– Έλα τώρα, αυτή η μαγιονέζα έχει χαλάσει ή είναι κάποια ιδιαίτερη ιδέα;
Η Ολγιά με αηδία έσπρωξε με το πιρούνι της την άκρη της πολυεπίπεδης σαλάτας. Στο λευκό τραπεζομάντηλο έμεινε ένα λιπαρό, κιτρινωπό σημάδι, σαν να είχαν κολλήσει εκεί και οι λέξεις.
Η Μαρίνα πάγωσε δίπλα στην πλάτη της καρέκλας. Στα χέρια της κρατούσε μια πετσέτα κουζίνας, την οποία έσφιγγε δυνατά, σαν να ήταν το μόνο πράγμα στο οποίο μπορούσε να κρατηθεί. Από τον φούρνο ερχόταν η μυρωδιά της ψητής πάπιας, γλυκιά και πικάντικη, σαν να μην συνέβαινε τίποτα στο δωμάτιο.
– Η ημερομηνία λήξης ήταν μέχρι τον Μάρτιο – απάντησε η Μαρίνα με σταθερή φωνή. – Το κουτί το άνοιξα πριν από μία ώρα.
– Ε, δεν ξέρω – μορφασμός από τη κουνιάδα. – Έχει γεύση σαπουνιού. Και είναι και πικρή. Από πού το πήρες αυτό; Από κανένα φθηνό μαγαζί σε προσφορά;
Η Λιουμπόβ Ιβάνοβνα φύσηξε δυνατά. Καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού, όπου κανονικά θα ήταν η θέση του Ντένις, αλλά η πεθερά την είχε καταλάβει από τη στιγμή που μπήκε, σαν να ανήκε πάντα εκεί.
– Η Ολγιάτσκα είναι ευαίσθητη στα «χημικά» – σφύριξε η Λιουμπόβ Ιβάνοβνα. – Σε αυτήν δεν κάνουν τα σκουπίδια. Έχει ευαίσθητο στομάχι.
Ο Ντένις καθόταν στο πλάι και τρυπούσε με το πιρούνι του ένα κομμάτι ψάρι.
– Μαμά, η σαλάτα είναι μια χαρά – μουρμούρισε αβέβαια.
– Φάε, Ντένις, για σένα δεν έχει σημασία πια – χαμογέλασε ψεύτικα η μητέρα του. – Μετά από τρία χρόνια γάμου το στομάχι σου αντέχει τα πάντα. Έχεις συνηθίσει στις ζωοτροφές.
Κάτι μέσα στη Μαρίνα έκανε ένα μικρό, καθαρό κλικ. Ήταν ακριβώς ο ήχος ενός σφιχτού διακόπτη που επιτέλους γυρίζει.
Στο τραπέζι υπήρχαν κρυστάλλινα ποτήρια, από το οικογενειακό σερβίτσιο. Η Μαρίνα είχε στρώσει το τραπέζι τρεις ώρες και πριν από αυτό είχε περάσει έξι ώρες στην κουζίνα. Ήταν γιορτή: έβδομη Ιανουαρίου, Χριστούγεννα και τρίτη επέτειος γάμου ταυτόχρονα.
Είχε ξοδέψει δεκαοκτώ χιλιάδες ρούβλια για τα υλικά, από τα δικά της χρήματα, από τις οικονομίες της άδειας.
– Δηλαδή σαπούνι; – ρώτησε η Μαρίνα κοιτάζοντας το πιάτο της Ολγιάς.
– Ναι, το λέω, ξινίζει – η Ολγιά έσπρωξε επιδεικτικά την μερίδα. – Υπάρχει κανονικό φαγητό; Πατάτες ή λουκάνικα; Δεν καταλαβαίνω αυτές τις φρουτοσαλάτες. Είναι κάτι διεστραμμένο.
Ο Ντένις άφησε το πιρούνι του.
– Μαρίνα, βράσε της λουκάνικα, δεν είναι κάτι δύσκολο.
Η Μαρίνα τον κοίταξε αργά.
Ο Ντένις Αντρέγιεβιτς. Τριάντα δύο χρονών. Μηχανικός σε κατασκευαστική εταιρεία. Ένας άντρας που μέσα σε τρία χρόνια δεν έμαθε να προστατεύει τη γυναίκα του από τη δική του οικογένεια.
– Δεν υπάρχουν λουκάνικα – απάντησε κοφτά η Μαρίνα.
– Και λοιπόν; – παρενέβη η Λιουμπόβ Ιβάνοβνα. Σήκωσε ένα κομμάτι σολομού, το μύρισε και το ξαναέβαλε κάτω. – Αυτό είναι σολομός;
– Σολομός.
– Έλα τώρα, είναι χλωμός. Σίγουρα βαμμένος. Τώρα όλα είναι πλαστά. Κράτησες την απόδειξη; Πρέπει να το επιστρέψουμε.
– Τον έχω αλατίσει εγώ – απάντησε κοφτά η Μαρίνα.
– Α, τότε σίγουρα δεν θα φάω – στραβομουτσούνιασε η πεθερά. – Έχω μόνο ένα συκώτι. Πόσο αλάτι έβαλες; Ξέρεις τις αναλογίες;
Η Μαρίνα έσφιξε την πετσέτα. Το ύφασμα της έκοψε την παλάμη.
– Κανονικές αναλογίες.
– Ντένις, μην ακουμπήσεις το ψάρι – διέταξε η μητέρα του. – Θυμάσαι, όταν ήσουν παιδί είχες πάθει δηλητηρίαση;
Ο Ντένις τράβηξε υπάκουα το χέρι του.
Η Μαρίνα στεκόταν και κοιτούσε όλο αυτό το θέατρο. Το σπίτι ήταν ζεστό, αλλά ένα ψύχος ανέβηκε στη ράχη της.
– Δηλαδή η σαλάτα είναι ξινή και το ψάρι χλωμό; – ρώτησε χαμηλά.
– Μαρινούσκα, μην παρεξηγείσαι – ξεκίνησε η Λιουμπόβ Ιβάνοβνα με γλυκιά φωνή. – Εμείς απλώς λέμε την αλήθεια. Ποιος άλλος θα σου τη πει; Εσύ ποτέ δεν ήξερες να μαγειρεύεις. Δεν είναι αυτό το στοιχείο σου.
– Το στοιχείο μου είναι να πληρώνω το στεγαστικό; – ρώτησε η Μαρίνα.
Ο Ντένις ανατρίχιασε.
– Μαρίνα, μην αρχίζεις, είναι γιορτή.
– Γιορτή; – κοίταξε γύρω της. – Εσείς κοιτάτε αυτό το τραπέζι σαν να σας έβαλα δηλητήριο για ποντίκια.
– Και εμείς φταίμε που δεν είναι νόστιμο; – φούσκωσε η Ολγιά. – Εγώ είμαι καλεσμένη, δικαιούμαι κανονική εξυπηρέτηση.
«Κανονική εξυπηρέτηση».
Η Ολγιά ήταν είκοσι έξι χρονών και δεν δούλευε πουθενά. Πριν έξι μήνες η Μαρίνα της είχε πληρώσει ένα μικροδάνειο, σαράντα πέντε χιλιάδες ρούβλια. Τα είχε πάρει για καινούργιο κινητό και δεν τα επέστρεψε ποτέ, οπότε τα χρήματα βγήκαν από τα λεφτά της Μαρίνας και του Ντένις. Πιο σωστά, από τις οικονομίες της Μαρίνας.
– Θες εξυπηρέτηση; – η Μαρίνα πλησίασε το τραπέζι. – Πήγαινε σε εστιατόριο.
– Δώσε μου λεφτά και θα πάω – γέλασε η Ολγιά. – Ο Ντένις σου δίνει έτσι κι αλλιώς τον μισθό του.
– Ολγιάτσκα, μην ειρωνεύεσαι – την μάλωσε γλυκά η πεθερά και μετά κοίταξε τη Μαρίνα. – Το κορίτσι έχει δίκιο. Ζείτε πάνω από τις δυνατότητές σας. Παίρνετε σολομό, ενώ ο Ντένις φοράει περσινό μπουφάν.
Η Μαρίνα κοίταξε τον άντρα της.
– Ντένις. Πες στη μητέρα σου ποιος πλήρωσε αυτόν τον σολομό.
Ο Ντένις κοίταξε το πιάτο του.
– Μαμά, είχαμε συμφωνήσει να μην μετράμε τα χρήματα.
– Εγώ δεν μετράω χρήματα, λυπάμαι τον γιο μου! – ύψωσε τη φωνή της η πεθερά. – Δουλεύει σαν σκύλος και εσύ τον ταΐζεις με ξινή μαγιονέζα, ενώ εσύ ζεις μέσα στο χρυσάφι!
Στη Μαρίνα φορούσαν μικρά ασημένια σκουλαρίκια.
Ο φούρνος χτύπησε. Η πάπια ήταν έτοιμη.
Η Μαρίνα πήγε στην κουζίνα και έβγαλε το βαρύ ταψί. Η πάπια ήταν χρυσοκάστανη, με τραγανή πέτσα. Το άρωμα μήλου, δεντρολίβανου και μελιού γέμισε τον χώρο.

Την μετέφερε προσεκτικά σε πιατέλα και την περιέχυσε με το ζουμί. Ήταν τέλεια.
Κι όμως σκέφτηκε: γιατί το κάνω αυτό;
– Ω, επιτέλους ζεστό φαγητό – ενθουσιάστηκε η Ολγιά. – Μακάρι να τρώγεται τουλάχιστον.
Η Μαρίνα την έβαλε στο κέντρο του τραπεζιού.
Η Λιουμπόβ Ιβάνοβνα μισόκλεισε τα μάτια.
– Παραψημένη. Τα φτερά σχεδόν μαύρα. Θα είναι στεγνή σαν σόλα.
Η Ολγιά την κάρφωσε με το πιρούνι.
– Σκληρή. Πραγματικά σόλα. Από ίντερνετ τη μαγείρεψες; Εκεί γράφουν ότι θέλει σακούλα ψησίματος.
Ο Ντένις έκοψε με μαχαίρι.
– Δεν είναι κακή. Λίγο στεγνή. Φέρε κέτσαπ.
Η Μαρίνα τον κοίταξε.
– Κέτσαπ με πάπια με μέλι;
– Είναι στεγνή, μου καίει τον λαιμό.
Αυτό ήταν το σημείο.
Όχι σημείο. Τείχος.
– Όχι – είπε η Μαρίνα.
– Τι σημαίνει όχι; – δεν κατάλαβε ο Ντένις.
Η Μαρίνα σήκωσε την πιατέλα.
– Δεν θα τη φάτε.
– Άφησέ το! – ούρλιαξε η Ολγιά.
Η Μαρίνα πήγε την πάπια στην κουζίνα. Γύρισε.
Και μετά άρχισε να παίρνει τη σαλάτα. Το ψάρι. Το ψωμί. Τα πάντα.
– Τρελάθηκες! – φώναξε η Λιουμπόβ Ιβάνοβνα.
– Σας προστατεύω από το στομάχι σας – απάντησε ψυχρά η Μαρίνα.
Ο Ντένις σηκώθηκε.
– ΑΜΕΣΩΣ βάλε τα πίσω!
– Όχι.
– Αυτή είναι η οικογένειά μου!
– Τότε πάρ’ τους και φύγετε.
Η Ολγιά πετάχτηκε όρθια.
– Είσαι άρρωστη!
Η Μαρίνα τους κοίταξε έναν έναν.
– Δεν είστε καλεσμένοι. Είστε παράσιτα.
Σιωπή.
Το πρόσωπο του Ντένις κοκκίνισε.
– Δώσε πίσω το φαγητό.
– Όχι.
– Αυτό είναι και δικό μου σπίτι!
Η Μαρίνα τον κοίταξε αργά.
– Όχι. Αυτό είναι το δικό μου σπίτι. Το δικό σου είναι εδώ μόνο προσωρινά στα χαρτιά.
Τα κλειδιά ακούστηκαν να χτυπούν στο τραπέζι.
– Αύριο θα πάρετε τα πράγματά σας.
Η Λιουμπόβ Ιβάνοβνα άρπαξε το παλτό.
– Θα το μετανιώσεις.
– Δεν θα το μετανιώσω.
Η πόρτα έκλεισε με δύναμη.
Η Μαρίνα έμεινε μόνη.
Η σιωπή ήταν βαριά, αλλά καθαρή.
Πήγε στην κουζίνα, έβαλε ξανά την πάπια. Κάθισε. Έφαγε. Το κρέας έλιωνε, γλυκές και αλμυρές γεύσεις ανακατεύονταν.
Έριξε στον εαυτό της σαμπάνια.
Το τηλέφωνο δονήθηκε: «Μαμά Λούμπα» και μήνυμα από τον Ντένις: «Κράτησέ μου ξενοδοχείο, δεν θα κοιμηθώ στο πάτωμα της Ολγιάς».
Η Μαρίνα διέγραψε το μήνυμα. Μπλόκαρε και τους δύο.
Μετά μετέφερε δέκα χιλιάδες ρούβλια στον αποταμιευτικό της λογαριασμό.
Και ρώτησε σιωπηλά τον εαυτό της:
Τι θα απαντούσες εσύ αν ο άντρας σου σου ζητούσε λεφτά για ξενοδοχείο μετά από μια τέτοια βραδιά;







