφτιση.

Έκλεισε τη βρύση.

– Η Νάντια πηγαίνει με το μωρό δύο λεωφορεία μέχρι το ιατρείο. Ο Γιούρκα φεύγει στις έξι το πρωί με το δικό του αυτοκίνητο και επιστρέφει στις οκτώ το βράδυ. Εσύ πόσα θα πάρεις γι’ αυτό; Πεντακόσιες χιλιάδες;

– Πεντακόσιες ενενήντα. Ήδη μου προσέφεραν πεντακόσιες εξήντα.

– Να λοιπόν.

– Αντρέι, έχω δάνειο. Αν δεν το πουλήσω, θα το ξεπληρώνω από τα έσοδα για ακόμη έναν χρόνο. Ξέρεις πόσα βγάζω. Τον Ιανουάριο είχα ζημιά.

Σκούπισε τα χέρια του και κάθισε απέναντί μου.

– Το ξέρω. Δεν λέω ότι είναι υποχρεωτικό. Απλώς… τώρα πια είσαι νονά. Θα έκανε καλό στη Νάντια. Και στη μητέρα μου.

Σταμάτησε για μια στιγμή.

– Εξάλλου, τελευταία η Νάντια λέει πολλά καλά λόγια για σένα.

Δεν επέμενε.

Ίσως γι’ αυτό ακριβώς με επηρέασε.

Θυμήθηκα το γέλιο της στο τηλέφωνο.

«Αφού κι εσύ είσαι μία από εμάς.»

Σκέφτηκα πως ένας χρόνος δεν ήταν το τέλος του κόσμου.

Ότι τον Ιανουάριο πράγματι είχα ζημιά, κι όμως τα κατάφερα.

Ότι θα μπορούσα να πουλήσω το αυτοκίνητο σε έναν άγνωστο, ο οποίος θα παζάρευε για κάθε γρατζουνιά.

Ή θα μπορούσα να το δώσω στην οικογένεια, όπου ίσως επιτέλους υπήρχε μια θέση και για μένα.

– Εντάξει – είπα. – Αλλά θα τα κάνουμε όλα επίσημα. Με συμβόλαιο. Η Νάντια θα το περάσει στο όνομά της και θα κάνει δική της ασφάλιση.

– Φυσικά – χαμογέλασε ανακουφισμένος ο Αντρέι. – Φυσικά και έτσι θα γίνει.

Εκείνο το βράδυ κατέβασα την αγγελία.

Το σύστημα με ρώτησε γιατί.

Ανάμεσα στις επιλογές υπήρχε και η φράση: «Άλλαξα γνώμη».

Την πάτησα.

Και για κάποιο λόγο με ενόχλησε ακόμη και το γεγονός ότι το σύστημα χρησιμοποιούσε αρσενικό γένος.

Στις αρχές Ιουνίου η Νάντια μου έγραψε ότι η βάφτιση θα γινόταν το τελευταίο Σάββατο του μήνα, σε μια κοντινή εκκλησία, και μετά θα πηγαίναμε σε μια καφετέρια.

Το επόμενο μήνυμά της ήταν:

«Λέρα, μπορώ να πάρω το αυτοκίνητο νωρίτερα; Θέλω να ξαναμάθω να οδηγώ σωστά, έχω τρία χρόνια να οδηγήσω. Το βασικό κλειδί θα μου το δώσεις στη βάφτιση, μπροστά σε όλους. Θα είναι όμορφα.»

Μου άρεσε το «θα είναι όμορφα».

Το φαντάστηκα κι εγώ.

Αγόρασα από ένα κοσμηματοπωλείο ένα σκούρο μπλε βελούδινο κουτί για ρολόι. Ήθελα να δέσω το κλειδί με μια κορδέλα και να το βάλω μέσα.

Ακούγεται γελοίο.

Αλλά ήθελα, έστω μία φορά, να μπω σε αυτή την οικογένεια με τρόπο που να με προσέξουν όλοι.

Την επόμενη μέρα της έδωσα το δεύτερο κλειδί έξω από το κατάστημα.

Η Νάντια ήρθε με ταξί, με τον Σλάβικ στο παιδικό κάθισμα.

