Η κόρη δούλευε όλο το καλοκαίρι στο κτήμα των γονιών της αλλά το φθινόπωρο ο αδελφός της πήρε όλη τη σοδειά και η μητέρα της απαίτησε να πληρώσει και τα μισά έξοδα για το νερό

Ενδιαφέρων

Η Όλγα άνοιξε αργά τη μικρή αυλόπορτα και από την πρώτη κιόλας στιγμή ένιωσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε σε όλο τον κήπο. Τα παρτέρια στέκονταν ήδη άδεια,

σαν να είχε εξαφανιστεί μέσα σε μία μόνο ημέρα όλος ο κόπος του καλοκαιριού. Ύστερα πρόσεξε το τρέιλερ που ήταν συνδεδεμένο πίσω από το αυτοκίνητο του αδελφού της, του Πάβελ.

Το τρέιλερ ήταν σχεδόν γεμάτο. Σάκοι με πατάτες στοιβαγμένοι προσεκτικά, τελάρα γεμάτα καρότα και παντζάρια, δύο μεγάλα δίχτυα με κρεμμύδια, ενώ στην κορυφή υπήρχαν σειρές από βάζα με τουρσιά,

τα οποία ο Πάβελ έβγαζε εκείνη τη στιγμή από την αποθήκη. Η γυναίκα του τύλιγε κάθε βάζο ξεχωριστά με παλιές εφημερίδες, για να μη σπάσουν στη διαδρομή.

Η Όλγα, αντίθετα, έβγαλε από το δικό της αυτοκίνητο μόνο μερικά άδεια τελάρα.

Την άνοιξη η μητέρα της είχε υποσχεθεί κάτι εντελώς διαφορετικό.

Το εξοχικό ανήκε στους γονείς τους. Ένα οικόπεδο εννιακοσίων τετραγωνικών μέτρων, ένα μικρό ξύλινο σπίτι, ένα θερμοκήπιο και ένας μεγάλος λαχανόκηπος.

Κάθε άνοιξη η μητέρα έλεγε πως εκείνη τη χρονιά θα καλλιεργούσαν μικρότερο κήπο, επειδή οι δυο τους δεν άντεχαν πια τόση δουλειά. Όμως, μόλις ερχόταν η εποχή της φύτευσης, με κάποιον τρόπο φύτευε ξανά κάθε σπιθαμή γης.

Η Όλγα ήταν τριάντα εννέα ετών, εργαζόταν ως λογίστρια και ζούσε σαράντα χιλιόμετρα μακριά από το εξοχικό. Ο αδελφός της, ο Πάβελ, έμενε κάπως πιο κοντά, σε μια γειτονική περιοχή.

Τον Μάιο η μητέρα τους τούς κάλεσε και, χαμογελώντας, είπε:

— Το φθινόπωρο θα μοιράσουμε τα πάντα εξίσου. Εμένα και τον πατέρα σας δεν μας χρειάζονται τόσα λαχανικά. Απλώς βοηθήστε μας το καλοκαίρι, γιατί οι δυο μας δεν τα βγάζουμε πια πέρα με τόση δουλειά.

Η Όλγα συμφώνησε αμέσως.

Και ο Πάβελ έγνεψε καταφατικά, αν και εκείνη την ημέρα τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο το μπάρμπεκιου παρά ο λαχανόκηπος.

Το καλοκαίρι, όμως, αποδείχθηκε πιο δύσκολο απ’ όσο περίμεναν όλοι. Τα φυτά αναπτύσσονταν αργά, για εβδομάδες σχεδόν δεν έβρεξε καθόλου και το νερό για πότισμα δινόταν μόνο τα βράδια από τον συνεταιρισμό των κήπων.

Μετά τη δουλειά η Όλγα έμπαινε τακτικά στο αυτοκίνητό της και πήγαινε στο εξοχικό. Γέμιζε τα βαρέλια με νερό, άνοιγε το θερμοκήπιο, έδενε τις αγγουριές, ξεχορτάριαζε τα παρτέρια και πότιζε προσεκτικά κάθε φυτό.

Πήγαινε τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, ενώ τις πιο ζεστές εβδομάδες ακόμη και τρεις.

Πολλές φορές επέστρεφε σπίτι μετά τις δέκα το βράδυ.

Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού είχε πάει στο εξοχικό τριάντα δύο φορές.

Ο Πάβελ μόλις τέσσερις.

Μία φορά έφερε τα παιδιά του να μαζέψουν φράουλες, μία φορά έκοψε το χορτάρι μπροστά στην πύλη, μία φορά πήγε στα γενέθλια του πατέρα τους και άλλη μία πέρασε για λίγο.

Όταν η μητέρα τους τού ζήτησε βοήθεια για τη συγκομιδή των πατατών, εκείνος απαντούσε πάντα το ίδιο:

— Κάνουμε ανακαίνιση. Η Όλγα έτσι κι αλλιώς πηγαίνει συχνά, ας ποτίσει εκείνη.

