Η βροχή έπεφτε μανιασμένα, σαν αιχμές από ατσάλι που κάρφωναν την άσφαλτο. Οι δρόμοι έμοιαζαν έρημοι, φωτισμένοι μόνο από το κρύο φως των φαναριών που έτρεμαν μέσα στη νύχτα.
Η Κλεο σφίγγοντας το τιμόνι, πάλευε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά. «Μερικές ώρες ακόμα», ψιθύρισε. Η κοιλιά της βάραινε, το μωρό της κλωτσούσε – ο μόνος παλμός ελπίδας στη ζωή της.
Η προδοσία του Μαρκ την έκαιγε ακόμη. Αντί για αγκαλιά, είχε βρει άλλη γυναίκα· αντί για στήριξη, είχε αδειάσει τους λογαριασμούς. Τώρα οδηγούσε ταξί, μόνη, κουβαλώντας την ψυχή της σαν θρύψαλα γυαλιού.
Ξαφνικά, μια σκιά τινάχτηκε μπροστά της. Ένας άντρας σωριάστηκε στην άκρη του δρόμου, βουτηγμένος στη λάσπη, με αίμα να βάφει το πουκάμισό του. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Έπρεπε να συνεχίσει ή να σταματήσει;
«Χρειάζεστε βοήθεια;» φώναξε μέσα από το παράθυρο.
Το βλέμμα του – γεμάτο φόβο και απόγνωση – την πάγωσε. «Μόνο… ένα ασφαλές μέρος», ψιθύρισε πριν καταρρεύσει.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, τον τράβηξε μέσα στο ταξί. Μα τότε… φώτα. Ένα αυτοκίνητο ερχόταν από πίσω με ταχύτητα. Οι προβολείς τούς τύφλωσαν, σαν μαχαίρια που σκίζανε τη βροχή.
«Γρήγορα! Οδήγησε!»
Η αδρεναλίνη πλημμύρισε το κορμί της. Πάτησε το γκάζι, οι ρόδες γλίστρησαν, οι δρόμοι έγιναν θολές γραμμές. Το αυτοκίνητο πίσω τους πλησίαζε, κορνάροντας, οι σκιές μέσα του αόρατες, επικίνδυνες.

Η Κλεο έστριβε στα τυφλά, νιώθοντας τον πόνο στην κοιλιά να την κόβει στα δύο, αλλά δεν σταματούσε. Όχι τώρα.
Κι όταν τελικά οι προβολείς χάθηκαν πίσω τους, με το νοσοκομείο μπροστά, ένιωσε για πρώτη φορά ανάσα.
Το πρωί όμως, η αλήθεια χτύπησε την πόρτα της.
Ο ήχος από βαριά μηχανές έκανε τα τζάμια να τρέμουν. Έβγαλε το κεφάλι στο παράθυρο – μαύρα SUV είχαν περικυκλώσει το σπίτι της. Άντρες με κοστούμια, απρόσωπα πρόσωπα, σαν τοίχος γύρω της.
Η καρδιά της χτύπησε σαν τρελή. Είχε μπλέξει με εγκληματίες;
Η πόρτα άνοιξε. Ένας άντρας με ψυχρό βλέμμα και άψογο κοστούμι στάθηκε μπροστά της. «Είμαι ο Τζέιμς, επικεφαλής ασφαλείας της οικογένειας Άτκινσον», είπε.
Τα λόγια του έπεσαν σαν βόμβα: «Χθες το βράδυ σώσατε τον γιο μας, τον Άρτσι».
Η Κλεο ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες της. Ο άντρας που είχε μαζέψει μέσα στη βροχή ήταν ο κληρονόμος μιας αυτοκρατορίας δισεκατομμυρίων. Κι εκείνη, άθελά της, είχε μπλεχτεί σε μια απαγωγή που είχε συγκλονίσει την πόλη.
Ο Άρτσι, αδύναμος αλλά ζωντανός, στάθηκε μπροστά της. «Δεν θα ζούσα χωρίς εσένα», της είπε με τρεμάμενη φωνή.
Ο πατέρας του τής έδωσε έναν φάκελο. Εκείνη τον άνοιξε – και το ποσό που αντίκρισε την έκανε να παραπατήσει. «Είναι υπερβολικό…» κατάφερε να ψελλίσει.
«Όχι», απάντησε εκείνος με σταθερότητα. «Είναι μόνο ένα ευχαριστώ. Κανένα παιδί δεν πρέπει να γεννηθεί με τη μητέρα του να φοβάται για το αύριο». Το βλέμμα του καρφώθηκε στην κοιλιά της.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, δεν ένιωθε μόνη. Ο Άρτσι πλησίασε ακόμη περισσότερο: «Θέλουμε να ξεκινήσουμε κάτι καινούριο.
Μια ομάδα ανθρώπων που κάνουν το σωστό, ακόμη κι όταν ρισκάρουν τη ζωή τους. Θέλουμε να είσαι μαζί μας».
Η Κλεο κοίταξε τα μαύρα SUV, τον άδειο δρόμο, την καινούρια μέρα που ανέτελλε. Ένιωσε το βάρος του παρελθόντος να θρυμματίζεται, σαν γυαλί που έσπασε επιτέλους.
Η βροχή είχε σταματήσει. Μια νέα ζωή ξεκινούσε.







