– Μα καλά, πού στο καλό εξαφανίστηκαν τριακόσια σαράντα χιλιόμετρα;
Η Μαρίνα καθόταν πίσω από το τιμόνι του SUV της και κοιτούσε δύσπιστα την ένδειξη στον πίνακα οργάνων.
Στο αριστερό της χέρι κρατούσε ακόμα το δελτίο παραλαβής από το συνεργείο αυτοκινήτων, το οποίο είχε εκδοθεί ακριβώς μία εβδομάδα νωρίτερα.
Στο χαρτί έγραφε καθαρά:
84.000 χιλιόμετρα.
Και τώρα το κοντέρ έδειχνε:
84.340.
Η Μαρίνα συνοφρυώθηκε.
Τριακόσια σαράντα χιλιόμετρα.
Όχι πέντε.
Όχι δέκα.
Τριακόσια σαράντα.
Και το αυτοκίνητό της υποτίθεται ότι βρισκόταν όλη την εβδομάδα στο συνεργείο.
Κι επιπλέον, μέσα στην καμπίνα υπήρχε μια παράξενη μυρωδιά.
Υγρασία.
Φτηνό τσιγάρο.
Η Μαρίνα δεν είχε καπνίσει ποτέ στη ζωή της.
Στα πίσω λαστιχένια πατάκια, όμως, υπήρχαν ξεραμένοι γκρι λεκέδες από τσιμέντο.
– Και αυτό τι στο καλό είναι;
Βγήκε από το αυτοκίνητο, έκλεισε την πόρτα και μετά άνοιξε ξανά το ντουλαπάκι για να πάρει χαρτομάντιλα.
Τότε πρόσεξε ένα χαρτί σκισμένο από σημειωματάριο.
Ήταν προσεκτικά διπλωμένο στα δύο και βρισκόταν ακριβώς πάνω από το ασφαλιστήριο συμβόλαιό της.
Η Μαρίνα αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα με την πρώτη ματιά.
Ταμάρα.
Η πεθερά της.
Μεγάλα, πλατιά γράμματα, με έντονη πίεση πάνω στο χαρτί.
Στο χαρτί υπήρχε ένα ολόκληρο πρόγραμμα για την εβδομάδα.
«Δευτέρα – ο Ντένις πηγαίνει στην πόλη για οικοδομικά υλικά.
Τετάρτη – εγώ και η Λιούμπα πηγαίνουμε στη χονδρική για φυτά.
Παρασκευή – ο Ντένις μεταφέρει τα σκουπίδια από το εξοχικό.
Σάββατο – να πάμε να πάρουμε τα φυτά.»
Η Μαρίνα έμεινε για αρκετή ώρα να κοιτάζει τη λίστα.
Ύστερα τη δίπλωσε αργά.
Δεν υπήρχε ούτε μία λέξη για το ποιος είχε δώσει άδεια για όλα αυτά.
Γιατί κανείς δεν είχε δώσει άδεια.
Τουλάχιστον όχι εκείνη.
Μία εβδομάδα νωρίτερα είχε φύγει για επαγγελματικό ταξίδι σε άλλη πόλη.
Πριν φύγει, είχε αφήσει το αυτοκίνητό της στο συνεργείο για το προγραμματισμένο σέρβις.
Αλλαγή λαδιών, φίλτρων και γενικός έλεγχος.
Ο άντρας της, ο Ρομάν, της είχε πει ότι στη δουλειά επικρατούσε χάος και δεν θα προλάβαινε να πάει να το παραλάβει.
Η Ταμάρα, όμως, προσφέρθηκε αμέσως να βοηθήσει.
– Άφησέ το πάνω μου, κορίτσι μου! Έτσι κι αλλιώς έχω άπλετο χρόνο τώρα που είμαι συνταξιούχα. Θα πάω να το πάρω και θα το φέρω στο σπίτι. Κανένα πρόβλημα.
Τότε η Μαρίνα την είχε ευχαριστήσει.
Τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει τι ακριβώς σήμαινε εκείνο το «έχω άπλετο χρόνο».
Η πεθερά της δεν είχε απλώς παραλάβει το αυτοκίνητο από το συνεργείο.
Είχε αρχίσει να το δανείζει σε ολόκληρη την οικογένεια.
Η Μαρίνα βγήκε από το αυτοκίνητο, το κλείδωσε και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.
Στο σαλόνι βρήκε τον Ρομάν.
Ο άντρας της καθόταν στον καναπέ με το λάπτοπ στα γόνατα και πληκτρολογούσε τόσο απορροφημένος, λες και τίποτα άλλο στον κόσμο δεν υπήρχε.
– Ρομ, πρέπει να μιλήσουμε.
Ο άντρας ούτε που σήκωσε το βλέμμα.
– Σε πέντε λεπτά; Αυτή τη στιγμή καίγομαι με τη δουλειά.
Η Μαρίνα κοίταξε το χαρτί που κρατούσε.
– Πράγματι. Βλέπω ότι η οικογενειακή σας «εφοδιαστική» έχει πάρει φωτιά.
Ο Ρομάν σήκωσε επιτέλους το κεφάλι.
– Τι;
– Η εφοδιαστική της μητέρας σου. Για την ακρίβεια, το εβδομαδιαίο πρόγραμμα του δικού μου αυτοκινήτου.
Τα χέρια του Ρομάν σταμάτησαν πάνω από το πληκτρολόγιο.
Έκλεισε αργά το λάπτοπ.
– Μαρίνα, μην κάνουμε θέμα από το τίποτα.
– Από τριακόσια σαράντα χιλιόμετρα;
– Η μαμά απλώς προσπάθησε να οργανώσει λίγο τα πράγματα.
– Α, μάλιστα.
Η Μαρίνα ακούμπησε το χαρτί πάνω στο τραπέζι.
– Εγώ άφησα το αυτοκίνητο στο συνεργείο για αλλαγή λαδιών και σέρβις. Και τώρα έχω τσιμέντο στα πίσω πατάκια, μυρωδιά τσιγάρου μέσα στο αυτοκίνητο και τριακόσια σαράντα επιπλέον χιλιόμετρα στο κοντέρ.
Ο Ρομάν αναστέναξε.
– Ο Ντένις πήγε με αυτό μερικές φορές στην αγορά οικοδομικών υλικών.
– Μερικές φορές;
– Χρειαζόταν αυτοκίνητο. Ανακαινίζει το εξοχικό του. Κι εσύ ούτως ή άλλως έλειπες.
– Δηλαδή όσο εγώ δούλευα, οι συγγενείς σου χρησιμοποιούσαν το αυτοκίνητό μου σαν να ήταν οικογενειακό όχημα;
– Έλα τώρα, Μαρίνα.
– Με ρώτησαν;
Ο Ρομάν σώπασε.
– Αυτό μόνο ρωτάω. Με ρώτησαν;
– Η μαμά πίστευε ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα.
Η Μαρίνα χαμογέλασε πικρά.
– Φυσικά.
Πήρε ξανά το χαρτί στα χέρια της.
– Και αυτό τι είναι;
Ο Ρομάν έριξε μια ματιά.
– Η μαμά σημείωσε πότε χρειάζεται το αυτοκίνητο.
– Όχι. Η μαμά έφτιαξε πρόγραμμα για το αυτοκίνητό μου.
– Το ίδιο είναι.
– Δεν είναι το ίδιο.
Η φωνή της Μαρίνας παρέμεινε ήρεμη.
– Εγώ αποφασίζω για την περιουσία μου.
Ο Ρομάν ανασήκωσε τους ώμους.
– Έτσι κι αλλιώς καθόταν.
Η Μαρίνα τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.
– Τότε γιατί δεν της έδωσες το δικό σου υπηρεσιακό αυτοκίνητο;
Το πρόσωπο του Ρομάν σκλήρυνε αμέσως.
– Επειδή είναι αυτοκίνητο της δουλειάς.
– Και το δικό μου;
– Είναι διαφορετικό.
– Πώς;
– Για εκείνο είμαι υπεύθυνος.
Η Μαρίνα γέλασε ειρωνικά.
– Εγώ δεν είμαι υπεύθυνη για το δικό μου;
Εκείνη τη στιγμή η σιωπή διακόπηκε από βήματα.
Η Ταμάρα είχε έρθει.
Η γυναίκα είχε δικό της κλειδί για το διαμέρισμά τους, «για ώρα ανάγκης», όπως έλεγε πάντα.
Πίσω της στεκόταν ο Ντένις με βρόμικα αθλητικά παπούτσια.
Η Ταμάρα μπήκε μέσα και κοίταξε τη Μαρίνα σαν να ήταν εκείνη που είχε κάνει κάτι απαράδεκτο.
– Ω, γύρισες ήδη;
– Ναι.
– Τότε ήρθες στην κατάλληλη στιγμή. Πες στον Ρομάν να μου μεταφέρει τα χρήματα για τη βενζίνη. Ο Ντένις γέμισε χθες το ρεζερβουάρ.
Η Μαρίνα κοίταξε αργά τον Ρομάν.
Ύστερα την Ταμάρα.
– Κατάλαβα καλά;
– Τι δεν κατάλαβες;
– Ο ανιψιός σας χρησιμοποίησε το αυτοκίνητό μου και τώρα θέλετε να πληρώσω κι από πάνω τη βενζίνη;
Η Ταμάρα ούτε που κουνήθηκε.
– Έλα τώρα, Μαρίνα. Μην είσαι έτσι.
Προχώρησε πιο μέσα.
– Είμαστε οικογένεια. Η οικογένεια βοηθάει ο ένας τον άλλον.
– Συνήθως ζητάει πρώτα βοήθεια.
– Έλα τώρα! Το αυτοκίνητό σου ούτως ή άλλως ήταν παρκαρισμένο.
– Στο συνεργείο.
Η Ταμάρα κούνησε το χέρι της.
– Τώρα πια δεν έχει σημασία.
– Για μένα έχει.
– Ζείτε καλά. Εσύ ταξιδεύεις συνέχεια, δουλεύεις, βγάζεις χρήματα. Ο Ντένις περνάει δύσκολη περίοδο. Θα μπορούσες να τον βοηθήσεις λίγο.
Ο Ρομάν μίλησε χαμηλόφωνα:
– Μαμά, αλλά τη βενζίνη πραγματικά θα έπρεπε να την πληρώσει ο Ντένις.
Η Ταμάρα του επιτέθηκε αμέσως:
– Εσύ μη μιλάς!
Ο Ρομάν σώπασε αμέσως.
Τότε η Μαρίνα κατάλαβε πραγματικά.
Δεν ήταν θέμα αυτοκινήτου.
Ήταν ότι ο Ρομάν δεν στεκόταν ποτέ στο πλευρό της όταν η μητέρα του ξεπερνούσε τα όρια.
Η Ταμάρα συνέχισε θριαμβευτικά:
– Αύριο πρέπει να πάμε με τη Λιούμπα στη χονδρική. Θα κρατήσω εγώ τα κλειδιά.
– Όχι.
Η Ταμάρα ανοιγόκλεισε τα μάτια.
– Τι είπες;
– Δεν θα κρατήσετε τα κλειδιά.
– Μαρίνα!
– Είναι το αυτοκίνητό μου. Εγώ αποφασίζω.
– Είμαστε οικογένεια ή ξένοι;
Η Μαρίνα την κοίταξε στα μάτια.
– Είμαστε οικογένεια. Ακριβώς γι’ αυτό θα ήταν σωστό να ρωτάτε πριν χρησιμοποιήσετε την περιουσία κάποιου άλλου.
Το πρόσωπο της Ταμάρα σκλήρυνε.
– Ρομάν, πες στη γυναίκα σου ότι αύριο χρειαζόμαστε το αυτοκίνητο!
Ο Ρομάν κοίταξε τη γυναίκα του.
Ύστερα τη μητέρα του.
Τελικά κατέβασε το βλέμμα.

Η Μαρίνα κατάλαβε.
Ήταν μόνη της.
Αλλά δεν την ένοιαζε.
– Αύριο το πρωί το αυτοκίνητο θα πάει για βιολογικό καθαρισμό.
– Γιατί;
– Επειδή μυρίζει τσιγάρο.
Ο Ντένις μίλησε επιτέλους:
– Εγώ δεν καπνίζω.
Η Μαρίνα τον κοίταξε.
– Τότε μάλλον το τσιμέντο κάπνιζε.
Ο Ντένις σώπασε.
Η Ταμάρα κοκκίνισε από τον θυμό και χτύπησε τα χέρια της μεταξύ τους.
– Μα αυτό δεν γίνεται!
Η Μαρίνα δεν συνέχισε τον καβγά.
Πήρε την τσάντα της και έφυγε.
Εκείνο το βράδυ, όμως, δεν είπε σε κανέναν τι σκόπευε να κάνει.
Το επόμενο πρωί πήγε σε ένα κατάστημα με είδη εργαλείων.
Αγόρασε έναν καινούργιο κύλινδρο κλειδαριάς.
Ύστερα πήρε το αυτοκίνητο και το πήγε σε ένα φυλασσόμενο πάρκινγκ τρία τετράγωνα μακριά.
Πλήρωσε προκαταβολικά για έναν ολόκληρο μήνα.
Κράτησε τα κλειδιά του αυτοκινήτου πάνω της.
Στον δρόμο της επιστροφής πέρασε ξανά από το κατάστημα.
Όταν μπήκε στο διαμέρισμα, ο Ρομάν καθόταν ακόμα πίσω από το λάπτοπ.
Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Η Μαρίνα έβγαλε τον καινούργιο κύλινδρο.
Ο Ρομάν σήκωσε το βλέμμα.
– Τι κάνεις;
– Αλλάζω την κλειδαριά.
– Γιατί;
– Επειδή βαρέθηκα να έχουν άλλοι κλειδιά από το σπίτι μας.
Ο Ρομάν σηκώθηκε.
– Η μαμά θα προσβληθεί.
– Ας προσβληθεί.
Η Μαρίνα ξεβίδωσε ήρεμα την παλιά βίδα.
– Πες της ότι δεν έχει πλέον κλειδί.
– Μαρίνα, αυτό είναι υπερβολή.
– Και το να χρησιμοποιούν το αυτοκίνητό μου χωρίς άδεια δεν ήταν;
– Έλα τώρα, ο Ντένις το πήρε μόνο μερικές φορές.
– Τριακόσια σαράντα χιλιόμετρα.
Ο Ρομάν σώπασε.
– Και από εδώ και πέρα κανείς τους δεν θα έχει ούτε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου.
– Πραγματικά κάνεις τόσο μεγάλο θέμα από αυτό;
Η Μαρίνα τοποθέτησε τον καινούργιο κύλινδρο.
– Όχι.
Τον κοίταξε.
– Απλώς επιτέλους κλειδώνω αυτό που οι άλλοι άφησαν υπερβολικά εύκολο να ανοίγει.
Το επόμενο πρωί, στις επτά και μισή, χτύπησε το κουδούνι.
Η Μαρίνα ήταν ήδη ξύπνια.
Άνοιξε την πόρτα.
Η Ταμάρα στεκόταν μπροστά της.
Δίπλα της ήταν ο Ντένις.
Στα χέρια του κρατούσε ένα τεράστιο πλαστικό κιβώτιο οικοδομικών υλικών.
Προφανώς σκόπευε να το βάλει κατευθείαν στο αυτοκίνητο της Μαρίνας.
– Μαρίνα, επιτέλους!
Η Ταμάρα έκανε ανυπόμονα ένα νεύμα.
– Δώσε τα κλειδιά, αργήσαμε. Ο Ντένις πρέπει να φτάσει στην αγορά πριν την κίνηση, κι εγώ πρέπει να πάω να πάρω τη Λιούμπα.
Η Μαρίνα τους κοίταξε ήρεμα.
– Δεν πάτε πουθενά.
– Τι;
– Το αυτοκίνητο δεν είναι εδώ.
Ο Ντένις κοίταξε γύρω του σαστισμένος.
– Πού το έβαλες;
– Σε φυλασσόμενο πάρκινγκ.
Το πρόσωπο της Ταμάρα άλλαξε.
– Τι πράγμα;
– Σε μέρος όπου μπαίνουν μόνο όσοι έχουν άδεια.
Ο Ντένις άφησε κάτω το κιβώτιο.
– Μαρίνα, έλα τώρα! Έχω ήδη παραγγείλει τα υλικά!
– Τότε βρες φορτηγό.
– Μα έχω ήδη κανονίσει τη μεταφορά!
– Τότε νοίκιασε ένα.
Η Ταμάρα έκανε θυμωμένα ένα βήμα μπροστά.
– Δεν έχεις δικαίωμα να μας το κάνεις αυτό!
Η Μαρίνα απάντησε ήρεμα:
– Και βέβαια έχω.
– Και τι θα γίνει με τη Λιούμπα;
– Θα πάει με το λεωφορείο.
– Ο Ντένις χρειάζεται τσιμέντο!
– Τότε ας το παραγγείλει με παράδοση.
– Έχεις τρελαθεί εντελώς;
Η Μαρίνα χαμογέλασε.
– Όχι.
Ύστερα κοίταξε τον άντρα της.
– Απλώς δεν θα επιτρέψω ποτέ ξανά η λέξη «οικογένεια» να σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιεί χωρίς να ρωτήσει ό,τι μου ανήκει.
Η Ταμάρα γύρισε προς τον Ρομάν.
– Ρομάν! Εσύ θα το επιτρέψεις αυτό;
Ο άντρας έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Ύστερα ανασήκωσε αμήχανα τους ώμους.
– Μαμά… νομίζω πως πρέπει να νοικιάσετε ένα φορτηγό.
Η Ταμάρα τον κοίταξε σαν να την είχε προδώσει.
Η Μαρίνα έκλεισε την πόρτα μπροστά τους.
Εκείνη την ημέρα τελείωσε οριστικά η οικογενειακή «ενοικίαση» του αυτοκινήτου.
Η Ταμάρα δεν τους τηλεφώνησε για τρεις εβδομάδες.
Ο Ντένις προτίμησε να αφήσει τα οικοδομικά υλικά, επειδή λυπήθηκε τα χρήματα για τη μεταφορά.
Και ο Ρομάν, για πρώτη φορά στη ζωή του, αναγκάστηκε να πληρώσει μόνος του τους λογαριασμούς του σπιτιού.
Για χρόνια καυχιόταν στη μητέρα του ότι εκείνος «συντηρούσε την οικογένεια».
Η Μαρίνα είπε μόνο:
– Τότε ήρθε η ώρα να την συντηρεί πραγματικά.
Και, παραδόξως, από εκείνη την ημέρα κανείς δεν ξέχασε ξανά να τη ρωτήσει:
– Μαρίνα, επιτρέπεται;