Το παιδικό κάθισμα το είχε αγοράσει ήδη και εγώ σκέφτηκα:

Τι προσεκτική που είναι.

Η ασφάλειά μου ήταν χωρίς περιορισμό οδηγών, από την εποχή που εγώ και ο Αντρέι οδηγούσαμε και οι δύο το Solaris.

Την άδεια κυκλοφορίας την είχα αφήσει στο αυτοκίνητο.

Το έγγραφο ιδιοκτησίας το κρατούσα στο σπίτι, μέχρι να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση.

Η Νάντια έκανε τον γύρο του αυτοκινήτου και άγγιξε τη γρατζουνιά στον πίσω προφυλακτήρα.

– Αυτό τι είναι;

– Πριν από τρία χρόνια με χτύπησαν στην αυλή. Σου το είχα πει.

– Α, εντάξει.

Κάθισε στη θέση του οδηγού, ρύθμισε τους καθρέφτες και μετά κατέβασε το παράθυρο.

– Λέρα, μπορείς να τον προσέξεις για μία ώρα; Πρέπει να πάω στην υπηρεσία εγγράφων, και να περιμένω στην ουρά μαζί του… καταλαβαίνεις.

Ο Σλάβικ κοιμόταν.

Είχε σφίξει τη γροθιά του δίπλα στο πρόσωπό του.

– Φυσικά – είπα.

Η μία ώρα έγινε δυόμισι.

Σαράντα λεπτά αργότερα ο Σλάβικ ξύπνησε κι εγώ τον κουνούσα ανάμεσα στις κρεμάστρες με τα ρούχα, ενώ μια ηλικιωμένη πελάτισσα με μια σακούλα στο χέρι με κοιτούσε με συμπόνια.

Δύο φοιτήτριες, που κάθε Πέμπτη διάλεγαν τζιν από το κατάστημά μου, σταμάτησαν στην πόρτα και μετά προτίμησαν να συνεχίσουν τον δρόμο τους.

Τελικά η Νάντια επέστρεψε με μια σακούλα από το Magnit και έναν καφέ σε χάρτινο ποτήρι.

– Αχ, ήταν φρικτή η ουρά – είπε.

Μια εβδομάδα αργότερα μου έφερε πάλι το παιδί.

Πάλι «μόνο για μία ώρα».

Εκείνη τη μέρα περίμενα την παραλαβή από την αποθήκη.

– Νάντια, δεν ξέρω. Πραγματικά δεν μπορώ. Έρχεται τώρα η παράδοση, θα έχουμε ξεφόρτωμα, θα έχει σκόνη παντού. Δεν είναι μέρος για παιδί.

Με κοίταξε σαν να είχα πετάξει μπροστά της κάποιο άγνωστο αντικείμενο.

– Μα είσαι νονά – είπε.

Ύστερα, χωρίς να περιμένει απάντηση, έδεσε ξανά τον Σλάβικ στο καθισματάκι.

– Εντάξει. Θα το λύσω κάπως.

Έφυγε με το δικό μου αυτοκίνητο.

Κι εγώ έμεινα για ακόμη ένα λεπτό όρθια έξω από το κατάστημα.

Ένιωθα παράξενα.

Ήταν σαν να λες όχι σε μια μικρή χάρη σε κάποιον στον οποίο ετοιμάζεσαι να κάνεις ένα μεγάλο δώρο λίγες μέρες αργότερα.

Σκέφτηκα ότι η Νάντια απλώς ήταν κουρασμένη.

Είχε ένα μωρό τεσσάρων μηνών.

Εγώ πάντα ψάχνω πρώτα την πιο αθώα εξήγηση για τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου.

Συνήθως αυτή αποδεικνύεται σωστή.

Την ημέρα της βάφτισης όλα πήγαν καλά.

Κρατούσα εγώ τον Σλάβικ.

Δεν έκλαψε.

Κοιτούσε μόνο τα κεριά και μερικές φορές έκανε φουσκάλες με το στόμα του.

Τον σταυρό τον αγόρασα εγώ.

Έναν μικρό χρυσό σταυρό με

Visited 858 times, 781 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο