– Εσείς καλέσατε τους καλεσμένους, οπότε εσείς να τους ταΐσετε! – είπα στην πεθερά μου, μάζεψα τα δικά μου πιάτα και έφυγα, για να ξεκουραστώ.

Ενδιαφέρων

– Βλαντ, τι είναι αυτοί οι είκοσι δύο άνθρωποι;

Η Ξένια στεκόταν μπροστά στο ψυγείο, κρατώντας στα χέρια της ένα τσαλακωμένο φύλλο από τετράδιο.

Ήθελε να βγάλει το γάλα, όταν πρόσεξε το χαρτί που ήταν σφηνωμένο κάτω από έναν μαγνήτη. Στην αρχή νόμισε πως ο άντρας της είχε σημειώσει κάποια τηλέφωνα σχετικά με τη δουλειά. Ύστερα όμως είδε τα ονόματα.

Μια ολόκληρη στήλη από επώνυμα.

Δίπλα τους, αριθμοί.

Ενήλικες. Παιδιά.

Και στο κάτω μέρος του χαρτιού, με τον γνώριμο γραφικό χαρακτήρα της Ζόγια Μιχαΐλοβνα:

«Το Σάββατο στις τέσσερις.»

Η Ξένια γύρισε αργά.

Ο Βλαντισλάβ καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και κοιτούσε το κινητό του. Δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα.

– Α, ναι… Η μαμά άφησε τη λίστα.

– Το βλέπω. – Η φωνή της Ξένιας ήταν υπερβολικά ήρεμη. – Για ποιο πράγμα;

– Θέλει να μαζέψει όλους τους συγγενείς.

Η Ξένια μέτρησε ξανά τα ονόματα.

Είκοσι δύο.

– Πού;

Ο Βλαντ σήκωσε επιτέλους το βλέμμα.

– Εδώ.

– Τι σημαίνει «εδώ»;

– Στο εξοχικό.

– Στο δικό μου σπίτι;

Ο άντρας αναστέναξε.

– Ξένια, μην αρχίζεις από τώρα…

– Πότε σκόπευες να μου πεις ότι το Σάββατο θα έρθουν είκοσι δύο άνθρωποι στο σπίτι μου;

Ο Βλαντ κοίταξε το ρολόι.

– Τώρα σου το λέω.

Η Ξένια τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.

– Και πότε το συζήτησες αυτό μαζί μου;

– Τώρα.

– Όχι. Πότε το συζήτησες μαζί μου εκ των προτέρων;

Ο άντρας δεν απάντησε.

Η Ξένια ακούμπησε το χαρτί στο τραπέζι.

– Έχουμε τρεις μέρες.

– Το ξέρω.

– Είκοσι δύο καλεσμένους.

– Το ξέρω.

– Και πιστεύεις ότι αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό;

– Η μαμά είπε ότι είναι τέλος Αυγούστου. Όλοι έχουν ακόμα χρόνο. Μετά αρχίζουν τα σχολεία, η δουλειά, όλοι θα σκορπίσουν.

Η Ξένια χαμογέλασε.

Όχι από χαρά.

– Κατάλαβα. Δηλαδή, αφού όλοι έχουν χρόνο, αποφασίσαμε να οργανώσουμε οικογενειακή γιορτή στο σπίτι μας.

– Μην το λες γιορτή. Απλώς μια μικρή συγκέντρωση.

Η Ξένια κοίταξε ξανά τη λίστα.

– Είκοσι δύο άνθρωποι;

– Ναι.

– Βλαντ, οι είκοσι δύο άνθρωποι δεν είναι «μια μικρή συγκέντρωση». Οι είκοσι δύο άνθρωποι είναι ολόκληρη εκδήλωση.

Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους.

– Η μαμά θα τα κανονίσει όλα.

– Τι θα κανονίσει;

– Ε, τα πάντα.

Το βλέμμα της Ξένιας σκλήρυνε.

– Και το μαγείρεμα;

Ο Βλαντ σώπασε.

Αυτή η σιωπή ήταν ήδη απάντηση.

Το σπίτι, που εκείνοι απλώς αποκαλούσαν «εξοχικό», ήταν στην πραγματικότητα ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία της Ξένιας.

Το είχε αγοράσει χρόνια πριν γνωρίσει τον Βλαντ.

Τότε δεν έμοιαζε καθόλου με το σπίτι που ήταν τώρα.

Ο κήπος είχε γεμίσει αγριόχορτα. Το παλιό μονοπάτι μετατρεπόταν σε λασπότοπο κάθε φορά που έβρεχε. Οι σανίδες στη βεράντα έτριζαν, ενώ στην κουζίνα υπήρχαν ακόμα οι παλιοί σωλήνες, από τους οποίους κάθε δεύτερη εβδομάδα κάτι έσταζε.

Η Ξένια το ανακαίνισε σταδιακά, μέσα σε χρόνια.

Εκείνη πλήρωσε την ανακαίνιση.

Εκείνη διάλεξε την κουζίνα.

Εκείνη φύτεψε τα λουλούδια.

Εκείνη φρόντισε να εγκατασταθεί η θέρμανση.

Δεν ήθελε κάποια πολυτελή βίλα.

Ήθελε απλώς ένα μέρος όπου το βράδυ της Παρασκευής θα μπορούσε να κλείνει την πόρτα πίσω της και να απολαμβάνει επιτέλους την ησυχία.

Μετά τον γάμο τους, ο Βλαντ αγάπησε κι εκείνος το σπίτι.

Έφερε μια ψησταριά, έβαλε τα εργαλεία του στην αποθήκη, τοποθέτησε φώτα γύρω από το σπίτι και μάλιστα έφτιαξε κι ένα παγκάκι στη βεράντα.

Η Ξένια ποτέ δεν τον έκανε να αισθανθεί ξένος εκεί.

Όμως το σπίτι παρέμενε δικό της.

Η Ζόγια Μιχαΐλοβνα, από την άλλη, το έβλεπε εντελώς διαφορετικά.

Στην αρχή πρότεινε απλώς ένα οικογενειακό γεύμα πού και πού.

– Έχετε πολύ χώρο.

Μετά άρχισε να λέει:

– Στο δικό σας εξοχικό είναι πραγματικά πολύ άνετα.

Η Ξένια στην αρχή δεν έδινε σημασία.

Ένα γεύμα για έξι άτομα δεν ήταν πρόβλημα.

Ύστερα έγιναν οκτώ.

Μετά δέκα.

Κάποια Παρασκευή βράδυ, η Ζόγια τηλεφώνησε και είπε απλώς:

– Αύριο θα περάσουμε για λίγο. Θα είμαστε περίπου έξι άτομα.

«Για λίγο.»

Τότε η Ξένια είχε ακόμα χαμογελάσει.

Τώρα όμως στη λίστα υπήρχαν είκοσι δύο ονόματα.

– Αυτή κάλεσε όλους αυτούς; – ρώτησε.

– Έτσι φαίνεται.

– «Έτσι φαίνεται»;

– Η μαμά το κανόνισε.

– Στο δικό μου οικόπεδο.

– Ξένια, γιατί μιλάς έτσι;

– Επειδή θέλω να ξέρω πότε το σπίτι μου έγινε οικογενειακό κέντρο εκδηλώσεων.

Ο Βλαντ αναστέναξε.

– Εντάξει. Θα πάρω τη μαμά.

– Σήμερα.

– Σήμερα.

– Και πες της ότι δεν πρόκειται να μαγειρέψω για είκοσι δύο άτομα.

– Εντάξει.

– Όχι «ίσως».

– Κατάλαβα.

– Όχι «η Ξένια είναι κουρασμένη».

– Κατάλαβα.

– Αλλά ότι **δεν μαγειρεύω**.

Ο Βλαντ έγνεψε.

– Θα της το πω.

Η Ξένια πίστεψε πως το θέμα είχε λήξει.

Το βράδυ της Πέμπτης, ο Βλαντ της είπε:

– Μίλησα με τη μαμά.

– Και;

– Όλα εντάξει.