Η Όλγα το είχε ακούσει αυτό πολλές φορές.

Δεν διαμαρτυρήθηκε.

Πίστευε πως τουλάχιστον το φθινόπωρο η σοδειά θα μοιραζόταν δίκαια.

Όμως, όταν έφτασε η ημέρα της συγκομιδής, έμεινε άφωνη βλέποντας ότι ο Πάβελ είχε φτάσει πολύ νωρίτερα.

Το τρέιλερ ήταν ήδη σχεδόν γεμάτο.

— Γιατί δεν με πήρες να μου πεις ότι θα ερχόσουν; — τη ρώτησε ο αδελφός της, σφίγγοντας τον ιμάντα που κρατούσε ασφαλισμένο το φορτίο.

— Ήρθα για τις πατάτες και τα λαχανικά, — απάντησε η Όλγα. — Η μαμά είπε την άνοιξη πως σήμερα θα τα μοιράζαμε.

Η μητέρα τους καθόταν μπροστά από την αποθήκη και έκοβε τα φύλλα από τα παντζάρια.

Δίπλα της υπήρχαν τέσσερις σάκοι με πατάτες και έξι γεμάτα τελάρα.

— Ο Πάβελ θα τα πάρει όλα τώρα στο σπίτι του, — είπε με φυσικό τόνο. — Έχει μεγάλο κελάρι. Αν χρειαστείς κάτι, θα του ζητήσεις.

Η Όλγα έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μπορεί να μιλήσει.

— Μαμά… την άνοιξη είχες πει πως θα μοιράζαμε τη σοδειά στα δύο.

— Ε, θα τα μοιράσετε αργότερα. Δεν χρειάζεται να μετράτε κάθε σακί.

Ο Πάβελ χαμογέλασε.

— Εσύ έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζεσαι τόσα. Σχεδόν δεν τρως πατάτες. Εμείς έχουμε και τα παιδιά.

Λες και ο λαχανόκηπος είχε φροντίσει μόνος του τον εαυτό του όλο το καλοκαίρι.

Η Όλγα κοίταξε τον πατέρα της.

Ο ηλικιωμένος άντρας καθόταν στα σκαλιά της βεράντας και καθάριζε σκόρδα.

— Η Όλγα ερχόταν εδώ όλο το καλοκαίρι, — είπε χαμηλόφωνα.

Η μητέρα τον διέκοψε αμέσως.

— Μην αρχίζεις πάλι! Ο Πάβελ είναι κι αυτός γιος μου. Αυτός τα χρειάζεται περισσότερο τώρα.

Η Όλγα πήρε αμίλητη από το περβάζι πέντε ντομάτες και ένα μικρό σακουλάκι με πιπεριές.

Έβαλε τα άδεια τελάρα ξανά στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της.

— Εντάξει, — είπε ήρεμα. — Το οικόπεδο είναι δικό σας, άρα εσείς αποφασίζετε και για τη σοδειά.

Ο Πάβελ είχε ήδη κλείσει το τρέιλερ.

— Να, έτσι είναι το σωστό. Αν χρειαστείς κάτι, απλώς πες μου.

Μία εβδομάδα αργότερα, όμως, την περίμενε ακόμη μία έκπληξη.

Η μητέρα της τής έστειλε μήνυμα.

Είχε φωτογραφίσει τον λογαριασμό για το νερό του κήπου και τη συντήρηση της αντλίας.

Το συνολικό ποσό ήταν επτά χιλιάδες τριακόσια εξήντα ρούβλια.

Στο μήνυμα έγραφε μόνο:

«Στείλε 3.680 ρούβλια. Είναι το μισό. Εσύ χρησιμοποίησες περισσότερο το νερό.»

Η Όλγα στην αρχή νόμισε πως είχε καταλάβει λάθος.

Τηλεφώνησε αμέσως στη μητέρα της.

— Γιατί να πληρώσω εγώ το μισό;

— Γιατί όλο το καλοκαίρι εσύ πότιζες.

— Πότιζα τον δικό σας κήπο.

— Όχι μόνο τον δικό μας. Καλλιεργούσαμε λαχανικά και για εσάς.

Η Όλγα κοίταξε τις πέντε ντομάτες που ήταν πάνω στο τραπέζι.

Οι δύο είχαν ήδη αρχίσει να σαπίζουν.

— Το δικό μου μερίδιο το πήρε ο Πάβελ.

Η μητέρα απάντησε εκνευρισμένη:

— Μα τι λες! Είναι κι αυτός οικογένεια. Θα σου δώσει όταν του ζητήσεις.

— Παράξενο… αλλά στον λογαριασμό του νερού υπολόγισες με απόλυτη ακρίβεια πόσα σου χρωστάω.

Ακολούθησαν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής.

Στο τέλος η Όλγα είπε μόνο ήρεμα:

— Θα πληρώσω το μισό όταν πάρω και το μισό της σοδειάς.

Ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο.

Το Σαββατοκύριακο η Όλγα έβγαλε όλες τις αποδείξεις του καλοκαιριού.

Λάστιχο ποτίσματος.

Συνδέσεις.

Σπάγκος κηπουρικής.

Σπόροι.

Φυτοφάρμακα.

Γάντια.

Πλαστικό κάλυμμα.

Νέο ποτιστήρι.

Συνολικά περισσότερα από έντεκα χιλιάδες ρούβλια.

Τα έξοδα της βενζίνης δεν μπήκε καν στον κόπο να τα υπολογίσει.

Στην οικογενειακή συνομιλία ανέβασε φωτογραφίες από όλες τις αποδείξεις και έγραψε:

«Νομικά το οικόπεδο και η σοδειά ανήκουν στους γονείς μας και το αποδέχομαι. Αλλά αν τα έξοδα μοιράζονται ανάμεσα σε όσους πήραν τη σοδειά, τότε θα πληρώσω το μερίδιό μου μόνο όταν πάρω κι εγώ αυτό για το οποίο δούλευα όλο το καλοκαίρι. Αν όλα τα λαχανικά τα πήρε ο Πάβελ, τότε ας πληρώσει κι εκείνος το μισό του νερού.»

Ο Πάβελ απάντησε σχεδόν αμέσως.

— Σοβαρά τώρα; Κάνεις λογαριασμούς για μερικές πατάτες;

Η Όλγα ανέβασε τη φωτογραφία του γεμάτου τρέιλερ.

— Εσύ τα πήρες όλα.

— Η μαμά μου τα έδωσε, — απάντησε ο Πάβελ.

— Ακριβώς. Γι’ αυτό δεν διαφωνώ μαζί σου.

Δεν έγραψε τίποτε άλλο.

Λίγη ώρα αργότερα την πήρε τηλέφωνο ο πατέρας της.

— Μην στείλεις ούτε ένα ρούβλι, — είπε χαμηλόφωνα. — Εσύ δούλεψες ήδη όλο το καλοκαίρι για το μερίδιό σου. Το εξήγησα και στη μητέρα σου.

Το ίδιο βράδυ η μητέρα έστειλε τελικά μήνυμα στον Πάβελ.

«Εμείς με τον πατέρα σου θα πληρώσουμε το μισό. Το άλλο μισό πλήρωσέ το εσύ. Η σοδειά βρίσκεται σε σένα.»

Ο Πάβελ διαμαρτυρόταν για πολλή ώρα ακόμη. Θύμισε πως κι εκείνος είχε έρθει στο εξοχικό, είχε κόψει τα χόρτα, είχε φέρει τα παιδιά να μαζέψουν φράουλες και πως τον χειμώνα έτσι κι αλλιώς θα τους έδινε πατάτες.

Στο τέλος, όμως, μετέφερε τα χρήματα.

Στην Όλγα, ωστόσο, δεν έφερε ούτε έναν σάκο πατάτες.

Την επόμενη άνοιξη όλα είχαν αλλάξει.

Η μητέρα την πήρε τηλέφωνο για να τη ρωτήσει πόσα φυτά να αγοράσει.

Η Όλγα απάντησε ήρεμα:

— Για μένα κανένα. Φέτος δεν αναλαμβάνω τον κήπο.

— Και ποιος θα ποτίζει;

— Ο Πάβελ. Άλλωστε αυτός έχει και το κελάρι… και το τρέιλερ.

Η μητέρα αναστέναξε βαθιά, αλλά δεν είπε τίποτε.

Τον Μάιο η Όλγα πήγε μόνο για να βοηθήσει τον πατέρα της να αντικαταστήσει μια σάπια σανίδα στη βεράντα.

Στη θέση του μεγάλου χωραφιού με τις πατάτες υπήρχαν πλέον μόνο λίγες μικρές σειρές από κρεμμύδια, δέκα φυτά πατάτας και τέσσερις ντοματιές μέσα στο θερμοκήπιο.

Ο Πάβελ δεν εμφανίστηκε ούτε μία φορά την άνοιξη.

Το φθινόπωρο και η σοδειά ήταν φτωχή.

Δύο κουβάδες πατάτες, ένα καλάθι κρεμμύδια και ένα μικρό τελάρο ντομάτες.

Τον έναν κουβά τον κράτησαν οι γονείς.

Τον άλλον ο πατέρας τον έβαλε σιωπηλά στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της Όλγας.

Εκείνη τη χρονιά το τρέιλερ του Πάβελ δεν μπήκε ούτε μία φορά στην αυλή.

Visited 358 times, 8 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο