Η Μαρίνα έπιασε δουλειά ως καμαριέρα σε ένα ξενοδοχείο. Μια εβδομάδα αργότερα, σε ένα ακριβό δωμάτιο, συνάντησε τον πρώην σύζυγό της μαζί με τη νέα του γυναίκα.

Ενδιαφέρων

Η Μαρίνα ήταν έτοιμη να βγει από το δωμάτιο, όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα.

Άφησε γρήγορα τη στοίβα με τις πετσέτες που κρατούσε πάνω στην πολυθρόνα και γύρισε.

Πρώτος μπήκε ένας άντρας με μια μικρή βαλίτσα.

Η Μαρίνα τον αναγνώρισε με μια μόνο ματιά.

Ήταν ο Βίκτορ.

Και ο άντρας σταμάτησε απότομα. Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάζονταν σιωπηλοί, ώσπου η ξανθιά γυναίκα που στεκόταν πίσω του ρώτησε απορημένη:

– Γνωρίζεστε;

Ο Βίκτορ χαμήλωσε το βλέμμα.

– Είναι η Μαρίνα. Η πρώην γυναίκα μου.

Η καρδιά της Μαρίνας σφίχτηκε για μια στιγμή.

Όχι επειδή τον αγαπούσε ακόμα.

Αλλά επειδή ξαφνικά θυμήθηκε όλα όσα της έλεγε ο Βίκτορ τους τελευταίους μήνες.

«Δεν έχω χρήματα».

«Περνάω πραγματικά μια δύσκολη περίοδο».

«Μόλις ξαναφτιάξουν τα πράγματα στη δουλειά, θα σου τα επιστρέψω».

Και τώρα στεκόταν μπροστά της σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου που κόστιζε σχεδόν δεκαοκτώ χιλιάδες ρούβλια τη νύχτα.

Η Μαρίνα γνώριζε ακριβώς αυτό το ποσό. Εργαζόταν στο ξενοδοχείο μόλις μία εβδομάδα και μέσα σε αυτό το διάστημα είχε μάθει τις κατηγορίες των δωματίων, τους κανόνες καθαρισμού, ακόμα και τα προϊόντα που υπήρχαν στα μίνι μπαρ.

Το ξενοδοχείο ήταν ένα από τα καλύτερα της περιοχής.

Εδώ έμεναν επιχειρηματίες, εύποροι τουρίστες και νιόπαντρα ζευγάρια.

Η Μαρίνα ήταν σαράντα επτά ετών.

Μόλις δύο μήνες νωρίτερα εργαζόταν ως υπάλληλος αποθήκης σε ένα κατάστημα με οικοδομικά υλικά σε μια κοντινή πόλη. Το κατάστημα όμως έκλεισε και, παρά τις προσπάθειές της, δεν κατάφερε να βρει γρήγορα άλλη δουλειά.

Τελικά, μια γνωστή της τής πρότεινε τη δουλειά στο ξενοδοχείο.

Ο μισθός ήταν λίγο χαμηλότερος από πριν, αλλά η θέση ήταν επίσημη, υπήρχε φαγητό και μετά τη βραδινή βάρδια παρείχαν μεταφορά μέχρι το σπίτι.

Η Μαρίνα δέχτηκε.

Δεν ντρεπόταν που εργαζόταν ως καθαρίστρια.

Απλώς δεν ήθελε να το γνωρίζουν όλοι οι γνωστοί της.

Σχεδίαζε να αντέξει για μερικούς μήνες και μετά να βρει μια δουλειά που θα ταίριαζε περισσότερο στα προσόντα της.

Η Μαρίνα και ο Βίκτορ είχαν χωρίσει οκτώ μήνες νωρίτερα.

Ήταν παντρεμένοι για είκοσι ένα χρόνια.

Όμως τα δύο τελευταία χρόνια του γάμου τους γίνονταν όλο και πιο δύσκολα.

Ο Βίκτορ προμήθευε ανταλλακτικά για γεωργικά μηχανήματα και παραπονιόταν συνεχώς ότι η επιχείρηση πήγαινε όλο και χειρότερα.

Μερικοί από τους παλιούς πελάτες του έκλεισαν, ενώ άλλοι δεν πλήρωναν για μήνες.

Τα χρήματα άρχισαν σιγά σιγά να τελειώνουν.

Πρώτα σταμάτησαν τα ταξίδια.

Ύστερα τις μεγαλύτερες αγορές.

Ο Βίκτορ πούλησε το παλιό του SUV και αγόρασε ένα φθηνότερο μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.

Τότε η Μαρίνα εξακολουθούσε να πιστεύει ότι πραγματικά είχαν χάσει τα πάντα.

Υπήρχε όμως ένα πράγμα που δυσκολευόταν ιδιαίτερα να αφήσει πίσω της.

Τα 640 χιλιάδες ρούβλια.

Αυτά τα χρήματα τα είχαν αποταμιεύσει μαζί για χρόνια, για την ανακαίνιση του διαμερίσματός τους.

Ένα μέρος το είχε βάλει στην άκρη η Μαρίνα και το άλλο ο Βίκτορ.

Όταν η επιχείρηση του Βίκτορ αντιμετώπισε προβλήματα, της ζήτησε να χρησιμοποιήσουν προσωρινά τις οικονομίες τους.

Έπρεπε να πληρώσει έναν προμηθευτή, διαφορετικά εκείνος θα σταματούσε να του κάνει παραδόσεις.

Η Μαρίνα συμφώνησε.

Τέσσερις μήνες αργότερα, ο Βίκτορ της είπε ότι προς το παρόν δεν μπορούσε να επιστρέψει τα χρήματα στον λογαριασμό τους.

Δύο μήνες αργότερα άρχισαν να μιλούν για διαζύγιο.

Η Μαρίνα τότε τον ρώτησε ξανά για τις αποταμιεύσεις.

Ο Βίκτορ της έδειξε τις τραπεζικές κινήσεις του ατομικού του επιχειρηματικού λογαριασμού και μερικά απλήρωτα τιμολόγια.

Με βάση τα έγγραφα, πράγματι φαινόταν ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα.

Η Μαρίνα δεν απαίτησε αμέσως τα χρήματά της.

Συμφώνησαν ότι, όταν η κατάσταση του Βίκτορ βελτιωνόταν, θα της επέστρεφε 320 χιλιάδες ρούβλια.

Σε οκτώ μήνες είχαν φτάσει σαράντα χιλιάδες.

Μόνο τόσα.

Και τώρα ο ίδιος άντρας στεκόταν μπροστά της σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου που κόστιζε δεκαοκτώ χιλιάδες ρούβλια τη νύχτα.

Δίπλα του στεκόταν μια κομψή ξανθιά γυναίκα περίπου σαράντα πέντε ετών.

Στο πορτμπαγκάζ υπήρχε μια ολοκαίνουργια βαλίτσα.

Και στον καρπό της γυναίκας υπήρχε ένα ρολόι που από μακριά φαινόταν ότι δεν ήταν καθόλου φθηνό.

Η Μαρίνα δεν ρώτησε τίποτα.

Τελείωσε τη δουλειά της.

– Μαρίνα, περίμενε! – φώναξε ο Βίκτορ πίσω της.

– Έχω ακόμα τέσσερα δωμάτια να καθαρίσω – απάντησε ήρεμα.

Τότε η ξανθιά γυναίκα της έτεινε το χέρι.

– Σβετλάνα.

Η Μαρίνα έγνεψε.

– Μαρίνα.

Ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Για το υπόλοιπο της βάρδιας προσπάθησε να μην σκέφτεται όσα είχαν συμβεί.

Ένα ακριβό δωμάτιο ξενοδοχείου δεν αποδείκνυε τίποτα.

Ίσως το είχε πληρώσει η Σβετλάνα.

Ίσως ήταν δώρο.

Ίσως ήταν επαγγελματικό ταξίδι.

Και, άλλωστε…

Είχαν ήδη χωρίσει.

Ο Βίκτορ μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε.

Τουλάχιστον αυτό προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της η Μαρίνα.

Εκείνο το βράδυ, όμως, η υπεύθυνη υποδοχής τής ζήτησε να επιστρέψει στο δωμάτιο 507.

Οι πελάτες είχαν ενημερώσει ότι έλειπε ένα δεύτερο μπουρνούζι.

Την πόρτα άνοιξε η Σβετλάνα.

Η Μαρίνα μπήκε και αμέσως το βλέμμα της έπεσε πάνω στο τραπέζι.

Εκεί βρισκόταν ένα κουτί από κοσμηματοπωλείο.

Δίπλα του υπήρχε ένας φάκελος του ξενοδοχείου και αρκετά εκτυπωμένα έγγραφα.

Η Μαρίνα πήγε το μπουρνούζι στο μπάνιο.

Ετοιμαζόταν να φύγει, όταν η Σβετλάνα μίλησε:

– Ο Βίκτορ μου είπε ότι έχετε χωρίσει εδώ και πολύ καιρό. Ελπίζω να μην αισθάνεσαι άβολα που μας βλέπεις εδώ.

– Αυτό είναι πλέον δική σας προσωπική υπόθεση – απάντησε η Μαρίνα.

Η Σβετλάνα όμως συνέχισε:

– Αύριο παντρευόμαστε.

Η Μαρίνα σταμάτησε.

– Τι είπες;

– Γι’ αυτό ήρθαμε εδώ για λίγες μέρες. Μετά τον γάμο θέλουμε να ξεκουραστούμε λίγο.

Εκείνη τη στιγμή ο Βίκτορ βγήκε από το μπάνιο.

Στο πρόσωπό του φαινόταν αμέσως ότι δεν χαιρόταν καθόλου με αυτή τη συζήτηση.

Η Σβετλάνα όμως συνέχισε εντελώς φυσικά.

Είπε ότι γνώριζε τον Βίκτορ περίπου έναν χρόνο και ότι την άνοιξη είχαν μετακομίσει μαζί.

Έναν χρόνο.

Μια και μόνο σκέψη πέρασε από το μυαλό της Μαρίνας.

Πριν από έναν χρόνο ήταν ακόμα παντρεμένοι.

Και όχι μόνο αυτό…

Ακριβώς τότε ο Βίκτορ τής είχε ζητήσει για πρώτη φορά να χρησιμοποιήσουν τις κοινές τους οικονομίες.

Εκείνο το βράδυ η Μαρίνα δεν τηλεφώνησε στον πρώην σύζυγό της.

Ήθελε πρώτα να καταλάβει τι συνέβαινε.

Δεν την ενδιέφερε αν ο Βίκτορ ξαναπαντρευόταν.

Δεν την ενδιέφερε αν υπήρχε άλλη γυναίκα στη ζωή του.

Αλλά οι ημερομηνίες ταίριαζαν υπερβολικά καλά μεταξύ τους.

Την επόμενη μέρα εργαζόταν σε διαφορετικό όροφο, οπότε δεν συνάντησε τον Βίκτορ.

Το βράδυ όμως χτύπησε ξαφνικά το τηλέφωνό της.

Ήταν η Σβετλάνα.

Είχε πάρει τον αριθμό της από τον Βίκτορ.

– Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Σε παρακαλώ, μην το παρεξηγήσεις – άρχισε διστακτικά. – Σου χρωστάει κάτι ο Βίκτορ μετά το διαζύγιό σας;

Η Μαρίνα αμέσως σφίχτηκε.

– Τι εννοείς;

– Χρήματα.

Η Μαρίνα έμεινε σιωπηλή για μερικά δευτερόλεπτα.

Τότε η Σβετλάνα τής είπε ότι το προηγούμενο βράδυ ο Βίκτορ της ζήτησε να πληρώσει εκείνη τον λογαριασμό του ξενοδοχείου.

Είπε ότι η τράπεζα είχε προσωρινά περιορίσει τη χρήση της κάρτας του λόγω μιας μεγάλης μεταφοράς χρημάτων.

Η Σβετλάνα πλήρωσε.

Αργότερα όμως άρχισαν να συζητούν για χρήματα.

Ο Βίκτορ ανέφερε ότι χρωστούσε κάποια χρήματα στην πρώην γυναίκα του.

– Πόσα;

Η Σβετλάνα δίστασε.

– Είπε περίπου εκατό χιλιάδες.

Η Μαρίνα απάντησε χαμηλόφωνα:

– Διακόσιες ογδόντα χιλιάδες.

Στην άλλη άκρη της γραμμής επικράτησε σιωπή.

Δύο μέρες αργότερα η Σβετλάνα ζήτησε να συναντηθούν.

Κάθισαν σε ένα μικρό καφέ κοντά στο ξενοδοχείο.

Αρχικά η Μαρίνα ήθελε να αρνηθεί.

Δεν ήθελε να συζητήσει τα οικονομικά του πρώην συζύγου της με μια άλλη γυναίκα.

Αλλά η Σβετλάνα είπε μόνο μία φράση:

– Νομίζω ότι πρέπει να δεις αυτό το έγγραφο.

Και άφησε μπροστά της ένα αντίγραφο.

Η Μαρίνα το κοίταξε.

Μετά ξανά.

Και άλλη μία φορά.

Ενάμιση χρόνο νωρίτερα, ο Βίκτορ είχε ιδρύσει μαζί με έναν παλιό συνεργάτη του, τον Σεργκέι, μια νέα εταιρεία.

Ασχολούνταν με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο όπως και πριν ο Βίκτορ.

Προμήθευαν ανταλλακτικά για γεωργικά μηχανήματα.

Το σαράντα τοις εκατό της εταιρείας ανήκε στον Βίκτορ.

Το στομάχι της Μαρίνας σφίχτηκε.

Δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτα γι’ αυτό.

Η ημερομηνία όμως ήταν ακόμα πιο σημαντική.

Η εταιρεία είχε ιδρυθεί επτά μήνες πριν από το διαζύγιό τους.

Η Σβετλάνα το γνώριζε από την αρχή.

Εργαζόταν ως λογίστρια σε έναν από τους προμηθευτές και έτσι είχε γνωρίσει τον Βίκτορ.

– Μου είπε ότι η παλιά του επιχείρηση είχε ουσιαστικά καταρρεύσει – εξήγησε η Σβετλάνα. – Γι’ αυτό ίδρυαν μια νέα εταιρεία μαζί με τον συνέταιρό του.

Η Μαρίνα έκλεισε αργά τα μάτια της.

Τα τραπεζικά αντίγραφα.

Τα απλήρωτα τιμολόγια.

Η ιστορία με το «δεν έχω χρήματα».

Ξαφνικά όλα απέκτησαν διαφορετικό νόημα.

Ο Βίκτορ πράγματι αντιμετώπιζε προβλήματα.

Απλώς δεν της είχε πει όλη την αλήθεια.

Η παλιά του επιχείρηση πράγματι πήγαινε άσχημα.

Αλλά ταυτόχρονα έχτιζε μια άλλη επιχείρηση.

Και γι’ αυτό χρησιμοποίησε τις κοινές τους οικονομίες.

Την επόμενη μέρα η Μαρίνα περίμενε τον Βίκτορ έξω από το ξενοδοχείο.

Ο άντρας μπήκε στο αυτοκίνητό της.

Μόλις είδε το πρόσωπο της Μαρίνας, κατάλαβε αμέσως για ποιο πράγμα θα μιλούσαν.

– Γιατί δεν μου είπες για την εταιρεία;

Ο Βίκτορ αναστέναξε εκνευρισμένος.

– Η Σβετλάνα σου τα είπε όλα;

Η Μαρίνα δεν απάντησε.

Έκανε μόνο μία ερώτηση:

– Πού πήγαν τα 640 χιλιάδες μας;

– Σου το είπα ήδη. Πήγαν στην επιχείρηση.

– Σε ποια;

Ο Βίκτορ σώπασε.

Η Μαρίνα ένιωσε ότι για πρώτη φορά δεν υπήρχε πια κανένα μέρος για να κρυφτεί από την απάντηση.

Τελικά ο άντρας το παραδέχτηκε.

Ένα μέρος των χρημάτων πράγματι χρησιμοποιήθηκε για να εξοφλήσει τα παλιά του χρέη.

Αλλά ένα σημαντικό ποσό το επένδυσε στη νέα εταιρεία.

Αρχικό εμπόρευμα.

Ενοίκιο αποθήκης.

Μεταφορικά.

Έξοδα έναρξης.

– Δηλαδή χρησιμοποίησες τα δικά μας χρήματα για να ξεκινήσεις τη νέα σου επιχείρηση;

Ο Βίκτορ δεν είπε τίποτα.

– Γιατί δεν μου το είπες;

– Επειδή δεν ήξερα αν θα πετύχει.

– Και όταν χωρίσαμε;

Ο Βίκτορ κατάπιε δύσκολα.

– Ήδη λειτουργούσε.

– Είχε έσοδα;

Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή.

– Ναι.

Τότε η Μαρίνα κατάλαβε πραγματικά τι είχε συμβεί.

Δεν ήταν ότι τα χρήματά τους απλώς εξαφανίστηκαν.

Ο Βίκτορ πήρε ένα μέρος των κοινών τους αποταμιεύσεων και το επένδυσε σε μια επιχείρηση στην οποία είχε σαράντα τοις εκατό συμμετοχή.

Και μετά χώρισε από τη Μαρίνα σαν να μην είχε απολύτως τίποτα.

– Τότε γιατί μου υποσχέθηκες να μου επιστρέψεις μόνο 320 χιλιάδες;

Ο Βίκτορ ανασήκωσε τους ώμους.

– Εσύ είπες ότι σου ανήκε το μισό.

Η Μαρίνα χαμογέλασε πικρά.

Υπήρχε κάποια αλήθεια σε αυτό.

Πράγματι, εκείνη είχε ζητήσει μόνο το μισό.

Αλλά τότε δεν γνώριζε πού είχαν πάει τα χρήματα.

Και ακόμα κι από αυτά τα 320 χιλιάδες είχε λάβει μόνο σαράντα.

Εκείνο το βράδυ η Μαρίνα έψαξε τα παλιά τους μηνύματα.

Το βρήκε.

Μερικές εβδομάδες μετά το διαζύγιο, ο Βίκτορ της είχε γράψει:

«Θα σου επιστρέψω τις 320 χιλιάδες μόλις ξανασταθώ στα πόδια μου».

Η Μαρίνα έβγαλε ένα στιγμιότυπο οθόνης.

Ύστερα έλεγξε τον τραπεζικό της λογαριασμό.

Τέσσερις μεταφορές.

Κάθε μία ήταν δέκα χιλιάδες ρούβλια.

Συνολικά σαράντα χιλιάδες.

Έλειπαν ακόμα 280 χιλιάδες.

Έστειλε στον Βίκτορ και τις δύο φωτογραφίες.

Και έγραψε μόνο:

«Δεν με ενδιαφέρει τι απέγινε η εταιρεία. Θέλω τα χρήματα που εσύ ο ίδιος μου υποσχέθηκες ότι θα μου επιστρέψεις».

Ο Βίκτορ την κάλεσε σχεδόν αμέσως.

Πρότεινε να συνεχίσει να της πληρώνει δέκα χιλιάδες ρούβλια τον μήνα.

Η Μαρίνα έκανε γρήγορα τον υπολογισμό.

Πάνω από δύο χρόνια.

– Όχι – είπε.

Λίγες μέρες αργότερα ο Βίκτορ έκανε μια νέα πρόταση.

Εκατό χιλιάδες αμέσως.

Τα υπόλοιπα μέσα σε έξι μήνες.

Η Μαρίνα ούτε αυτή τη φορά δέχτηκε.

Δεν ήθελε εκδίκηση.

Δεν ήθελε να καταστρέψει τον άντρα.

Απλώς δεν πίστευε πια ότι ο Βίκτορ δεν είχε χρήματα.

Και τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενε καθόλου.

Η Σβετλάνα την ξανακάλεσε.

Ο γάμος είχε γίνει.

Αλλά μετά οι δυο τους τσακώθηκαν.

Η Σβετλάνα είχε μάθει ότι ο Βίκτορ δεν είχε μειώσει μόνο το ποσό που χρωστούσε στην πρώην γυναίκα του.

Ήθελε επίσης να αγοράσει αυτοκίνητο.

Ένα αυτοκίνητο που κόστιζε σχεδόν τρία εκατομμύρια ρούβλια.

Ένας από τους στόχους της εκδρομής τους το Σαββατοκύριακο ήταν ακριβώς να επισκεφθούν μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων.

Ο άντρας είχε ήδη βάλει στην άκρη 700 χιλιάδες ρούβλια για την προκαταβολή.

Αυτή τη φορά η Μαρίνα δεν ρώτησε τίποτα.

Απλώς τηλεφώνησε στον Βίκτορ.

– Μου χρωστάς 280 χιλιάδες ρούβλια.

Σιωπή.

– Και έχεις στην άκρη 700 χιλιάδες ρούβλια για ένα αυτοκίνητο.

Στην άλλη άκρη της γραμμής ο Βίκτορ έβρισε.

– Ποιος σου το είπε αυτό;

Η Μαρίνα απάντησε ήρεμα:

– Αυτό δεν έχει πια σημασία.

Τρεις μέρες αργότερα έφτασαν τα πρώτα 200 χιλιάδες.

Έναν μήνα αργότερα έφτασαν και τα υπόλοιπα 80 χιλιάδες.

Δεν χρειάστηκε να πάει στο δικαστήριο.

Δεν χρειάστηκε δικηγόρο.

Δεν χρειάστηκε να διεκδικήσει το μερίδιό της στην εταιρεία.

Η Μαρίνα δεν ήθελε να επιστρέψει στην ιστορία του διαζυγίου τους.

Δεν ήθελε να υπολογίσει ακριβώς πόσα θα μπορούσε να διεκδικήσει.

Της αρκούσαν τα χρήματα που ο ίδιος ο Βίκτορ είχε πει ότι θα της επέστρεφε.

Η Μαρίνα δεν ξανασυνάντησε τη Σβετλάνα.

Κάποτε όμως έλαβε από εκείνη ένα σύντομο μήνυμα:

«Προς το παρόν δεν αγοράσαμε το αυτοκίνητο».

Η Μαρίνα δεν απάντησε.

Τέσσερις μήνες αργότερα έφυγε από το ξενοδοχείο.

Σε ένα μεγαλύτερο κατάστημα άνοιξε μια θέση υπαλλήλου αποθήκης.

Ο μισθός ήταν καλύτερος και η Μαρίνα δέχτηκε τη δουλειά.

Ένα μέρος των χρημάτων που πήρε πίσω το έβαλε σε προθεσμιακή κατάθεση.

Με το υπόλοιπο επιτέλους ανακαίνισε την κρεβατοκάμαρα.

Ακριβώς εκείνο το δωμάτιο που χρόνια νωρίτερα σχεδίαζαν να ανακαινίσουν με τις κοινές τους αποταμιεύσεις.

Από τότε δεν ξαναείδε τον Βίκτορ.

Όμως θυμόταν για πολύ καιρό εκείνη την τυχαία συνάντηση.

Γιατί εκείνη την ημέρα, όταν ο πρώην σύζυγός της μπήκε σε εκείνο το ακριβό δωμάτιο ξενοδοχείου, η Μαρίνα πίστευε ότι απλώς είχε συναντήσει μια δυσάρεστη ανάμνηση από την παλιά της ζωή.

Αργότερα κατάλαβε ότι ήταν κάτι πολύ περισσότερο.

Εκείνη η συνάντηση της αποκάλυψε την αλήθεια.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι είχαν τελειώσει τα χρήματά τους.

Το πρόβλημα ήταν ότι ο Βίκτορ της έδειξε μόνο όση αλήθεια ήθελε να γνωρίζει η Μαρίνα.

Τα υπόλοιπα τα κρατούσε σε έναν άλλο τραπεζικό λογαριασμό, σε μια άλλη εταιρεία και σε μια άλλη ζωή.

Και τελικά η Μαρίνα δεν πήρε πίσω το παρελθόν της.

Πήρε πίσω μόνο τις 280 χιλιάδες ρούβλια που είχε πλέον πιστέψει ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά.

Και αυτό ήταν αρκετό για να κλείσει επιτέλους οριστικά τον γάμο της.

Visited 1 times, 1 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο