Η Όλγα δεν διέγραψε ποτέ από το τηλέφωνό της τον αριθμό της πρώην πεθεράς της.
Στην αρχή απλώς δεν είχε την καρδιά να το κάνει.
Στο κάτω κάτω, ήταν η γιαγιά του γιου της, του Γεγκόρ.
Μετά πέρασαν τα χρόνια και η Όλγα απλώς ξέχασε ότι ο αριθμός εξακολουθούσε να είναι αποθηκευμένος στο τηλέφωνό της.
Ούτε η ίδια είχε αλλάξει τον αριθμό της όλα αυτά τα χρόνια.
Ήταν συνδεδεμένος με τον τραπεζικό της λογαριασμό, τη δουλειά της και όλες τις επίσημες υποθέσεις της, οπότε αν κάποιος ήθελε πραγματικά να τη βρει, δεν θα ήταν δύσκολο.
Μόνο που επί πέντε ολόκληρα χρόνια κανείς δεν ήθελε να τη βρει.
Γι’ αυτό, όταν το βράδυ της Τετάρτης εμφανίστηκε στην οθόνη το όνομα:
«Ταμάρα Στεπάνοβνα»
η Όλγα απλώς κοίταζε το τηλέφωνο.
Σίγουρα ήταν κάποιο λάθος.
– Σήκωσέ το επιτέλους! Τι κοιτάς; – της είπε η Νίνα Βασίλιεβνα, που είχε πεταχτεί μέχρι εκεί για να φέρει στον εγγονό της τα παπούτσια που χρειαζόταν για τη γυμναστική και τελικά είχε μείνει στην κουζίνα. – Μπορεί να συνέβη κάτι.
Η Όλγα τελικά πάτησε το κουμπί απάντησης.
– Παρακαλώ;
– Όλγα, εγώ είμαι, η Ταμάρα Στεπάνοβνα! – ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής η γνώριμη, ζωηρή φωνή. – Με κατάλαβες;
– Φυσικά και σε κατάλαβα – απάντησε αμήχανα η Όλγα. – Συνέβη κάτι;
– Γιατί σκέφτεσαι αμέσως ότι συνέβη κάτι; – προσβλήθηκε αμέσως η πεθερά της. – Δεν μπορώ πια να σε πάρω απλώς ένα τηλέφωνο;
Απλώς να την πάρει τηλέφωνο, η Ταμάρα Στεπάνοβνα δεν την είχε καλέσει εδώ και πέντε χρόνια.
Ούτε για «κάποιον λόγο».
– Και βέβαια μπορείς – είπε προσεκτικά η Όλγα.
– Την επόμενη εβδομάδα ερχόμαστε στη Σαμάρα – ανακοίνωσε η γυναίκα με πρακτικό ύφος. – Έχουμε ήδη αγοράσει τα εισιτήρια. Φτάνουμε την Πέμπτη το πρωί. Πες μου πού μένετε. Θέλουμε να δούμε τον εγγονό μου.
Η Όλγα έμεινε σιωπηλή.
Δεν ήξερε τι να απαντήσει σε εκείνη τη γυναίκα που πέντε χρόνια νωρίτερα είχε δηλώσει ότι τόσο η ίδια όσο και ο γιος της ήταν νεκροί για εκείνη, και τώρα ζητούσε τη διεύθυνσή τους σαν να είχαν πιει τσάι μαζί μόλις την προηγούμενη εβδομάδα.
—
Η Όλγα μετακόμισε στο Κρασνοντάρ αμέσως μετά το πανεπιστήμιο.
Μια συμφοιτήτριά της την είχε καλέσει να δουλέψει σε μια κατασκευαστική εταιρεία ως λογίστρια.
Της υποσχέθηκε καλό μισθό και της είπε ότι η θάλασσα δεν απείχε ούτε τρεις ώρες.
Η Νίνα Βασίλιεβνα, φυσικά, τότε γκρίνιαζε.
– Οι φυσιολογικοί άνθρωποι από τη Σαμάρα πηγαίνουν στον Νότο μόνο για διακοπές.
Τελικά όμως την άφησε να φύγει.
Ο μισθός πράγματι ήταν καλός.
Τη θάλασσα, όμως, η Όλγα την είδε ίσως τέσσερις φορές μέσα σε εννέα χρόνια.
Απλώς δεν είχε ποτέ χρόνο.
Στην ίδια εταιρεία γνώρισε τον Βαντίμ.
Ασχολούνταν με τις προμήθειες και σχεδόν κάθε δεύτερη μέρα εμφανιζόταν στο λογιστήριο με κάποιο τιμολόγιο ή δελτίο αποστολής.
Δεν άργησαν να ερωτευτούν ο ένας τον άλλον.
Όταν ο Βαντίμ σύστησε την Όλγα στη μητέρα του, η Ταμάρα Στεπάνοβνα αμέσως παρουσιάστηκε ως εξαιρετικά γενναιόδωρη γυναίκα.
– Γιατί να πληρώνετε ενοίκιο; – ρώτησε. – Έχω μεγάλο σπίτι στην Πασκόβκα. Χωράτε μια χαρά. Μείνετε εκεί για λίγο, μαζέψτε χρήματα για το δικό σας σπίτι κι εγώ θα σας βοηθήσω όσο μπορώ.
Τότε η Όλγα πραγματικά θεώρησε ότι ήταν καλή πρόταση.
Νοίκιαζε ένα μικρό διαμέρισμα ενός δωματίου στη συνοικία Γιντροστρόι και σχεδόν ο μισός μισθός της πήγαινε στο ενοίκιο.
Αντί γι’ αυτό, τώρα είχε μπροστά της ένα μεγάλο σπίτι, ένα δικό της δωμάτιο, αυλή, κήπο και μια μέλλουσα πεθερά που την περίμενε στην πόρτα και την αποκαλούσε συνεχώς «κοριτσάκι μου».
Το «κοριτσάκι μου» εξαφανίστηκε περίπου μία εβδομάδα μετά τον γάμο.
– Όλγα, εμείς πλένουμε τα ρούχα το Σάββατο – της είπε η Ταμάρα Στεπάνοβνα όταν είδε τη νύφη της να βάζει πλυντήριο την Τετάρτη. – Δεν χρειάζεται να το βάζεις κάθε μέρα. Στο τέλος δεν θα μπορούμε να πληρώσουμε ούτε το ρεύμα.
– Μα εμείς πληρώνουμε το ρεύμα – απόρησε η Όλγα.
– Το ρεύμα το πληρώνετε, αλλά το πλυντήριο είναι δικό μου. Κι αν φθαρεί, το δικό μου πλυντήριο θα έχει φθαρεί.
Ο Βαντίμ σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έλεγε ποτέ τίποτα.
Το βράδυ, όταν η Όλγα προσπαθούσε να του παραπονεθεί, απλώς κουνούσε το χέρι του.
– Δεν μπορείς να περιμένεις μέχρι το Σάββατο; Η μαμά όλη της τη ζωή έτσι έκανε. Έχει τους δικούς της κανόνες.
– Εκείνη έχει τους κανόνες της, κι εγώ έχω μόνο μία καθαρή μπλούζα για τη δουλειά – ξέσπασε η Όλγα.
– Αγόρασε άλλη μία.
Και με αυτό ο Βαντίμ θεωρούσε το θέμα λήξαν.
Οι κανόνες, όμως, ήταν αμέτρητοι.
Η Όλγα μάθαινε πάντα για κάποιον καινούργιο κανόνα τη στιγμή ακριβώς που τον παραβίαζε.
Είχε αλατίσει λάθος τα κεφτεδάκια.
Είχε σφουγγαρίσει το πάτωμα προς τη λάθος κατεύθυνση.
Είχε βάλει τις κούπες σε λάθος ράφι.
Η Ταμάρα Στεπάνοβνα έμπαινε στην κρεβατοκάμαρά τους χωρίς να χτυπάει.
Μερικές φορές ακόμη κι όταν εκείνοι δεν βρίσκονταν στο σπίτι.
Ένα βράδυ, την ώρα του δείπνου, ανακοίνωσε:
– Τακτοποίησα την ντουλάπα σας.
Η Όλγα άφησε κάτω το πιρούνι.
– Τι;
– Τα πουλόβερ σου ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί. Οι κάλτσες του Βαντίμ είχαν μπερδευτεί με τις μπλούζες του. Τα έβαλα όλα στη θέση τους, όπως κάναμε πάντα στο σπίτι μας.
– Ταμάρα Στεπάνοβνα, αυτό είναι το δωμάτιό μας – είπε διστακτικά η Όλγα. – Δεν μου αρέσει να ψάχνει κάποιος ανάμεσα στα πράγματά μου.
– Ποιος έψαξε; Τακτοποίησα!
– Αλλά εγώ δεν σου ζήτησα να το κάνεις.
– Θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων που σε βοηθάω και εσύ παρεξηγείσαι κιόλας.
– Μαμά, ευχαριστώ – παρενέβη γρήγορα ο Βαντίμ.
– Βλέπεις; Ο γιος μου τουλάχιστον εκτιμά όσα κάνω.
Ύστερα κοίταξε ικανοποιημένη την Όλγα.
– Κι εσύ πρέπει να μάθεις. Δεν είμαι εχθρός σου. Απλώς βάζω τη ζωή σου σε τάξη.
Στο μεταξύ, η Όλγα και ο Βαντίμ πράγματι μάζευαν χρήματα για δικό τους σπίτι.
Μόνο που προχωρούσαν πολύ αργά.
Όλους τους λογαριασμούς για το φυσικό αέριο και το ρεύμα του σπιτιού τους πλήρωναν εκείνοι.
Τα τρόφιμα τα αγόραζαν και οι τρεις.
Και περίπου κάθε έξι μήνες η Ταμάρα Στεπάνοβνα έβρισκε κάτι που, όπως έλεγε, «έπρεπε να πληρωθεί εξαιτίας των νέων».
Στα πενήντα πέντε της βγήκε στη σύνταξη.
Από τότε άρχισε να αναφέρει ακόμη συχνότερα ότι ζούσε μόνο με μία σύνταξη.
– Ο λέβητας είναι πια πολύ παλιός – αναστέναζε. – Μπορεί να χαλάσει ανά πάσα στιγμή.
– Ας τον αλλάξουμε – είπε ο Βαντίμ. – Αφού μένουμε κι εμείς εδώ, θα είναι καλύτερα και για εμάς.
Η Όλγα συμφώνησε.
Παρόλο που αυτά τα χρήματα αρχικά προορίζονταν για το δικό τους σπίτι.
Έναν χρόνο αργότερα χρειαζόταν καινούργιος φράχτης.
Μετά στέγη πάνω από την καλοκαιρινή κουζίνα.
Ύστερα τσιμεντένιος δρόμος μέχρι την πόρτα, επειδή η Ταμάρα Στεπάνοβνα μπορούσε εύκολα να πέσει στο σκοτάδι.
Ένα βράδυ η Όλγα δεν άντεξε άλλο και τηλεφώνησε στη μητέρα της.
– Μαμά, εγώ πια δεν μαζεύω χρήματα για σπίτι. Ανακαινίζω την περιουσία της.
– Τότε να νοικιάσετε κάπου και να φύγετε – είπε η Νίνα Βασίλιεβνα.
– Ο Βαντίμ δεν θέλει. Λέει ότι δεν μπορεί να αφήσει τη μητέρα του μόνη, γιατί θα προσβληθεί.
– Ενήλικος άντρας και ακόμα φοβάται μήπως προσβληθεί η μητέρα του;
Η Νίνα Βασίλιεβνα αναστέναξε βαθιά.
– Εσύ ξέρεις με ποιον θέλεις να ζήσεις.
Το 2016 τελικά κατάφεραν να αγοράσουν διαμέρισμα.
Ένα διαμέρισμα δύο δωματίων σε καινούργια πολυκατοικία, στη συνοικία Μουζικάλνι.
Την προκαταβολή την είχαν συγκεντρώσει μαζί.
Τους είχαν υποσχεθεί ότι το κτίριο θα παραδιδόταν μέσα σε δύο χρόνια.
Η Όλγα έδινε κάθε διαθέσιμο ποσό για την αποπληρωμή του δανείου.
Ήθελαν να απαλλαγούν από αυτό όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο Γεγκόρ.
Και από εκείνη τη στιγμή η Ταμάρα Στεπάνοβνα ένιωσε οριστικά ότι ήταν η αρχηγός της οικογένειας.
– Ποιος κρατάει έτσι ένα παιδί; – αγανακτούσε όταν η Όλγα κρατούσε το αγοράκι στην αγκαλιά της. – Δώσ’ το μου! Ούτε το κεφάλι του δεν ξέρεις να στηρίζεις σωστά.
– Στο νοσοκομείο μου έδειξαν πώς.
– Στο νοσοκομείο σου έδειξαν.
Η Ταμάρα Στεπάνοβνα άρπαξε το παιδί.
– Εγώ μεγάλωσα τον Βάντικ. Και κοίτα τι άντρας έγινε.
Ο Βαντίμ στο μεταξύ έβλεπε ποδόσφαιρο.
Κατά τη γνώμη του, η μαμά σίγουρα ήξερε καλύτερα.
Όταν η Ταμάρα Στεπάνοβνα έκλεισε τα εξήντα, διοργάνωσε μεγάλη οικογενειακή γιορτή στην αυλή.
Η Όλγα μαγείρευε, έστρωνε το τραπέζι και έπλενε τα πιάτα επί δύο ολόκληρες μέρες.
Η Ταμάρα Στεπάνοβνα δεχόταν τα συγχαρητήρια.
Ύστερα όμως άρχισε να παραπονιέται στην αδελφή της.
– Αυτοί οι νέοι μένουν δωρεάν στο σπίτι μου – έλεγε τόσο δυνατά, ώστε να την ακούσουν όλοι. – Εγώ τους ταΐζω, εγώ τους πλένω, εγώ μεγαλώνω το παιδί τους και ούτε ένα «ευχαριστώ» δεν ακούω.
– Εμείς πληρώνουμε όλους τους λογαριασμούς του σπιτιού – είπε η Όλγα.
Η Ταμάρα Στεπάνοβνα στράφηκε αμέσως προς την αδελφή της.
– Ακούς πώς μου μιλάει; Μου πετάει στα μούτρα τους λογαριασμούς! Εγώ τους φιλοξένησα και τώρα αυτή μου ζητάει και τα ρέστα.
Ο Βαντίμ δεν μίλησε στην Όλγα όλο το βράδυ.
Κατά τη γνώμη του, η Όλγα είχε καταστρέψει τα γενέθλια της μητέρας του.
Όταν ο Γεγκόρ έγινε ενάμιση έτους, η Όλγα επέστρεψε στη δουλειά.
Το δάνειο δεν μπορούσε να πληρώνεται κανονικά με έναν μόνο μισθό.
Η Ταμάρα Στεπάνοβνα πρόθυμα πρόσεχε τον εγγονό της.
Στους γείτονες όμως έλεγε ότι εκείνη μεγάλωνε το παιδί, επειδή η μητέρα του εργαζόταν συνέχεια.
Όταν η Όλγα βρήκε θέση σε παιδικό σταθμό για τον Γεγκόρ, η πεθερά της εξοργίστηκε.
– Τι παιδικός σταθμός; Εκεί θα κολλήσει κάθε λογής αρρώστια!
– Τον Σεπτέμβριο μετακομίζουμε – της θύμισε η Όλγα. – Ο παιδικός σταθμός είναι ακριβώς δίπλα στο καινούργιο μας σπίτι.
– Θα δούμε – απάντησε μυστηριωδώς η Ταμάρα Στεπάνοβνα.
Η Όλγα σύντομα κατάλαβε τι εννοούσε.
—
Το σπίτι παραδόθηκε μόλις το καλοκαίρι του 2019.
Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα από ό,τι είχε προγραμματιστεί.
Το διαμέρισμα ήταν ακόμη μισοτελειωμένο, αλλά η Όλγα δεν ήθελε να μείνει άλλους έξι μήνες με την πεθερά της.
Οι εργάτες μέσα σε έναν μήνα έφτιαξαν το μεγάλο δωμάτιο και το μπάνιο.
Στην κουζίνα μπήκαν η κουζίνα, ο νεροχύτης και ένα τραπέζι.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου μετακόμισαν.
Ο Γεγκόρ άρχισε να πηγαίνει στον παιδικό σταθμό της διπλανής αυλής.
Την κουζίνα, τα πλακάκια και το παιδικό δωμάτιο τα άφησαν για αργότερα.
– Κι εγώ χρειάζομαι ένα κλειδί – δήλωσε η Ταμάρα Στεπάνοβνα όταν έμαθε ότι μετακόμισαν.
– Για ποιο λόγο;
– Εσείς είστε όλη μέρα στη δουλειά. Ποιος θα προσέχει τους εργάτες; Μπορεί να τα σηκώσουν όλα και να φύγουν.
– Θα τους ελέγχω μετά τη δουλειά.
– Μετά τη δουλειά; Στις έξι όλοι έχουν φύγει. Ποιον θα ελέγχεις; Τους τοίχους;
Ο Βαντίμ έβγαλε κλειδί για τη μητέρα του την ίδια κιόλας μέρα.
Χωρίς καν να ρωτήσει την Όλγα.
Στην αρχή η Ταμάρα Στεπάνοβνα ερχόταν μόνο για τους εργάτες.
Ύστερα άρχισε να παίρνει τον Γεγκόρ από τον παιδικό σταθμό.
Και κάποια στιγμή η Όλγα δεν ήξερε πια ποιες μέρες η πεθερά της δεν βρισκόταν στο σπίτι.
Κάθε βράδυ την έβρισκε εκεί.
Και με έναν εντελώς παράξενο τρόπο, πλέον ούτε καν εκείνη ένιωθε ότι ήταν στο δικό της σπίτι.
– Γιατί δίνεις στο παιδί μακαρόνια για βραδινό; – την υποδέχτηκε μια φορά η Ταμάρα Στεπάνοβνα. – Του έφτιαξα χυλό. Τον έφαγε όλο. Τα μακαρόνια σου τα έδωσα στον Βάντικ.
– Αυτά ήταν το αυριανό μου μεσημεριανό.
– Θα φτιάξεις άλλα. Σιγά το πράγμα.
Τα Σάββατα εμφανιζόταν πλέον από τις οκτώ το πρωί.
Με το δικό της κλειδί.
– Ακόμα κοιμάστε; – ρωτούσε ανοίγοντας απλώς την πόρτα. – Εγώ είμαι όρθια από τις έξι και εσείς αφήνετε το παιδί να πεινάει.
– Ταμάρα Στεπάνοβνα, ο Γεγκόρ ακόμα κοιμάται – ψιθύρισε η Όλγα. – Κι εμείς κοιμόμασταν.
– Να λοιπόν. Χάνετε τα πάντα όταν δεν είμαι εγώ εδώ.
Από την κρεβατοκάμαρα ακούστηκε η νυσταγμένη φωνή του Βαντίμ:
– Μαμά, είναι ακόμα νωρίς.
– Κοιμήσου, αγοράκι μου. Εσένα δεν θα σε ενοχλήσω.
Και μπήκε στην κουζίνα, αρχίζοντας να κάνει θόρυβο με τα πιάτα.
Η Όλγα ανέλαβε μόνη της όλη την ανακαίνιση.
Διάλεγε υλικά.
Ζητούσε προσφορές.
Υπολόγιζε τον προϋπολογισμό.
Και περνούσε τα Σαββατοκύριακά της σε καταστήματα οικοδομικών υλικών.
Ο Βαντίμ πάντα υποσχόταν ότι θα βοηθήσει.
Μόνο που πάντα υπήρχε κάτι.
Η μαμά του τού ζητούσε να γκρεμίσει την αποθήκη.
Ένας φίλος τον καλούσε για ψάρεμα.
Ή απλώς πονούσε η πλάτη του.
Μια μέρα η Όλγα γύρισε νωρίτερα από τη δουλειά.
Στην κουζίνα ο πλακατζής δούλευε.
Η Όλγα παραλίγο να της πέσει η τσάντα από τα χέρια.
Στον τοίχο υπήρχαν καφέ πλακάκια με λουλούδια.
Όχι τα λευκά που είχε διαλέξει επί δύο εβδομάδες και για τα οποία είχε πληρώσει με τη δική της τραπεζική κάρτα.
– Τι είναι αυτό; – ρώτησε έκπληκτη.
Ο πλακατζής, ο Γκενάντι, την κοίταξε απορημένος.
– Πλακάκια.
– Αυτό το βλέπω. Γιατί όμως αυτά;
– Έτσι ζήτησε η νοικοκυρά.
– Ποια νοικοκυρά;
– Ε… η Ταμάρα Στεπάνοβνα.
Ο Γκενάντι έξυσε αμήχανα το κεφάλι του.
– Είπε ότι τα λευκά ήταν άσχημα και ότι αυτά θα τα έφερνε η ίδια. Έρχεται εδώ κάθε μέρα και είπε ότι αυτό είναι το σπίτι του γιου της και εδώ όλα θα γίνουν όπως θέλει εκείνη.
Η Όλγα έγνεψε αργά.
– Τώρα κατάλαβα.
Το βράδυ ρώτησε τον Βαντίμ:
– Ήξερες ότι η μητέρα σου άλλαξε τα πλακάκια;
– Φυσικά.
– Και γιατί δεν με ρωτήσατε;
– Η μαμά είπε ότι με τα λευκά η κουζίνα θα έμοιαζε με ιατρείο.
– Εγώ τα είχα διαλέξει.
– Αλλά η μαμά ξέρει καλύτερα.
– Βαντίμ, εκείνη δούλευε σε παντοπωλείο.
– Κι εκεί χρειάζεται να τακτοποιείς βιτρίνες.
Η Όλγα δεν φώναξε.
Δεν ήθελε άλλη μια σύγκρουση.
Τα καφέ πλακάκια με τα λουλούδια έμειναν.
Τρεις εβδομάδες αργότερα όμως την περίμενε άλλη μια έκπληξη.
Στο μελλοντικό παιδικό δωμάτιο υπήρχε ένα τεράστιο κρεβάτι για ενάμισι άτομο.
Με μαλακό, ψηλό κεφαλάρι.
Κανονικό κρεβάτι ενηλίκου.
– Βαντίμ, τι είναι αυτό;
– Το κρεβάτι της μαμάς.

Η Όλγα έμεινε για λίγο να κοιτάζει.
– Γιατί το κρεβάτι της μητέρας σου βρίσκεται στο δωμάτιο του Γεγκόρ;
– Γιατί από εδώ και πέρα αυτό θα είναι το δωμάτιο της μαμάς.
– Τι;
– Ο Γεγκόρ είναι ακόμα μικρός. Μπορεί να κοιμάται μαζί μας. Η μαμά θα μένει εδώ όταν τον παίρνει από τον παιδικό σταθμό.
– Και πόσες μέρες θα κοιμάται εδώ;
– Ε… τρεις-τέσσερις.
Ο Βαντίμ σώπασε.
– Ίσως πέντε.
Η Όλγα κάθισε αργά.
– Για πέντε χρόνια δεν δυσκολεύτηκε να μείνει μόνη της.
– Πέντε χρόνια έμενε μαζί μας – απάντησε ο Βαντίμ, σαν να εξηγούσε τα πάντα.
Η Όλγα βγήκε στην κουζίνα.
Κάθισε απέναντι από τα καφέ πλακάκια με τα λουλούδια.
Και άρχισε να μετράει.
Πέντε χρόνια έμεναν με την πεθερά της.
Πλήρωναν τους λογαριασμούς.
Άλλαξαν τον λέβητα.
Έφτιαξαν φράχτη.
Έβαλαν τσιμεντένιο δρόμο.
Αγόρασαν σπίτι.
Πλήρωναν το δάνειο.
Όλα αυτά για να αποκτήσουν επιτέλους ένα δικό τους σπίτι.
Όπου θα έμενε η ίδια πεθερά.
Μόνο που τώρα θα είχε το δικό της κλειδί.
Το δικό της δωμάτιο.
Και το δικό της κρεβάτι.
Μισή ώρα αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο.
Ήταν η Ταμάρα Στεπάνοβνα.
– Ο Βάντικ μου είπε ότι δεν σου αρέσει το κρεβάτι μου.
– Αυτό είναι το δικό μας σπίτι – είπε η Όλγα. – Και το δωμάτιο του Γεγκόρ θα είναι του Γεγκόρ.
– Αυτό είναι το σπίτι του Βάντικ.
– Όχι. Είναι το κοινό μας σπίτι.
– Εσείς μαζεύατε χρήματα γι’ αυτό όσο μένατε δωρεάν σε μένα.
– Πέντε χρόνια πλήρωνα όλο το ρεύμα και το φυσικό αέριο του σπιτιού σου.
– Επειδή εσείς τα καταναλώνατε!
– Τον λέβητα επίσης εμείς τον αλλάξαμε.
– Για τον εαυτό σας. Κι εσείς μένατε εκεί.
– Και τον φράχτη εμείς τον πληρώσαμε.
– Κι αυτός σας χρειαζόταν.
Η Όλγα έκλεισε τα μάτια της.
– Αρκετά.
– Το κρεβάτι μένει – δήλωσε η Ταμάρα Στεπάνοβνα. – Έχω ήδη κοιτάξει και κομοδίνο για δίπλα.
Εκείνο το βράδυ η Όλγα είπε στον άντρα της μόνο μία φράση:
– Θέλω να χωρίσουμε.
Ο Βαντίμ την κοίταξε σοκαρισμένος.
– Για ένα κρεβάτι;
– Όχι για το κρεβάτι.
Η φωνή της Όλγας ήταν ήρεμη.
– Επειδή εδώ και πέντε χρόνια δεν είμαι παντρεμένη μαζί σου, αλλά με τη μητέρα σου. Και τώρα που επιτέλους έχουμε δικό μας σπίτι, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μόνο τα πλακάκια άλλαξαν.
– Τότε χώρισέ με.
– Εντάξει.
– Αλλά το σπίτι είναι δικό μου.
– Το δάνειο το πλήρωνα κι εγώ.
– Μπορούσες να το πληρώνεις επειδή έμενες δωρεάν στη μητέρα μου.
Τότε η Όλγα κατάλαβε.
Άκουγε ακριβώς τα ίδια λόγια που της έλεγε η Ταμάρα Στεπάνοβνα όλα αυτά τα χρόνια.
Ο Βαντίμ μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε για το σπίτι της μητέρας του το ίδιο βράδυ.
Πήρε μαζί του το δικό του κλειδί.
Το κλειδί της μητέρας του όμως δεν το ζήτησε πίσω.
—
Η δικηγόρος στην οποία πήγε η Όλγα ήταν μια ήρεμη, έμπειρη γυναίκα.
Άκουσε ολόκληρη την ιστορία.
Τον λέβητα.
Τον φράχτη.
Τα πλακάκια.
Το κρεβάτι.
Ύστερα τα συνόψισε όλα:
– Το διαμέρισμα αγοράστηκε κατά τη διάρκεια του γάμου. Το δάνειο πληρωνόταν από κοινά εισοδήματα. Επομένως σας ανήκει το μισό διαμέρισμα. Το ποιος έμενε με ποιον προηγουμένως και ποιος άλλαξε τον λέβητα ή τον φράχτη δεν είναι καθοριστικό για το ποσοστό ιδιοκτησίας.
Η Ταμάρα Στεπάνοβνα δεν ήθελε να το δεχτεί.
Πρώτα προσπάθησε να «τα βρουν» οικογενειακά.
Έφτασε με το δικό της κλειδί.
– Θα σου δώσουμε μισό εκατομμύριο – δήλωσε. – Πάρε το παιδί και πήγαινε όπου θέλεις.
– Το μερίδιό μου είναι περίπου πέντε φορές μεγαλύτερο.
– Τι μερίδιο είναι αυτό;
– Θα το υπολογίσει το δικαστήριο.
– Όσο έμενες σε μένα, ήσουν πιο σεμνή.
– Τότε δεν είχα δικό μου σπίτι.
– Τώρα ξαφνικά έγινες μεγάλη κυρία.
Το διαζύγιο τελικά ολοκληρώθηκε.
Καθορίστηκε επίσης διατροφή για τον Γεγκόρ.
Ο Βαντίμ καθυστέρησε την πώληση του διαμερίσματος για περισσότερο από έναν χρόνο.
Όταν όμως κατάλαβε πόσο θα κόστιζε ένας σοβαρός δικηγόρος και πόσο θα διαρκούσε η δικαστική διαδικασία, τελικά συμφώνησε να το πουλήσουν.
Η αξία του διαμερίσματος στο μεταξύ είχε αυξηθεί σημαντικά.
Για το ανακαινισμένο ακίνητο βρέθηκε γρήγορα αγοραστής.
Ακόμη και παρά τα καφέ πλακάκια με τα λουλούδια.
Μετά την εξόφληση του δανείου, και οι δύο πήραν λίγο περισσότερα από τρία εκατομμύρια ρούβλια.
Η Ταμάρα Στεπάνοβνα, φυσικά, συνόδευσε τον γιο της και στην τράπεζα.
– Βασικά, η ανακαίνιση είναι δικό μου έργο – σχολίασε. – Εγώ διάλεξα και τα πλακάκια.
Η Όλγα την κοίταξε.
– Τότε πάρτε τα μαζί σας.
– Τι;
– Τα πλακάκια.
– Τι λες;
– Απλώς να τα βγάλετε προσεκτικά. Οι νέοι ιδιοκτήτες μπορεί να μην χαρούν αν μαζί με τα πλακάκια πέσει και ο τοίχος.
Πριν μετακομίσει η Όλγα στη Σαμάρα, τηλεφώνησε άλλη μία φορά στην πρώην πεθερά της.
Ό,τι κι αν είχε συμβεί, ο Γεγκόρ παρέμενε εγγονός της.
– Το Σάββατο φεύγουμε για τη Σαμάρα – είπε. – Αν θέλεις να δεις τον Γεγκόρ, μπορείς να τηλεφωνήσεις οποιαδήποτε στιγμή. Μπορώ να τον φέρω σε εσένα στις διακοπές ή μπορείς κι εσύ να έρθεις σε εμάς.
– Εγώ δεν πρόκειται να πάω πουθενά – απάντησε κοφτά η Ταμάρα Στεπάνοβνα. – Αφού πήρες το σπίτι από τον γιο μου και παίρνεις το παιδί στους δικούς σου συγγενείς, για μένα είστε και οι δύο νεκροί.
Η Όλγα σώπασε για μια στιγμή.
– Ο Βαντίμ τουλάχιστον θα έρθει να αποχαιρετήσει τον γιο του;
– Ο Βάντικ έχει δουλειές. Δεν έχει χρόνο.
Η γραμμή έκλεισε.
Ο Βαντίμ πράγματι δεν ήρθε.
—
Στη Σαμάρα η Όλγα αγόρασε ένα διαμέρισμα δύο δωματίων σε μια παλιά πολυκατοικία.
Τόσα ακριβώς μπορούσε να αγοράσει με τα χρήματα που της αναλογούσαν από την πώληση του διαμερίσματος.
Η Νίνα Βασίλιεβνα έμενε δύο στάσεις μακριά.
Τη βοηθούσε να παίρνει τον Γεγκόρ από τον παιδικό σταθμό και αργότερα από το σχολείο.
Έναν μήνα αργότερα η Όλγα βρήκε και δουλειά.
– Εγώ από τότε σου έλεγα ότι η πεθερά σου δεν είναι απλή γυναίκα – παρατήρησε η Νίνα Βασίλιεβνα καθώς τη βοηθούσε να ξεπακετάρει τα κουτιά.
– Εσύ έλεγες ότι είναι πολύ νοικοκυρά.
– Νοικοκυρά είναι. Ό,τι κινείται, θέλει να το τραβάει προς το μέρος της.
Τον πρώτο χρόνο η διατροφή εξακολουθούσε να καταβάλλεται.
Ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησε.
Η Όλγα τηλεφώνησε στους δικαστικούς επιμελητές.
Αποδείχθηκε ότι ο Βαντίμ είχε παραιτηθεί, δεν εργαζόταν επίσημα πουθενά και έτσι το χρέος συνέχιζε να αυξάνεται.
Θα του το εισπράξουν όταν αποκτήσει επίσημο εισόδημα ή εμφανιστούν χρήματα στους λογαριασμούς του.
Ο Βαντίμ δεν τηλεφώνησε ούτε σε ένα από τα γενέθλια του Γεγκόρ.
Δεν έστειλε ούτε μία ευχή για την Πρωτοχρονιά.
Τίποτα.
Όταν ο Γεγκόρ πήγε στη δεύτερη τάξη, έπρεπε να ζωγραφίσει ένα οικογενειακό δέντρο.
Για πολλή ώρα κοιτούσε το χαρτί.
Ύστερα πήγε στη μητέρα του.
– Μαμά, πώς τη λένε τη μαμά του μπαμπά;
– Ταμάρα Στεπάνοβνα.
– Γιατί δεν έρχεται σε εμάς;
Η Όλγα έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή.
– Μένει μακριά.
Ο Γεγκόρ έγραψε το όνομά της σε ένα από τα πάνω κλαδιά του οικογενειακού δέντρου.
Στη γωνία.
Πάνω από τον πατέρα του.
Μετά δεν ξαναρώτησε.
Ούτε για τον πατέρα του.
—
– Όλγα, αποκοιμήθηκες; – ρώτησε εκνευρισμένη η Ταμάρα Στεπάνοβνα στο τηλέφωνο. – Σε ρώτησα τη διεύθυνση!
– Δεν αποκοιμήθηκα.
– Τότε;
– Απλώς προσπαθούσα να θυμηθώ.
– Τι;
– Ότι πριν από πέντε χρόνια μου είπες πως εγώ και ο Γεγκόρ είμαστε νεκροί για εσένα.
– Έλα τώρα! – είπε η Ταμάρα Στεπάνοβνα. – Το είπα πάνω στα νεύρα μου.
– Και τώρα;
– Τώρα θέλω να δω τον εγγονό μου. Έχω δικαίωμα.
– Φυσικά.
Η φωνή της Όλγας ήταν απροσδόκητα ήρεμη.
– Πες μου σε ποιο ξενοδοχείο θα μείνετε. Θα φέρω τον Γεγκόρ. Μπορείτε να πάτε βόλτα, να καθίσετε σε μια καφετέρια, να περάσετε μαζί όσο χρόνο θέλετε.
– Ποιο ξενοδοχείο;
– Πού θα μείνετε;
– Πουθενά.
Η Όλγα σώπασε.
– Τι;
– Δεν κλείσαμε ξενοδοχείο. Θα μείνουμε σε εσάς.
– Σε εμάς;
– Μα φυσικά. Ξέρεις πόσο κοστίζει ένα ξενοδοχείο τώρα;
Η Ταμάρα Στεπάνοβνα πρόσθεσε:
– Εξάλλου, το σπίτι ουσιαστικά αγοράστηκε με τα χρήματα του Βάντικ. Δεν θα φτωχύνεις αν μείνουμε σε εσάς για μία-δύο εβδομάδες.
Η Όλγα για μερικά δευτερόλεπτα απλώς κοιτούσε τον τοίχο.
– Αντίο, Ταμάρα Στεπάνοβνα.
Και έκλεισε το τηλέφωνο.
– Καλά άκουσα; – ρώτησε η Νίνα Βασίλιεβνα. – Θέλει να εγκατασταθεί εδώ;
– Ναι.
– Και ποιοι είναι οι «εμείς»;
– Δεν τη ρώτησα.
– Ίσως καλύτερα.
Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά ξανά.
Ύστερα πάλι.
Και πάλι.
Η Όλγα το έβαλε στη σίγαση.
Η συσκευή συνέχισε να δονείται πάνω στο τραπέζι για είκοσι λεπτά.
Ύστερα σταμάτησε.
Και άρχισαν να έρχονται μηνύματα.
«Όλγα, γιατί μου έκλεισες το τηλέφωνο; Εγώ σου μιλάω ανθρώπινα.»
«Σήκωσέ το, είναι σημαντικό.»
«Αν δεν θέλεις να μιλήσεις, τότε θα τα γράψω όλα.»
Το επόμενο μήνυμα ήταν μεγάλο.
Η Όλγα το διάβασε δυνατά.
«Όλγα, συγχώρεσέ με αν έκανα κάτι λάθος. Είμαι μεγάλη γυναίκα, μερικές φορές ο άνθρωπος λέει πράγματα που δεν τα εννοεί. Ο Βάντικ καταστράφηκε εντελώς χωρίς εσένα. Παραιτήθηκε από τη δουλειά του, πήρε δάνεια, η γυναίκα με την οποία ζούσε τρία χρόνια τον πέταξε έξω. Τώρα είναι εδώ μαζί μου. Όλη μέρα είναι ξαπλωμένος στον καναπέ και δεν σηκώνει ούτε το τηλέφωνο. Οι εισπρακτικές εταιρείες τηλεφωνούν σε εμένα. Είναι η τρίτη νύχτα που δεν κοιμάμαι, δεν ξέρω πώς να τον σώσω.»
Η Νίνα Βασίλιεβνα σήκωσε τα φρύδια της.
– Είχε άλλη γυναίκα για τρία χρόνια;
– Έτσι φαίνεται.
– Και για τη διατροφή δεν είχε χρήματα;
– Για εκείνη κάπως δεν περίσσευαν.
Ήρθε νέο μήνυμα.
Η Όλγα το διάβασε.
«Τα σκέφτηκα όλα. Αν χωρίς εσένα κατρακύλησε τόσο πολύ, τότε εξακολουθεί να σε χρειάζεται. Έχετε έναν γιο, το παιδί χρειάζεται πατέρα. Γι’ αυτό θα έρθουμε μαζί με τον Βάντικ σε εσάς. Θα μείνουμε μία-δύο εβδομάδες. Θα μιλήσετε, θα θυμηθείτε πόσο καλά ζούσατε μαζί και ίσως όλα ξαναφτιάξουν.»
Η Νίνα Βασίλιεβνα γέλασε.
– Να λοιπόν γιατί είπε «εμείς».
– Ναι.
– Και πότε ακριβώς ζούσατε τόσο καλά;
– Ίσως όταν μπορούσα να βάζω πλυντήριο μόνο τα Σάββατα.
– Ή όταν αλάτιζες λάθος τα κεφτεδάκια.
Η Όλγα χαμογέλασε.
Ύστερα ήρθε άλλο ένα μήνυμα.
«Τον Αύγουστο έγινα εβδομήντα ετών και ο ίδιος μου ο εγγονός ούτε που με πήρε να μου ευχηθεί. Ξέρεις πώς ένιωσα;»
Η Νίνα Βασίλιεβνα απάντησε αμέσως:
– Εκείνη του ευχήθηκε έστω μία φορά μέσα σε πέντε χρόνια;
– Ούτε μία.
«Το σπίτι σου ουσιαστικά αγοράστηκε με τα χρήματα του Βάντικ. Για να είμαστε δίκαιοι, είναι και δικό του σπίτι. Δεν θέλεις να πετάξεις στον δρόμο τον πατέρα του παιδιού σου.»
– Σε ποιον δρόμο; – απόρησε η Νίνα Βασίλιεβνα. – Αφού είναι ξαπλωμένος στον καναπέ της ίδιας του της μητέρας!
Η Όλγα απλώς έκανε μια χειρονομία αδιαφορίας.
– Ας το πει σε όλους.
«Αν δεν μας αφήσεις να μπούμε, θα πω σε όλους ότι κρύβεις τον εγγονό μου από την ίδια του τη γιαγιά. Όλοι θα μάθουν τι άνθρωπος είσαι πραγματικά.»
– Σε ποιον θα το πει; – ρώτησε η Νίνα Βασίλιεβνα. – Στους γείτονες της Πασκόβκα;
– Από μένα ας το πει σε όποιον θέλει.
– Ας αναφέρει μόνο τον φράχτη και τον τσιμεντένιο δρόμο – είπε η Όλγα. – Για να είναι πλήρης η ιστορία.
Το επόμενο μήνυμα έφτασε γύρω στις εννέα το βράδυ.
«Και σε παρακαλώ, στείλε μου λίγα χρήματα. Ο Βάντικ έχει χρέη κι εγώ ξόδεψα και τα τελευταία μου χρήματα για τα εισιτήρια. Ο αριθμός της κάρτας μου είναι ο ίδιος. Την Πέμπτη στις εννιά το πρωί να μας περιμένεις στον σταθμό. Βαγόνι επτά. Ο Βάντικ έχει βαριές αποσκευές και δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνος του.»
Η Όλγα το διάβασε δυνατά.
Η Νίνα Βασίλιεβνα απλώς την κοίταξε.
– Σοβαρά μιλάει;
– Έτσι φαίνεται.
– Δηλαδή πρώτα θέλουν να μείνουν σε εσένα.
– Ναι.
– Μετά θέλουν να σε ξαναπαντρέψουν με τον ίδιο τους τον γιο.
– Έτσι φαίνεται.
– Και θέλουν ακόμα να πληρώσεις και τα χρέη του γιου της.
Η Όλγα χαμογέλασε.
– Μάλλον νομίζει ότι μέσα σε πέντε χρόνια μου έλειψαν πολύ οι κανόνες της.
Σκέφτηκε για λίγο.
Ύστερα τελικά απάντησε:
«Αν μου στείλετε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου, θα φέρω τον Γεγκόρ για λίγες ώρες. Για εσάς δεν θα έρθω. Χρήματα δεν θα στείλω.»
Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Ποιο ξενοδοχείο, Όλγα; Είμαστε συγγενείς.»
Η Όλγα κοίταξε την οθόνη.
Ύστερα απλώς μπλόκαρε τον αριθμό.
Έβαλε το τηλέφωνο στο συρτάρι του τραπεζιού της κουζίνας και σηκώθηκε.
– Λοιπόν, ας δούμε τώρα αυτά τα μαθηματικά – είπε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του Γεγκόρ.
Για πέντε χρόνια περίμεναν να καταλάβει επιτέλους η Ταμάρα Στεπάνοβνα τι είχε χάσει.
Φαινόταν πως τελικά το κατάλαβε.
Απλώς όχι αυτό που περίμενε η Όλγα.
Δεν της έλειπε πραγματικά ο εγγονός της.
Της έλειπε ο χώρος όπου εκείνη αποφάσιζε πάντα για τα πάντα.
Και για πρώτη φορά η Όλγα δεν φοβόταν να της κλείσει την πόρτα.