– Τι είπε;

– Ότι θα το κανονίσει.

Η Ξένια έγνεψε.

Τον πίστεψε.

Γιατί να μην τον πίστευε;

Η Ζόγια Μιχαΐλοβνα είχε δικό της διαμέρισμα με μεγάλη κουζίνα. Αν ήθελε να φιλοξενήσει είκοσι δύο άτομα, μπορούσε να παραγγείλει φαγητό. Θα μπορούσε να ζητήσει από όλους να φέρουν κάτι. Θα μπορούσε να προσλάβει έναν μάγειρα.

Υπήρχαν ένα σωρό επιλογές.

Μία μόνο δεν υπήρχε:

να δουλέψει η Ξένια δωρεάν ως προσωπικό εξυπηρέτησης.

Το βράδυ της Παρασκευής έφυγαν για το εξοχικό.

Ο Αύγουστος πλησίαζε στο τέλος του. Το βράδυ η θερμοκρασία έπεφτε και ανάμεσα στα δέντρα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται όλο και περισσότερα κίτρινα φύλλα.

Η Ξένια σκεφτόταν πως το Σάββατο θα διάβαζε επιτέλους το βιβλίο της.

Ίσως να περπατούσε μέχρι τη λίμνη.

Ίσως να περνούσε ολόκληρο το πρωινό καθισμένη στη βεράντα.

Όταν έφτασαν, όμως, δεν πέρασε ούτε μία ώρα και εμφανίστηκε και η Ζόγια Μιχαΐλοβνα.

Δεν ήταν μόνη.

Ένας άντρας τη βοηθούσε να ξεφορτώσει τέσσερις τεράστιες σακούλες και δύο ακόμη μεγαλύτερα δέματα.

– Λοιπόν! – δήλωσε ικανοποιημένη η πεθερά της. – Τώρα σίγουρα έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε!

Η Ξένια κοίταξε τις σακούλες.

– Για τι;

– Για αύριο.

Η Ζόγια άνοιξε ήδη την πρώτη τσάντα.

Κρέας.

Λαχανικά.

Τυρί.

Αλλαντικά.

Λάδι.

Κρέμα γάλακτος.

Μπαχαρικά.

Πατάτες.

Τα πάντα.

Μόνο ένα πράγμα έλειπε.

Η εξήγηση για το ποιος θα τα μαγείρευε.

Η Ξένια κοίταξε αργά τον Βλαντισλάβ.

– Μιλήσατε;

– Ναι.

– Και;

– Τα συζητήσαμε όλα.

Η Ζόγια σήκωσε τα φρύδια.

– Τι έγινε;

Η Ξένια μίλησε:

– Είπα ότι δεν πρόκειται να μαγειρέψω για είκοσι δύο άτομα.

Η πεθερά της την κοίταξε έκπληκτη.

– Μα αγόρασα ήδη τα υλικά!

– Και;

– Ε, να… είναι εδώ.

– Το βλέπω.

– Τότε ποιο είναι το πρόβλημα;

Η Ξένια την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.

– Το πρόβλημα είναι ότι επειδή αγόρασες τα υλικά, το κρέας δεν θα αρχίσει ξαφνικά να μαγειρεύεται μόνο του.

Η Ζόγια κοίταξε τον Βλαντ.

– Μα μου είπες ότι η Ξένια απλώς δεν ήθελε να κάνει τα ψώνια.

Ο Βλαντ χλόμιασε.

– Εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο.

– Τότε μάλλον σε κατάλαβα λάθος.

Το είπε τόσο ανάλαφρα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Εκείνη τη στιγμή η Ξένια κατάλαβε.

Κανείς δεν περίμενε πραγματικά ότι θα έλεγε όχι.

Η Ζόγια περίμενε πως αργά ή γρήγορα η νύφη της θα υποχωρούσε.

Ο Βλαντ περίμενε πως η μητέρα και η σύζυγός του κάπως θα «τα έβρισκαν».

Και τελικά όλοι βασίζονταν στο ίδιο πράγμα: όταν η Ξένια θα έβλεπε τον σωρό από κρέατα και τους είκοσι δύο καλεσμένους, θα ενεργοποιούνταν μέσα της η αίσθηση του καθήκοντος.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν ενεργοποιήθηκε.

– Αύριο τι ώρα θα έρθεις να μαγειρέψεις; – ρώτησε η Ζόγια.

– Εγώ; – επανέλαβε η Ξένια.

– Ναι, εσύ.

– Εσείς το οργανώσατε.

– Το πρωί δεν μπορώ. Θα είμαι στο κομμωτήριο.

Η Ξένια ανοιγόκλεισε τα μάτια.

– Στο κομμωτήριο;

– Ναι. Μετά θα πάω να πάρω την Ταμάρα. Το αυτοκίνητό της είναι στο συνεργείο.

– Τι ώρα θα έρθει;

– Γύρω στις τρεις.

Η Ξένια κοίταξε το ρολόι.

– Οι καλεσμένοι έρχονται στις τέσσερις.

– Ναι.

– Και πότε θα είναι έτοιμο το φαγητό;

Η Ζόγια χαμογέλασε.

– Ε, εσύ θα είσαι εδώ.

Η σιωπή απλώθηκε στην κουζίνα.

Η Ξένια χαμογέλασε αργά.

– Τώρα κατάλαβα τα πάντα.

Η Ζόγια προσβλήθηκε.

– Γιατί πρέπει να μιλάς έτσι;

– Δεν μιλάω με κανέναν τρόπο. Απλώς τώρα το σχέδιο έγινε ξεκάθαρο.

– Ποιο σχέδιο;

– Εσείς θα έρθετε στις τρεις, όμορφα ντυμένη. Στις τέσσερις θα έρθουν είκοσι δύο καλεσμένοι. Κι εγώ μέχρι τότε θα έχω ετοιμάσει τα πάντα.

– Θα βοηθήσω κι εγώ!

– Για μία ώρα;

– Μπορείς να κάνεις κάποια πράγματα από πριν.

– Ακριβώς.

– Εσύ είσαι τόσο ικανή. Για σένα αυτά γίνονται γρήγορα.

Η Ξένια γέλασε.

– Όχι.

– Τι;

– Δεν θα το κάνω.

Η πεθερά της κοίταξε τον Βλαντ.

Ο Βλαντ κατάλαβε επιτέλους πως αυτή τη φορά δεν μπορούσε να ξεφύγει με ένα αδιάφορο ανασήκωμα των ώμων.

– Μαμά, της είπα ότι δεν θα το αναλάβει.

– Τότε θα την πείσεις.

Η Ξένια κοίταξε τον Βλαντ.

Ο άντρας δεν μπορούσε να συναντήσει το βλέμμα της.

Εκείνο το βράδυ η Ξένια δεν συνέχισε τη διαφωνία.

Είπε μόνο:

– Καληνύχτα.

Το επόμενο πρωί ξύπνησε στις επτά και είκοσι.

Ο Βλαντ κοιμόταν ήρεμα δίπλα της.

Το ξυπνητήρι των έξι, φυσικά, δεν είχε ακουστεί πουθενά.

Η Ξένια σηκώθηκε, κατέβηκε στην κουζίνα και έβαλε την καφετιέρα σε λειτουργία.

Τότε της ήρθε μια ιδέα.

Πήρε το κινητό της.

Άνοιξε την ιστοσελίδα ενός ξενοδοχείου μέσα στο δάσος, σε κοντινή απόσταση.

Υπήρχε διαθέσιμο δωμάτιο.

Για δύο νύχτες.

Το έκλεισε.

Το πλήρωσε.

Και μετά έφαγε ήρεμα το πρωινό της.

Γύρω στις εννιά εμφανίστηκε επιτέλους ο Βλαντ.

– Εσύ είσαι ήδη ξύπνια;

– Εδώ και ώρα.

Ο άντρας είδε το πρωινό της.

– Μου έφτιαξες κι εμένα;

Η Ξένια σήκωσε το βλέμμα.

– Τα αυγά είναι στο ψυγείο.

Ο Βλαντ σταμάτησε.

– Είσαι πραγματικά θυμωμένη;

– Όχι.

– Τότε γιατί φέρεσαι έτσι;

– Πώς φέρομαι;

Η Ξένια πήγε στο υπνοδωμάτιο.

Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε κρατώντας μια μικρή βαλίτσα.

Ο Βλαντ κοίταξε τη βαλίτσα.

– Πού πας;

– Να ξεκουραστώ.

– Τώρα;

– Ναι.

– Και οι καλεσμένοι;

– Είναι δικοί σας καλεσμένοι.

– Ξένια, μην το κάνεις αυτό.

– Τι;

– Ξέρεις.

Η Ξένια έκλεισε τη βαλίτσα.

– Εγώ σας είχα προειδοποιήσει.

– Μα τώρα όλοι έρχονται!

– Τότε θα είναι αρκετοί για να βοηθήσουν.

Ο Βλαντ πλησίασε.

– Τουλάχιστον μείνε!

Η Ξένια τον κοίταξε.

– Εντάξει. Τότε πες μου τι σημαίνει για σένα το «θα το κάνουμε μαζί».

– Ε, θα μαγειρέψουμε μαζί.

– Ξέρεις να μαγειρεύεις για είκοσι δύο άτομα;

– Όχι.

– Ούτε εγώ θέλω να μάθω.

Ο άντρας σώπασε.

Η Ξένια φόρεσε το παλτό της.

– Καλή σας όρεξη.

– Ξένια!

– Ναι;

– Θα γίνει σκάνδαλο.

– Μόνο αν το κάνετε εσείς σκάνδαλο.

Και έφυγε.

Μέχρι το μεσημέρι, όλοι στο εξοχικό γνώριζαν πως η Ξένια δεν ήταν εκεί.

Και όλο και περισσότεροι άρχισαν να καταλαβαίνουν τι σήμαινε αυτό.

Ο Βλαντ προσπάθησε πρώτα να ετοιμάσει το κρέας.

Ύστερα συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε πόσα μπαχαρικά χρειάζονταν για είκοσι δύο άτομα.

Η Ζόγια προσπαθούσε meanwhile να ετοιμάσει τις σαλάτες.

Η Ταμάρα, μισή ώρα αργότερα, σχολίασε:

– Εγώ νόμιζα ότι η Ξένια είχε ετοιμάσει τα πάντα.

Ο Βλαντ απλώς την κοίταξε.

– Όχι.

Στις δύο το μεσημέρι έφτασαν οι πρώτοι συγγενείς.

Ύστερα άλλοι τέσσερις.

Και μετά κι άλλοι.

Και τότε συνέβη κάτι παράξενο.

Κανείς δεν πέθανε από την πείνα.

Μια από τις θείες φόρεσε αμίλητη την ποδιά και άρχισε να κόβει λαχανικά.

Ένας ξάδερφος πήγε στη σχάρα.

Κάποιος πήρε τα παιδιά και βγήκε μαζί τους στην αυλή.

Κάποιος άλλος έστρωσε το τραπέζι.

Η ιδέα «η Ξένια θα τα κάνει όλα» μετατράπηκε απλώς σε μια οικογενειακή συνεργασία.

Μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα, το φαγητό ήταν πράγματι έτοιμο.

Όχι τέλεια.

Όχι όπως θα το έφτιαχνε η Ξένια.

Αλλά ήταν έτοιμο.

Την ίδια ώρα, η Ξένια καθόταν στη βεράντα ενός ξενοδοχείου μέσα στο δάσος.

Έπινε καφέ.

Για αρκετή ώρα δεν έβγαλε καν το κινητό της από την τσάντα.

Όταν τελικά το άνοιξε, είχε δύο μηνύματα.

«Πού είναι ο μεγάλος τρίφτης;»

Η Ξένια χαμογέλασε.

«Στο κάτω συρτάρι.»

Μισή ώρα αργότερα ήρθε άλλο μήνυμα.

«Πώς ανοίγει ο φούρνος στην πάνω αντίσταση;»

Η Ξένια έστειλε φωτογραφία από τις οδηγίες χρήσης.

Το επόμενο μήνυμα ήταν σύντομο:

«Τώρα κατάλαβα.»

Η Ξένια δεν απάντησε.

Δεν χρειαζόταν.

Γύρω στις εννιά το βράδυ, ο Βλαντ την πήρε τηλέφωνο.

– Γεια.

– Γεια.

– Όλα καλά;

– Από τη δική μου πλευρά, ναι.

– Κι από τη δική μας.

– Ωραία.

Ο άντρας αναστέναξε κουρασμένα.

– Τώρα καθαρίζω.

– Έχει πολλή δουλειά;

– Εδώ και δύο ώρες.

Η Ξένια χαμογέλασε.

– Λυπάμαι.

– Ξέρεις κάτι;

– Τι;

– Σήμερα κατάλαβα ότι είκοσι δύο άνθρωποι δεν είναι «απλώς είκοσι δύο άνθρωποι».

Η Ξένια γέλασε.

– Χαίρομαι που το ακούω.

– Δεν κάθισα ούτε πέντε ώρες.

– Χρήσιμη εμπειρία.

– Η μαμά είχε εξαντληθεί εντελώς μέχρι τις τέσσερις.

– Τόσο γρήγορα;

– Και μετά ακόμα κι εκείνη είπε ότι στο εξής δεν πρέπει να καλούμε κανέναν εδώ χωρίς να το ξέρεις.

Η Ξένια σώπασε.

Η φωνή του Βλαντ έγινε πιο σοβαρή.

– Είχες δίκιο.

– Το ξέρω.

– Πραγματικά πίστευα ότι δεν ήταν και τόσο μεγάλη υπόθεση.

– Τώρα το ξέρεις.

– Ναι.

Το επόμενο βράδυ η Ξένια επέστρεψε στο σπίτι.

Το σπίτι ήταν εκπληκτικά τακτοποιημένο.

Η κουζίνα καθαρή.

Τα σκουπίδια πεταμένα.

Τα φαγητά που είχαν περισσέψει, τακτοποιημένα σε δοχεία.

Η ψησταριά καθαρισμένη.

Ο Βλαντ καθόταν στη βεράντα.

– Ξεκουράστηκες;

– Πολύ.

– Φαίνεται.

Η Ξένια μπήκε στην κουζίνα και έβγαλε από το ντουλάπι τα καλά της ποτήρια, που τα φύλαγε σαν θησαυρό.

Ο Βλαντ την παρακολουθούσε.

– Η μαμά ρώτησε γιατί έχεις κλειδωμένα τα καλά πιάτα.

– Και τι της είπες;

– Ότι ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις της ζωής σου.

Η Ξένια γέλασε.

– Επιτέλους συμφωνούμε σε κάτι.

Ο Βλαντ σηκώθηκε.

– Έλα.

Βγήκαν στην αυλή.

Δύο τεράστιες σακούλες σκουπιδιών ήταν δίπλα στην πύλη.

Ο Βλαντ τις έδειξε.

– Αυτές είναι μόνο οι μισές.

– Οι άλλες;

– Τις πήρε ο θείος Σάντορ.

– Άξιος άνθρωπος.

– Πολύ.

Ο Βλαντ χαμογέλασε.

– Και ξέρεις ποιος έψησε τελικά το κρέας;

– Ποιος;

– Ο Όλεγκ.

– Γιατί;

– Επειδή εγώ παραλίγο να το κάψω.

Η Ξένια τον κοίταξε.

– Δηλαδή οι καλεσμένοι έσωσαν μόνοι τους το πάρτι τους.

– Κατά κάποιον τρόπο.

– Ωραία.

– Όμως έμαθα κάτι.

– Τι;

Ο Βλαντ την κοίταξε σοβαρά.

– Αν ποτέ θελήσω να καλέσω είκοσι δύο ανθρώπους, πρώτα θα ρωτήσω τη γυναίκα μου.

– Σοφή απόφαση.

Μια εβδομάδα αργότερα, η Ζόγια Μιχαΐλοβνα τους επισκέφθηκε.

Για αρκετή ώρα απέφευγε το θέμα.

Μίλησε για τον καιρό.

Για τον γείτονα.

Για την οικογένεια της Ταμάρα.

Ύστερα τελικά το είπε:

– Η Ταμάρα ανέφερε ότι τον Σεπτέμβριο θα μπορούσαμε να ξαναμαζευτούμε κάπου.

Ο Βλαντ απάντησε ήρεμα:

– Θα μπορούσαμε.

– Ίσως στο σπίτι σας.

Σιωπή.

Η Ζόγια πρόσθεσε γρήγορα:

– Φυσικά, μόνο αν συμφωνεί και η Ξένια.

Η Ξένια την κοίταξε.

– Να το συζητήσουμε από πριν.

– Φυσικά.

– Και πόσοι θα είστε;

Η Ζόγια χαμογέλασε κάπως αμήχανα.

– Ίσως… οκτώ.

Η Ξένια έγνεψε.

– Οκτώ άτομα είναι εντάξει.

Η Ζόγια φάνηκε εμφανώς ανακουφισμένη.

– Και ο καθένας θα φέρει κάτι.

– Έτσι είναι ακόμα καλύτερα.

Η γυναίκα ήπιε τον καφέ της.

Το θέμα έκλεισε.

Δεν υπήρξαν προσβολές.

Δεν έγινε σκηνή.

Απλώς δημιουργήθηκε ένας καινούργιος κανόνας.

Πρώτα ρωτάμε. Μετά καλούμε.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου, η Ξένια και ο Βλαντ έφτασαν στο σπίτι μόνοι τους.

Τα φύλλα είχαν ήδη κιτρινίσει και στροβιλίζονταν στην αυλή.

Ο αέρας ήταν κρύος, γι’ αυτό ο Βλαντ άναψε τη σχάρα.

Η Ξένια πήρε δύο πιάτα και τα πήγε στη βεράντα.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο του Βλαντ.

– Η μαμά.

Το σήκωσε.

– Γεια.

Η φωνή της Ζόγια ακούστηκε από την άλλη άκρη.

– Είστε τώρα στο εξοχικό;

– Ναι.

– Ήθελα απλώς να ρωτήσω… μπορούμε να έρθουμε το επόμενο Σαββατοκύριακο με την Ταμάρα και τους δικούς της; Θα είμαστε τέσσερις. Αλλά μόνο αν δεν έχει αντίρρηση η Ξένια.

Ο Βλαντ κοίταξε τη γυναίκα του.

Η Ξένια ανασήκωσε τους ώμους.

Ο άντρας χαμογέλασε.

– Λέει ότι μπορείτε να έρθετε.

Από την άλλη άκρη η Ζόγια πρόσθεσε γρήγορα:

– Τότε εγώ θα φέρω τα πάντα έτοιμα.

Ο Βλαντ κάλυψε το μικρόφωνο με το χέρι του.

– Το άκουσες αυτό;

Η Ξένια χαμογέλασε.

– Το άκουσα.

– Χρειάστηκαν είκοσι δύο καλεσμένοι.

Η Ξένια γέλασε.

– Όχι. Χρειάστηκαν είκοσι δύο καλεσμένοι για να μάθουν επιτέλους όλοι πού βρίσκεται το όριο.

Ο Βλαντ ξαναέβαλε το τηλέφωνο στο αυτί του.

– Εντάξει, μαμά. Το επόμενο Σάββατο.

Η κλήση τελείωσε.

Η Ξένια πήρε τα μαχαιροπίρουνα.

Ο άντρας της την κοίταξε.

– Ξέρεις ποιο είναι το καλύτερο;

– Ποιο;

– Από τότε δεν έχω ξαναδεί λίστα στο ψυγείο.

Η Ξένια χαμογέλασε.

– Τότε επιτέλους έμαθαν.

Και αυτή τη φορά, στο ψυγείο πραγματικά δεν υπήρχε καμία λίστα.

Visited 412 times, 382 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο