Ο άντρας μου είπε στα παιδιά ότι δεν υπάρχουν χρήματα. Στη μητέρα του είπα το ίδιο

Ενδιαφέρων

– Δεν έχω χρήματα για κανένα Καζάν. Ούτε για την κατασκήνωση. Το θέμα έκλεισε.

Ο Σεργκέι έσπρωξε τόσο απότομα το πιάτο με το φαγόπυρο μπροστά του, που το πιρούνι γλίστρησε πάνω στο τραπεζομάντιλο.

Η Βίκα πάγωσε κρατώντας το χαρτί στα χέρια της.

Στο φύλλο, η υπεύθυνη καθηγήτρια είχε γράψει με προσεκτικό γραφικό χαρακτήρα όλες τις λεπτομέρειες της εκδρομής του Μαΐου: λεωφορείο, ξενοδοχείο, περιήγηση στην πόλη, επίσκεψη στο Κρεμλίνο του Καζάν, συνολικά τριάντα τέσσερις χιλιάδες ρούβλια.

Η προθεσμία πληρωμής ήταν στις δεκαπέντε Απριλίου.

Ο Ντάνια, που είχε κλείσει τα δέκα του μόλις έναν μήνα νωρίτερα, κατάλαβε αμέσως πως ήταν καλύτερα να μην αναφέρει ούτε λέξη για την ποδοσφαιρική κατασκήνωση.

Κατέβασε το κεφάλι και άρχισε να βγάζει τα κομμάτια κρεμμυδιού από το πιάτο του.

– Σεριόζα, περίμενε λίγο – ακούμπησα την παλάμη μου πάνω στο χαρτί. – Μην αποφασίζουμε έτσι. Ας τα υπολογίσουμε όλα. Είπες ότι τον Μάρτιο θα πάρεις το τριμηνιαίο μπόνους.

– Δεν μου το έδωσαν. Το έκοψαν από όλους. – Σηκώθηκε, άνοιξε το ψυγείο, κοίταξε μέσα για μερικά δευτερόλεπτα και μετά το έκλεισε με άδεια χέρια. – Έχουμε δάνειο για το αυτοκίνητο, σύντομα πρέπει να αγοράσουμε καινούργια λάστιχα, έχουμε και τους λογαριασμούς. Τι να κάνω; Να τυπώσω χρήματα;

– Έχω είκοσι μία χιλιάδες ρούβλια στην κάρτα μου – είπα. – Τα είχα βάλει στην άκρη.

– Αυτά είναι για το ψαλίδι σου.

Έξι μήνες μάζευα αυτά τα χρήματα.

Ήθελα να αγοράσω ένα ιαπωνικό ψαλίδι αραίωσης μαλλιών, από εκείνα που στο κομμωτήριο όλες οι κομμώτριες κοιτούσαν με ζήλια.

Το παλιό μου ψαλίδι δεν έκοβε πια τα μαλλιά, αλλά τα τραβούσε, και κάθε πελάτισσα με λεπτή τρίχα ήταν πραγματικό μαρτύριο.

– Το ψαλίδι μπορεί να περιμένει. Ας γίνει έτσι: εγώ θα δώσω είκοσι μία χιλιάδες, εσύ θα βάλεις άλλες δεκατρείς και η Βίκα θα πάει. Και την κατασκήνωση θα την τακτοποιήσουμε μέχρι τον Μάιο.

– Οξάνα, στο είπα ξεκάθαρα. – Ο Σεργκέι δεν ύψωσε τη φωνή του και ακριβώς γι’ αυτό ήταν ακόμη χειρότερα. – Δεν υπάρχουν χρήματα. Η Βίκα θα πάει του χρόνου. Δεν θα πάθει τίποτα.

Η Βίκα δίπλωσε αργά το χαρτί, το δίπλωσε στα τέσσερα και το έβαλε στην τσέπη του παντελονιού της πιτζάμας της.

Ύστερα σηκώθηκε και έφυγε.

Δεν χτύπησε την πόρτα.

Δεν έκλαψε.

Απλώς έφυγε.

– Καταλαβαίνεις τώρα τι έκανες; – τον ρώτησα.

– Καταλαβαίνω ότι έχω μια οικογένεια που νομίζει πως είμαι μηχανή παραγωγής χρημάτων. – Πήρε το μπουφάν του από την πλάτη της καρέκλας. – Πάω να μετακινήσω το αυτοκίνητο. Ο γείτονας έβαλε πάλι το τρέιλερ του εκεί.

Έμεινα στην κουζίνα με τον Ντάνια και τα μισοάδεια πιάτα.

Ο γιος μου σήκωσε το βλέμμα του προς εμένα.

– Μαμά, και η ποδοσφαιρική κατασκήνωση θα γίνει του χρόνου;

– Για την κατασκήνωση θα μιλήσω ακόμα με τον μπαμπά – απάντησα.

Και ήδη από τότε άκουγα στη δική μου φωνή πόσο αβέβαιη ακουγόταν.

Εκείνο το βράδυ χτύπησα την πόρτα του δωματίου της Βίκας.

Ήταν ξαπλωμένη εγκάρσια στο κρεβάτι, κοιτούσε το κινητό της και φορούσε λευκά ασύρματα ακουστικά.

Τα είχε πάρει τα περασμένα Χριστούγεννα και τα πρόσεχε σαν να ήταν το πρώτο πραγματικά ενήλικο πράγμα που είχε αποκτήσει.

– Μπορώ να μπω;

– Μμμ. – Έβγαλε το ένα ακουστικό. – Μαμά, μόνο μην αρχίσεις λέγοντας ότι ο μπαμπάς είναι κουρασμένος.

– Δεν θα το κάνω. Θέλω να τηλεφωνήσω στην Άννα Βικτόροβνα και να ρωτήσω αν γίνεται να πληρώσουμε σε δόσεις. Τα μισά τώρα και τα υπόλοιπα μετά τις γιορτές.

– Δεν γίνεται. Το λεωφορείο και το ξενοδοχείο κλείνονται προκαταβολικά. Το είπε τρεις φορές στη συγκέντρωση γονέων.

Η Βίκα ανακάθισε και τράβηξε τα γόνατά της στο στήθος.

– Μαμά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι; Μόνο μη θυμώσεις.

– Ρώτα.

– Την Πέμπτη ο μπαμπάς με πήγε στο σχολείο. Άνοιξα το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου για ένα χαρτομάντιλο και είδα μέσα ένα κουτί.

Σταμάτησε για μια στιγμή.

– Ήταν από σκούρο κόκκινο βελούδο, με χρυσά γράμματα. Το όνομα κάποιου κοσμηματοπωλείου. Είναι για τη γιαγιά για τα εβδομηκοστά γενέθλιά της, έτσι δεν είναι;

Δεν απάντησα αμέσως.

Στις τέσσερις Απριλίου η Νίνα Παβλόβνα θα έκλεινε τα εβδομήντα.

Σχεδιάζαμε να το γιορτάσουμε σε στενό οικογενειακό κύκλο.

Εμείς, η αδελφή της, η θεία Λιούμπα από το Κολτσούγκινο και η Ράισα, η γειτόνισσα από τον πρώτο όροφο.

Κι εγώ είχα ήδη υποσχεθεί στην πεθερά μου ότι το πρωί θα πήγαινα να της φτιάξω τα μαλλιά.

– Υποθέτω ότι είναι για τη γιαγιά – είπα τελικά. – Ίσως να μην είναι και τόσο ακριβό. Μια αλυσίδα. Ή μια καρφίτσα.

Η Βίκα με κοίταξε.

– Σε τέτοιο κουτί δεν υπάρχει καρφίτσα.

Το βλέμμα της ήταν ευθύ και πεισματάρικο, ακριβώς όπως του πατέρα της.

– Μαμά, δεν ζηλεύω. Πραγματικά δεν ζηλεύω. Ας είναι δώρο για τη γιαγιά. Είναι εβδομήντα. Απλώς… τότε γιατί ο μπαμπάς λέει ότι δεν έχουμε καθόλου χρήματα;

Της ίσιωσα την κουβέρτα, παρόλο που δεν υπήρχε κανένας λόγος.

– Θα ρωτήσω τον μπαμπά.

– Όχι! – πετάχτηκε αμέσως. – Θα καταλάβει ότι το είπα εγώ.

Παρόλα αυτά, τον ρώτησα εκείνο το ίδιο βράδυ.

Ο Σεργκέι είχε ήδη ξαπλώσει και το δωμάτιο ήταν σκοτεινό.

– Τι έχεις στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου;

Για αρκετή ώρα δεν απάντησε.

Ύστερα γύρισε προς τον τοίχο.

– Είναι για τη μαμά. Για τα γενέθλιά της. Οξάνα, σε παρακαλώ, μην το κάνουμε καβγά.

– Πόσο κόστισε;

– Κοιμήσου.

Δεν κατάφερα να κοιμηθώ μέχρι τις δύο τα ξημερώματα.

Ξάπλωνα στο σκοτάδι και προσπαθούσα να υπολογίσω κάτι για το οποίο δεν γνώριζα τίποτα.

Δεν ήξερα την τιμή.

Δεν ήξερα πού το αγόρασε.

Και δεν ήξερα από πού βρήκε χρήματα ένας άνθρωπος που λίγες ώρες νωρίτερα έλεγε πως δεν είχαμε ούτε ένα ρούβλι.

Το πρωί της τέταρτης Απριλίου στεκόμουν στην κουζίνα της πεθεράς μου κρατώντας πιστολάκι και στρογγυλή βούρτσα.

Η Νίνα Παβλόβνα καθόταν σε μια καρέκλα, με ένα παλιό σεντόνι στους ώμους, και μου έδινε οδηγίες σαν να ήταν τουλάχιστον ιδιοκτήτρια κομμωτηρίου.

– Πίσω να είναι πιο ψηλά. Ακριβώς όπως στον γάμο της εγγονής της Λιούσκα. Και περισσότερη λακ! Θα κάθομαι όλη μέρα.

Στα εβδομήντα της είχε ακόμη πυκνά, σταχτιά μαλλιά.

Προχωρούσα τούφα την τούφα και σκεφτόμουν πως όλα αυτά τα χρόνια δεν της είχα ζητήσει ούτε μία φορά χρήματα για τα μαλλιά της.

Όχι επειδή ήμουν αγία.

Απλώς δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό.

Στις δύο το μεσημέρι είχαν έρθει όλοι.

Η θεία Λιούμπα έφερε ένα βάζο με τουρσί μανιτάρια και μια μπλούζα τυλιγμένη σε χαρτί.

Η Ράισα έβαλε μια τούρτα στο τραπέζι και αμέσως δήλωσε ότι ήταν αγοραστή, για να μην της ζητήσει κανείς τη συνταγή.

Ανοίξαμε το τραπέζι στην κουζίνα, δίπλα στο παράθυρο.

Ο Σεργκέι περίμενε μέχρι να γεμίσει το πρώτο ποτήρι όλων.

Ύστερα σηκώθηκε.

Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του το ίδιο σκούρο κόκκινο κουτί.

– Μαμά. Θυμάσαι το 1997;

Η Νίνα Παβλόβνα το άνοιξε.

Ύστερα έφερε το χέρι στο στόμα της.

Μέσα στο κουτί βρισκόταν ένα ζευγάρι βαριά χρυσά σκουλαρίκια με σκούρες μπορντό γρανάτες.

Ήταν από εκείνα που βλέπει κανείς σε παλιές οικογενειακές φωτογραφίες: όλοι στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο, κοιτάζουν σοβαρά την κάμερα και πίσω τους βρίσκεται το πολιτιστικό κέντρο.

– Σεριόζενκα… – ψιθύρισε η μητέρα του και άρχισε να κλαίει. – Είναι ακριβώς σαν αυτά που είχε η μητέρα μου.

Ύστερα διηγήθηκε την ιστορία σε όλους.

Ότι το 1997 ο Σεργκέι ήταν δεκαέξι ετών.

Ότι είχε αποτύχει σε ένα δοκιμαστικό διαγώνισμα μαθηματικών και χρειαζόταν ιδιαίτερα μαθήματα για να καταφέρει να μπει σε τεχνική σχολή χωρίς δίδακτρα.

Ότι τότε δεν είχαν χρήματα.

Ο άντρας της είχε πεθάνει ήδη εδώ και δέκα χρόνια.

Γι’ αυτό πήγε στο ενεχυροδανειστήριο το μοναδικό πραγματικά πολύτιμο πράγμα που της είχε απομείνει από τη μητέρα της.

Τα σκουλαρίκια με τις γρανάτες.

– Εκατόν εξήντα χιλιάδες! – είπε με δάκρυα στα μάτια. – Όταν μου το είπε, παραλίγο να πέσω από την καρέκλα. Λιούμπα, σκέψου το. Εκατόν εξήντα χιλιάδες!

Η θεία Λιούμπα σφύριξε έκπληκτη.

Η Ράισα είπε μόνο:

– Να ένας γιος.

Κοίταξα τη Βίκα.

Το κορίτσι καθόταν δίπλα στο ψυγείο και γύριζε αργά το πιρούνι ανάμεσα στα δάχτυλά της.

Η πεθερά μου πρόσεξε το βλέμμα της.

Αλλά το κατάλαβε εντελώς διαφορετικά.

– Βίκα, γιατί κατσούφιασες; – τη ρώτησε γλυκά. – Ο μπαμπάς είπε ότι στενοχωρήθηκες για την εκδρομή στο Καζάν.

Ύστερα χαμογέλασε.

– Του χρόνου θα πας στο Καζάν. Η γιαγιά όμως γίνεται εβδομήντα μόνο μία φορά.

Μερικοί γύρω από το τραπέζι γέλασαν.

Η Βίκα άφησε το πιρούνι.

Σηκώθηκε.

Βγήκε στον διάδρομο.

Ένα δευτερόλεπτο αργότερα έκλεισε με δύναμη η εξώπορτα.

Τη βρήκα στο κλιμακοστάσιο.

Καθόταν στο περβάζι ανάμεσα στον τρίτο και τον τέταρτο όροφο, ξυπόλυτη.

Κρατούσε τα παπούτσια της στα χέρια, σαν να μην είχε ακόμη αποφασίσει αν θα επέστρεφε ή αν θα πήγαινε σπίτι.

– Μαμά, δεν έχω πρόβλημα με τα σκουλαρίκια – είπε χωρίς να με κοιτάξει. – Πραγματικά δεν τα ζηλεύω.

– Το ξέρω.

– Ο μπαμπάς τα είπε όλα στη γιαγιά για το Καζάν. Καταλαβαίνεις; Κάθονταν και μιλούσαν για το ότι εγώ προσβλήθηκα.

Από πάνω ακούστηκε μια πόρτα να τρίζει.

Ο Σεργκέι εμφανίστηκε στη στροφή της σκάλας.

Η Βίκα σηκώθηκε αμέσως, φόρεσε τα παπούτσια της, αλλά δεν έδεσε τα κορδόνια της.

– Θα πάω σπίτι – είπε πάνω από τον ώμο της. – Με τα πόδια. Είκοσι λεπτά.

Ύστερα χάθηκε κατεβαίνοντας τις σκάλες.

Μείναμε οι δυο μας.

– Είπες στα παιδιά ότι δεν έχουμε χρήματα – είπα.

– Οξάνα…

– Είπες ότι δεν έχουμε χρήματα. Πριν από μία εβδομάδα. Και σήμερα η μαμά σου φοράει στα αυτιά της εκατόν εξήντα χιλιάδες ρούβλια.

Ο Σεργκέι έτριψε τη ράχη της μύτης του.

Δεν με κοίταξε, αλλά κοιτούσε τις στέγες των γκαράζ έξω από το παράθυρο.

– Δεν ξέρεις πώς ήταν – είπε χαμηλά. – Γύρισα από το σχολείο και τα αυτιά της ήταν άδεια. Φαινόντουσαν οι τρύπες. Μου είπε ότι τα είχε χάσει. Την επόμενη μέρα όμως βρήκα την απόδειξη του ενεχυροδανειστηρίου.

Σταμάτησε.

– Ήμουν δεκαέξι. Και τότε υποσχέθηκα κάτι στον εαυτό μου.

Η φωνή του έσπασε.

– Έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια, Οξάνα. Είναι εβδομήντα. Πόσες ευκαιρίες μου έχουν απομείνει ακόμη;

Ένιωσα τον λαιμό μου να σφίγγεται.

Άρχισα να τον λυπάμαι.

Έβλεπα μπροστά μου το δεκαεξάχρονο αγόρι με την απόδειξη του ενεχυροδανειστηρίου.

Και έβλεπα και τον άντρα που εδώ και είκοσι χρόνια κουβαλούσε πατάτες στη μητέρα του, επισκεύαζε βρύσες και τακτοποιούσε ό,τι χρειαζόταν.

– Και η Βίκα γίνεται δεκαπέντε μόνο μία φορά – είπα. – Και στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για το Καζάν. Πρόκειται για το ότι της είπες ψέματα.

– Δεν της είπα ψέματα. Πραγματικά δεν υπήρχαν χρήματα για το Καζάν.

– Εντάξει, ας γίνει έτσι. Εγώ θα πληρώσω τα μισά της εκδρομής και εσύ τα άλλα μισά από τον μισθό του Απριλίου. Και τον Μάιο θα μοιραστούμε στη μέση την ποδοσφαιρική κατασκήνωση του Ντάνια. Και από εδώ και πέρα θα συζητάμε μαζί κάθε μεγάλη δαπάνη.

Τον κοίταξα.

– Όλες. Και τα χρήματα που ξοδεύεις για τη μητέρα σου.

Ο Σεργκέι με κοίταξε σαν να του έδινα λογαριασμό.

– Θα δούμε – είπε.

Στα δεκαεπτά χρόνια του γάμου μας, η φράση του Σεργκέι «θα δούμε» δεν είχε σημαίνει ούτε μία φορά «ναι».

Πήρα το πιστολάκι και τη στρογγυλή βούρτσα μου από τον διάδρομο.

Δεν αποχαιρέτησα ούτε τη θεία Λιούμπα.

Το τι σήμαινε πραγματικά εκείνο το «θα δούμε», το έμαθα μία εβδομάδα αργότερα.

Και όχι από τον Σεργκέι.

Το πρωί της Κυριακής ο Σεργκέι έφυγε στις έξι για να δουλέψει στον φούρνο.

Το αυτοκίνητο έμεινε στο σπίτι κι εγώ πήγα τον Ντάνια στο στάδιο Τορπέντο για προπόνηση.

Η προπόνηση κράτησε μιάμιση ώρα.

Εγώ καθόμουν στο αυτοκίνητο με ανοιχτό το παράθυρο, έτρωγα ένα μήλο και κοιτούσα μια ντουζίνα αγόρια με πορτοκαλί φανέλες να τρέχουν στο τεχνητό χορτάρι.

Ο Ντάνια έτρεχε πιο αργά από όλους.

Και ήταν ο πιο χαρούμενος από όλους.

Στο διάλειμμα έτρεξε στο παράθυρο, κατακόκκινος και μούσκεμα στον ιδρώτα.

– Μαμά! Ο Όλεγκ Γιούριεβιτς ρώτησε αν θα πάμε στην κατασκήνωση. Η προκαταβολή είναι δέκα χιλιάδες ρούβλια μέχρι τις είκοσι. Είπα ότι αποφασίζει ο μπαμπάς.

– Εγώ αποφασίζω – απάντησα. – Πήγαινε πίσω.

Το τηλέφωνό μου είχε σχεδόν ξεμείνει από μπαταρία, γι’ αυτό άνοιξα το ντουλαπάκι για να βρω το καλώδιο φόρτισης.

Το καλώδιο ήταν κάτω από ένα πακέτο χαρτομάντιλα.

Από κάτω υπήρχε ένα χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα.

Δεν θα το είχα βγάλει, αν δεν είχα δει το λογότυπο της τράπεζας μέσα από το χαρτί.

Το ξεδίπλωσα.

Ήταν πρόγραμμα αποπληρωμής.

Δανειακή σύμβαση στο όνομα του Σεργκέι.

Εκατόν εξήντα χιλιάδες ρούβλια.

Δεκαοκτώ μήνες.

Εννέα χιλιάδες εκατό ρούβλια τον μήνα.

Η ημερομηνία της σύμβασης: 24 Μαρτίου.

Τρεις ημέρες πριν σπρώξει το πιάτο με το φαγόπυρο μπροστά στη Βίκα και δηλώσει ότι δεν υπήρχαν χρήματα.

Κράτησα το χαρτί μέχρι που ο Ντάνια χτύπησε το παράθυρο.

Η προπόνηση είχε τελειώσει.

Το δίπλωσα και το έβαλα ακριβώς όπως το είχα βρει.

Στον δρόμο για το σπίτι ο Ντάνια μιλούσε για μια καινούργια ντρίμπλα.

Εγώ κουνούσα το κεφάλι.

Αλλά δεν άκουσα ούτε μία λέξη.

Το βράδυ περίμενα μέχρι να κοιμηθούν τα παιδιά.

– Είδα το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου.

Δεν το αρνήθηκε.

Κάθισε απέναντί μου.

– Το είδες. Το μπόνους πράγματι δεν το πήρα. Σε αυτό δεν σου είπα ψέματα.

– Εννέα χιλιάδες εκατό ρούβλια τον μήνα. Για δεκαοκτώ μήνες. Από πού θα τα πληρώνεις;

– Από τα κοινά χρήματα. Είμαστε οικογένεια. Όλα είναι κοινά.

– Κοινά;

Χαμογέλασα πικρά.

– Τότε γιατί δεν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε κοινά χρήματα για το Καζάν, αλλά μπορούσαμε για τα σκουλαρίκια της μαμάς σου;

– Μη διαστρεβλώνεις τα λόγια μου. Το Καζάν είναι διασκέδαση. Αυτό είναι χρέος.

Σηκώθηκε.

– Είναι το χρέος μου απέναντί της. Καταλαβαίνεις;

Έβαλε νερό στον εαυτό του και το ήπιε όρθιος.

– Αν θέλεις να μαλώσεις, μάλωσε. Αλλά εγώ δεν το μετανιώνω καθόλου.

Έβαλε το ποτήρι ανάποδα στον νεροχύτη.

Ακριβώς όπως έκανε πάντα εδώ και δεκαεπτά χρόνια.

Κι εγώ απλώς τον κοιτούσα.

Νόμιζα ότι τα ήξερα όλα για αυτόν τον άντρα.

Ήξερα πώς άφηνε το ποτήρι.

Ήξερα πώς ροχάλιζε.

Ήξερα τι τσάι του άρεσε.

Απλώς δεν ήξερα πού κρατούσε την αλήθεια.

Εκείνο το βράδυ καθόμουν μόνη στην κουζίνα.

Δεν άναψα το φως.

Φώτιζε μόνο το μικρό φωτάκι πάνω από την κουζίνα.

Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι σκεφτόμουν:

Μήπως ο Σεργκέι έχει δίκιο;

Η Νίνα Παβλόβνα πράγματι είχε πάει στο ενεχυροδανειστήριο το μοναδικό πολύτιμο πράγμα που είχε.

Πράγματι τον μεγάλωσε μόνη της.

Όταν γεννήθηκε ο Ντάνια, για τρεις εβδομάδες διέσχιζε ολόκληρη την πόλη για να μας μαγειρεύει σούπα, όσο εγώ αναρρωνύα.

Ίσως ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι μπορεί να αντέξει να χάσει μία εκδρομή.

Ίσως εγώ τα μεγαλοποιώ όλα.

Ίσως πονάει τόσο πολύ μόνο επειδή πρόκειται για τα δικά μου ψαλίδια.

Άνοιξα τη συνομιλία με την υπεύθυνη καθηγήτρια.

Έγραψα:

«Άννα Βικτόροβνα, η Βίκα δεν θα μπορέσει να πάει.»

Το δάχτυλό μου αιωρούνταν πάνω από το κουμπί αποστολής.

Τότε ο Ντάνια μπήκε σέρνοντας τα πόδια του στην κουζίνα.

– Μαμά, ήξερες ότι η Βίκα πουλάει τα ακουστικά της;

Σήκωσα το βλέμμα.

– Τι;

– Και το παλιό της τάμπλετ. Μου τα έδειξε στο Avito. Είπε ότι αν τα πουλήσει, θα έχει τα χρήματα για τα μισά της εκδρομής.

Βρήκα την αγγελία μέσα σε ένα λεπτό.

Λευκά ασύρματα ακουστικά.

«Σχεδόν καινούργια, με κουτί, συζητήσιμη τιμή.»

Στη φωτογραφία φαινόταν το γραφείο της Βίκας, δίπλα του το βιβλίο άλγεβρας και στην άκρη της εικόνας το χέρι της.

Έσβησα το μήνυμα προς την Άννα Βικτόροβνα.

Έβαλα τον Ντάνια για ύπνο.

Και τότε, επιτέλους, έκανα κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ πριν.

Μετέφερα τριάντα τέσσερις χιλιάδες ρούβλια στην υπεύθυνη καθηγήτρια.

Είκοσι μία χιλιάδες από τις οικονομίες που είχα βάλει στην άκρη για το ψαλίδι.

Και δεκατρείς χιλιάδες από τον μισθό μου.

Έστειλα επίσης την προκαταβολή για την ποδοσφαιρική κατασκήνωση του Ντάνια.

Ύστερα άφησα ένα σημείωμα στην πόρτα της Βίκας:

«Κατέβασε την αγγελία. Θα πας.»

Μετά πήρα το καρό τετράδιο του Ντάνια και σε ένα διπλό φύλλο έγραψα τους κανόνες για τον επόμενο μήνα.

Σπίτι και λογαριασμοί – μισά-μισά.

Τρόφιμα – μισά-μισά.

Αυτοκίνητο και δάνειο αυτοκινήτου – όπως μέχρι τώρα, από τον μισθό του Σεργκέι.

Το δάνειο για τα σκουλαρίκια – Σεργκέι.

Όλα τα επιπλέον έξοδα των παιδιών πέρα από τα συνηθισμένα – εγώ.

Έμενε μόνο ένα πράγμα.

Στην εφαρμογή της τράπεζας υπήρχε ένα παλιό πρότυπο:

«Λογαριασμοί Νίνα Παβλόβνα.»

Λίγο πάνω από έξι χιλιάδες ρούβλια τον μήνα.

Τα πλήρωνα εδώ και δύο χρόνια.

Μια φορά ο Σεργκέι ξέχασε να πληρώσει και στην πεθερά μου επιβλήθηκε πρόστιμο.

Από τότε τα πλήρωνα αυτόματα εγώ.

Κοίταξα εκείνο το πρότυπο για πολύ περισσότερη ώρα απ’ όσο είχα κοιτάξει τη δανειακή σύμβαση που βρήκα στο ντουλαπάκι.

Ύστερα πάτησα το κουμπί «Διαγραφή».

Το τηλέφωνο με ρώτησε ευγενικά:

«Είστε σίγουρη ότι θέλετε να το διαγράψετε;»

Ναι.

– Οξάνα, ορίστε, αυτό ήρθε χθες. Πλήρωσέ το όπως πάντα, από το τηλέφωνό σου.

Η Νίνα Παβλόβνα μου έδωσε την απόδειξη όταν μπήκε στο αυτοκίνητο δίπλα μου.

Ήταν 28 Απριλίου.

Έπρεπε να την πάω για φυσικοθεραπεία λόγω του γονάτου της, στις οκτώ το πρωί.

Κι εγώ, όπως πάντα, την πήγα πριν πάω στη δουλειά.

Η πεθερά μου φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο παλτό.

Στα αυτιά της έλαμπαν τα σκουλαρίκια με τις γρανάτες.

Δεν τα είχε βγάλει από τότε.

Δεν πήρα την απόδειξη.

Έβαλα μπροστά τη μηχανή.

– Βάλτε την στην τσάντα σας, Νίνα Παβλόβνα. Δώστε την στον Σεργκέι.

– Στον Σεργκέι; – γέλασε. – Θα τη χάσει. Τον ξέρεις. Και μετά θα μου βάλουν πάλι πρόστιμο.

– Δεν θα τη χάσει. Από αυτόν τον μήνα θα πληρώνει εκείνος το σπίτι σας.

Με κοίταξε.

– Εγώ δεν έχω χρήματα.

Και τότε επανέλαβα ακριβώς αυτό που είχε πει ο Σεργκέι στα παιδιά.

– Δεν υπάρχουν χρήματα.

Η πεθερά μου με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.

– Μα εργάζεσαι.

– Εργάζομαι. Απλώς από εδώ και πέρα όλα τα χρήματά μου θα πηγαίνουν στη Βίκα και στον Ντάνια. Πλήρωσα τη Βίκα για το Καζάν από τα χρήματα που είχα βάλει στην άκρη για το ψαλίδι. Και πλήρωσα την κατασκήνωση του Ντάνια.

Σταματήσαμε στο φανάρι.

– Δεν έχω χρήματα, Νίνα Παβλόβνα. Συμβαίνουν αυτά. Το ίδιο είπε και ο Σεριόζα στα παιδιά στα τέλη Μαρτίου.

Το πρόσωπό της άλλαξε.

– Το κάνεις αυτό επειδή θύμωσες μαζί του. Παίρνεις εκδίκηση από εμένα.

– Όχι. Απλώς δεν θα πληρώνω άλλο.

Πήρα μια ανάσα.

– Εδώ και δύο χρόνια πληρώνω το σπίτι σας και δεν είπα ούτε μία λέξη. Τώρα όμως δεν μπορώ να συνεχίσω να το αναλαμβάνω. Ο Σεριόζα πήρε δάνειο για τα σκουλαρίκια. Πληρώνει εννέα χιλιάδες εκατό ρούβλια τον μήνα για ενάμιση χρόνο.

Η γυναίκα σώπασε εντελώς.

Το χέρι της ανέβηκε αργά προς το αυτί της.

Άγγιξε το σκουλαρίκι, σαν να έλεγχε για πρώτη φορά αν βρισκόταν πραγματικά εκεί.

– Τι δάνειο; – ρώτησε χαμηλόφωνα.

Δεν απάντησα.

– Μου είπε ότι πήρε μπόνους.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα εγώ ντροπή.

Σαν να της είχα πει εγώ ψέματα.

Ενώ δεν το είχα κάνει εγώ.

Μέχρι το ιατρείο πήγαμε σιωπηλές.

Τη βοήθησα να κατέβει από το αυτοκίνητο, τη συνόδευσα μέχρι την γκαρνταρόμπα και μετά την περίμενα στο αυτοκίνητο μέχρι να τελειώσει.

Όταν επέστρεψε, δεν είπε τίποτα.

Άφησε την απόδειξη πάνω στο κάθισμα.

Από τον καθρέφτη είδα πως σταμάτησε μπροστά στην είσοδο.

Έβγαλε τα σκουλαρίκια από τα αυτιά της.

Και τα έκρυψε στην τσέπη του παλτού της.

Ο Σεργκέι γύρισε εκείνο το βράδυ νωρίτερα από το συνηθισμένο.

Ήρθε κατευθείαν στην κουζίνα.

– Γιατί είπες στη μαμά για το δάνειο;

– Επειδή είναι αλήθεια.

– Έκλαψε. Είναι εβδομήντα χρονών, Οξάνα. Την τιμώρησες για κάτι που έκανα εγώ.

Έβαλα μπροστά του την απόδειξη των λογαριασμών.

Δίπλα της έβαλα το φύλλο από το καρό τετράδιο.

Στο κάτω μέρος υπήρχε μια καινούργια γραμμή:

«Σπίτι Νίνα Παβλόβνα – Σεργκέι.»

Το διάβασε για πολλή ώρα.

– Δηλαδή από τώρα θα κρατάμε λογιστικά βιβλία;

Σήκωσε το βλέμμα του προς εμένα.

– Δεν είμαστε πια οικογένεια, αλλά ένας πίνακας;

– Μέχρι τώρα όλα ήταν κοινά μεταξύ μας, Σεριόζα.

Η φωνή μου παρέμεινε ήρεμη.

– Μέχρι τη στιγμή που αποφάσισες μόνος σου για ποιο πράγμα θα ξοδεύεις τα κοινά μας χρήματα.

Έμεινε πολλή ώρα όρθιος μπροστά μου.

Ύστερα είπε σχεδόν ψιθυριστά:

– Εγώ απλώς ήθελα να έχει έστω μία φορά κάτι πραγματικό.

Γύρισε.

Μπήκε στο δωμάτιο.

Έβαλε μερικά πράγματα σε μια τσάντα.

Είπε ότι θα μείνει στη μητέρα του μέχρι να «ηρεμήσω».

Στον διάδρομο έψαχνε πολλή ώρα το άλλο του παπούτσι.

Κι όμως ήταν μπροστά του όλη την ώρα.

Ήξερα ότι περίμενε να τον σταματήσω.

Δεν τον σταμάτησα.

Έχουν περάσει δώδεκα ημέρες από τότε.

Σήμερα είναι 10 Μαΐου.

Η Βίκα επέστρεψε από το Καζάν.

Έχει μαυρίσει.

Έφερε ένα μαγνητάκι για το ψυγείο και ένα κουτί τσακ-τσακ που αγόρασε από το χαρτζιλίκι της.

Το κουτί βρίσκεται εδώ και μέρες πάνω στο έπιπλο του διαδρόμου.

Το προόριζε για τη γιαγιά της.

Τώρα όμως η Βίκα δεν ξέρει αν πρέπει να της το δώσει.

Χθες το βράδυ με ρώτησε:

– Μαμά, μήπως η γιαγιά πραγματικά δεν φταίει σε τίποτα;

Την κοίταξα.

– Αφού δεν ήξερε για το δάνειο.

Δεν ήξερα τι να της απαντήσω.

Ο Ντάνια με ρωτάει κάθε βράδυ πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς.

Κάποτε μάλιστα τον άκουσα από την άλλη πλευρά του τοίχου να κλαίει μέσα στο μαξιλάρι του.

Ο Σεργκέι τηλεφωνεί στα παιδιά.

Σε εμένα δεν μιλάει.

Το ότι τελικά πλήρωσε τους λογαριασμούς του σπιτιού της μητέρας του το έμαθα από τη Ράισα.

Και η θεία Λιούμπα έγραψε στην οικογενειακή ομαδική συνομιλία ότι υπάρχουν κάποιες νύφες που φτάνουν στο σημείο να στέλνουν λογαριασμό ακόμη και στη δική τους γιαγιά.

Οι μισοί συγγενείς έβαλαν καρδούλα κάτω από το μήνυμα.

Τα ιαπωνικά ψαλίδια δεν τα έχω αγοράσει ακόμη.

Δουλεύω με το παλιό μου ψαλίδι.

Εξακολουθεί να τραβάει τις λεπτές τρίχες.

Και κάθε φορά που κάθεται στην καρέκλα μου μια τέτοια πελάτισσα, θυμάμαι τα σκουλαρίκια με τις γρανάτες.

Βρίσκονται κρυμμένα στην τσέπη του ανοιχτόχρωμου παλτού της Νίνα Παβλόβνα.

Κι εγώ από τότε γυρίζω συνεχώς στο μυαλό μου την ίδια ερώτηση:

Άραγε έκανα καλά που επιτέλους είπα πως έχω κι εγώ τα όριά μου;

Και άραγε πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στο να βοηθά κανείς την οικογένειά του και στο να αναλαμβάνει, χωρίς καν να το καταλαβαίνει, τα βάρη των άλλων εις βάρος των δικών του παιδιών;

Visited 107 times, 16 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο