— Εγώ θα πάω μόνος μου διακοπές και εσύ θα φροντίσεις τη μητέρα μου. Είσαι γιατρός, άλλωστε, κι εγώ χρειάζομαι να ξεκουραστώ — δήλωσε ο σύζυγος.

Ενδιαφέρων

Η Άλλα στεκόταν μπροστά στην κουζίνα και ανακάτευε αργά τη σούπα. Η κουτάλα σταμάτησε στη μέση της διαδρομής.

– Πες το μου άλλη μία φορά, σε παρακαλώ.

– Τι να επαναλάβω; Είναι πολύ απλό. Η μαμά δεν είναι καλά, δεν μπορεί να μείνει μόνη. Εσύ είσαι γιατρός, για σένα δεν θα είναι πρόβλημα. Κι εγώ δούλευα σαν τρελός όλη τη χρονιά. Χρειάζομαι μια αλλαγή παραστάσεων.

Ο Γκόσα στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παντελονιού του σπιτιού. Έδειχνε τόσο ήρεμος, σαν να της ανακοίνωνε κάτι ευχάριστο.

Σαν να μην της έλεγε μόλις ότι εκείνη έπρεπε να μείνει στο σπίτι με τη μητέρα του, ενώ ο ίδιος θα πήγαινε μόνος διακοπές.

Μόνο που εκείνη τη στιγμή η Άλλα δεν γνώριζε ακόμη πως το πρόβλημα ήταν πολύ μεγαλύτερο.

Η Άλλα Βικτόροβνα Σομόβα ήταν τριάντα οκτώ ετών και εργαζόταν εδώ και δεκαπέντε χρόνια ως παθολόγος σε ένα δημοτικό πολυϊατρείο.

Δεν ήταν εύκολη δουλειά.

Μεγάλες ουρές, αγχωμένοι ασθενείς, σωροί από χαρτιά, ασταμάτητα τηλεφωνήματα και μέρες κατά τις οποίες δεν προλάβαινε ούτε να φάει.

Κι όμως, αγαπούσε τη δουλειά της.

Αυτό που αγαπούσε ακόμη περισσότερο, όμως, ήταν οι διακοπές που είχε σχεδιάσει μαζί με τον άντρα της.

Μιλούσαν γι’ αυτές από τον Φεβρουάριο.

Καρελία.

Δώδεκα μέρες σε ένα μικρό σπίτι στις όχθες της λίμνης Λάντογκα. Πεύκα, καθαρός αέρας, ησυχία.

Η Άλλα είχε ήδη αγοράσει ένα αδιάβροχο μπουφάν και είχε βάλει στη βαλίτσα δύο βιβλία που ανέβαλλε εδώ και μήνες να διαβάσει.

Η κόρη τους, η Πολίνα, που σπούδαζε στην Αγία Πετρούπολη, είχε υποσχεθεί ότι θα ερχόταν να τους βρει ένα από τα Σαββατοκύριακα.

Όλα έμοιαζαν τέλεια.

Μέχρι που, δύο μέρες πριν από την αναχώρηση, ο Γκόσα της είπε ξαφνικά:

– Εγώ θα πάω μόνος.

Στην αρχή η Άλλα νόμιζε πως αστειευόταν.

– Γκόσα, μα το είχαμε κανονίσει μαζί.

– Το ξέρω.

– Τα έχουμε πληρώσει όλα.

– Τα χρήματα μπορούν να επιστραφούν.

– Κι αν δεν επιστραφούν;

– Τότε δεν θα επιστραφούν. Τι να κάνω;

Η Άλλα τον κοίταξε δύσπιστα.

– Πώς μπορείς να μιλάς γι’ αυτό τόσο εύκολα;

Τότε ο Γκόσα ύψωσε απότομα τη φωνή του.

– Γιατί βαρέθηκα, Άλλα! Δούλευα όλη τη χρονιά! Νομίζεις ότι μόνο εσύ κουράζεσαι;

– Δεν είπα αυτό.

– Αλλά έτσι συμπεριφέρεσαι! Πάντα η δουλειά σου. Πάντα οι ασθενείς σου. Και η μητέρα μου μένει μόνη της.

– Η μητέρα σου είναι μια χαρά.

– Πού το ξέρεις;

– Γιατί μίλησα μαζί της χθες.

Ο Γκόσα σώπασε.

Ύστερα είπε μόνο:

– Η μαμά είναι μόνη. Και είναι η μοναδική μητέρα που έχουμε.

Με αυτό έκλεισε τη συζήτηση.

Η Άλλα δεν κοιμήθηκε όλη τη νύχτα.

Την επόμενη μέρα στο ιατρείο κοιτούσε τον φάκελο μιας ηλικιωμένης γυναίκας με υπέρταση, αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί.

Μια σκέψη γυρνούσε συνεχώς στο μυαλό της:

Γιατί τώρα;

Γιατί τόσο ξαφνικά;

Και γιατί ο Γκόσα ήθελε τόσο πολύ να πάει μόνος;

Το μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνό της.

Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα της Ζιναΐντα Πετρόβνα.

Η πεθερά της.

– Αλλότσκα… – ακούστηκε η αδύναμη, λαχανιασμένη φωνή. – Δεν είμαι καθόλου καλά. Με σφίγγει το στήθος. Έλα, σε παρακαλώ.

Το πρόσωπο της Άλλα χλόμιασε.

Αμέσως ενημέρωσε τον προϊστάμενό της, άρπαξε την τσάντα της και έφυγε.

Στον δρόμο κατηγορούσε μόνο τον εαυτό της.

Έπρεπε να την είχε επισκεφθεί περισσότερες φορές.

Είχε περάσει καιρός από την τελευταία φορά που της είχε μετρήσει την πίεση.

Μπορεί να είχε κάτι σοβαρό.

Η Ζιναΐντα Πετρόβνα έμενε σε ένα παλιό διαμέρισμα δύο δωματίων στην άλλη άκρη της πόλης.

Την πόρτα άνοιξε η γειτόνισσα, η Νίνα Φιοντόροβνα.

– Δόξα τω Θεώ που ήρθατε! – είπε βιαστικά. – Είναι μέσα στο δωμάτιο. Πίναμε τσάι και ξαφνικά έπιασε το στήθος της.

Η Άλλα μπήκε βιαστικά.

Η πεθερά της ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, σκεπασμένη με μια κουβέρτα. Στο μέτωπό της είχε μια βρεγμένη πετσέτα.

Πάνω στο τραπέζι, όμως, η Άλλα αντίκρισε μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Σε ένα πιάτο υπήρχαν υπολείμματα από τηγανητό κοτόπουλο.

Δίπλα ένα μπολάκι με ρέγγα.

Και ένα άδειο ποτήρι.

Η Άλλα έβγαλε σιωπηλά το πιεσόμετρο.

– Τι φάγατε σήμερα;

– Τίποτα ιδιαίτερο… – αναστέναξε η Ζιναΐντα. – Ένα ελαφρύ γεύμα.

Η Άλλα κοίταξε το ποτήρι.

– Και αυτό;

– Ήταν μόνο μια γουλιά.

– Για ποιο λόγο;

– Γεννήθηκε το εγγόνι της Νίνα. Ήπιαμε απλώς ένα ποτηράκι για το καλό.

Η Άλλα της μέτρησε την πίεση.

150/100.

– Η πίεσή σας είναι ανεβασμένη, αλλά δεν κινδυνεύετε άμεσα. Ξέρετε και η ίδια ότι πρέπει να αποφεύγετε τα αλμυρά και λιπαρά φαγητά. Για το αλκοόλ δεν χρειάζεται καν να μιλήσουμε.

Η Ζιναΐντα κοίταξε δραματικά τη γειτόνισσα.

– Το ακούς, Νίνα; Η ίδια μου η νύφη μου μιλάει σαν να είμαι εγκληματίας!

– Σας μιλάω ως γιατρός – απάντησε ήρεμα η Άλλα. – Δεν θα συμβεί τίποτα. Θα πάρετε το φάρμακό σας, θα ξεκουραστείτε και μέχρι το βράδυ θα είστε καλύτερα.

– Όταν γυρίσει ο Γκόσα, θα του τα πεις όλα, έτσι δεν είναι; – ρώτησε η πεθερά της. – Ότι η μητέρα του είναι εδώ ξαπλωμένη κι εσύ αρνείσαι να τη βοηθήσεις;

Η Άλλα αναστέναξε βαθιά.

Δεν ήθελε να κάνει σκηνή μπροστά στη γειτόνισσα.

Μόνο που είκοσι λεπτά αργότερα εμφανίστηκε και ο Γκόσα.

Μπήκε μέσα αναστατωμένος.

– Μαμά! Τι σου συνέβη;

Ύστερα κοίταξε την Άλλα.

– Εσύ τι έκανες;

– Τίποτα. Ανέβηκε η πίεσή της. Πήρε το φάρμακό της και πρέπει να ξεκουραστεί.

– Και θεωρείς ότι αυτό είναι ασήμαντο;

– Γκόσα, είμαι γιατρός. Ξέρω πότε υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.

– Φυσικά! – πετάχτηκε η Ζιναΐντα. – Αυτή πιστεύει ότι το παίζω άρρωστη!

Η Άλλα προτίμησε να μη μιλήσει.

Το βράδυ, όμως, ο Γκόσα συνέχισε τη συζήτηση στο σπίτι.

– Με ταπείνωσες μπροστά στη μητέρα μου.

– Δεν σε ταπείνωσα.

– Της μίλησες σαν να έλεγε ψέματα.

– Είπα μόνο ότι δεν ακολούθησε τη δίαιτά της.

– Αρκετά, Άλλα.

Ο άντρας σηκώθηκε.

– Πήρα μια απόφαση.

– Ποια;

– Αύριο θα πάω μόνος μου στην Καρελία.

Η Άλλα τον κοίταξε αποσβολωμένη.

– Τι;

– Δεν θέλω να ρισκάρω τα πάντα. Έχω μια σημαντική δουλειά εκεί.

– Τι σημαντική δουλειά; Αφού υποτίθεται ότι είσαι σε διακοπές.

– Δεν σε αφορά.

Η Άλλα τον κοίταξε για λίγο.

– Τότε έχω δικαίωμα να ξέρω τι θα γίνει με την κρεβατοκάμαρά μου; Γιατί μου είπες ότι η μητέρα σου θα μείνει εδώ για δύο εβδομάδες.

– Ναι. Δεν μπορεί να κοιμηθεί στον καναπέ. Κι εσύ είσαι γιατρός, για σένα δεν είναι πρόβλημα να τη φροντίζεις.

– Γκόσα, ακούς καν τι λες;

– Είναι οικογενειακό καθήκον, Άλλα!

Ο άντρας άρχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα του.

Δύο μπλουζάκια.

Παντελόνι.

Μαγιό.

Αντηλιακό.

Γυαλιά ηλίου.

Το βλέμμα της Άλλα σταμάτησε πάνω σε ένα ολοκαίνουργιο λινό πουκάμισο.

Δεν το είχε ξαναδεί ποτέ.

– Ωραίο πουκάμισο – είπε χαμηλόφωνα. – Πότε το αγόρασες;

– Παλιά.

– Περίεργο. Δεν το έχω δει ποτέ.

– Μην ασχολείσαι.

Το επόμενο πρωί ο Γκόσα είχε ήδη φύγει.

Στο τραπέζι της κουζίνας είχε αφήσει μόνο ένα σημείωμα:

«Η μαμά θα έρθει την Τετάρτη. Ετοίμασε το κρεβάτι της.»

Μόνο που την Τετάρτη η Ζιναΐντα δεν ήρθε.

Τηλεφώνησε.

Είπε ότι δεν ήταν καλά και δεν είχε δύναμη να μετακομίσει.

Τότε η Άλλα ένιωσε για πρώτη φορά πραγματικά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Όλα είχαν γίνει υπερβολικά εύκολα.

Όλα είχαν συμβεί υπερβολικά ξαφνικά.

Και κάτι δεν της κολλούσε.

Άνοιξε την εφαρμογή της τράπεζας.

Δεν ήξερε καν γιατί.

Ίσως από ένστικτο.

Στον κοινό λογαριασμό αποταμίευσης, στον οποίο έβαζαν χρήματα εδώ και τρία χρόνια για την ανακαίνιση της κουζίνας και του μπάνιου, υπήρχαν μηδέν ρούβλια.

Η Άλλα έλεγξε την οθόνη τρεις φορές.

Μηδέν.

Ύστερα είδε τη συναλλαγή.

1.800.000 ρούβλια.

Δέκα μέρες νωρίτερα.

Μία και μοναδική μεταφορά.

Σε λογαριασμό ιδιώτη.

Η Άλλα κάθισε στο σκαμπό της εισόδου.

Τα πόδια της δεν την κρατούσαν πια.

– Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια…

Τηλεφώνησε στον Γκόσα.

Δεν απάντησε την πρώτη φορά.

Ούτε τη δεύτερη.

Την τρίτη τελικά το σήκωσε.

– Άλλα, τώρα δεν μπορώ να μιλήσω. Είμαι σε συνάντηση.

– Πού είναι τα χρήματά μας;

Σιωπή.

– Ποια χρήματα;

– Μην το κάνεις αυτό. Τα 1,8 εκατομμύρια.

Νέα σιωπή.

– Α, αυτά.

– Πού τα έστειλες;

– Τα επένδυσα.

– Σε τι;

– Σε ένα πολύ υποσχόμενο σχέδιο.

– Τι σχέδιο;

– Θα σου πω αργότερα.

– Γκόσα…

– Πρέπει να κλείσω. Θα μιλήσουμε αργότερα.

Η γραμμή έκλεισε.

Η Άλλα δεν έκλαψε.

Παράξενο, αλλά δεν μπορούσε.

Αντί να καταρρεύσει, ένιωσε μέσα της μια παγωμένη ηρεμία.

Ήταν ακριβώς το συναίσθημα που είχε ως γιατρός όταν καταλάβαινε ότι η κατάσταση ενός ασθενούς ήταν σοβαρή.

Πρώτα έπρεπε να κάνει τη διάγνωση.

Ύστερα να δράσει.

Η Άλλα τηλεφώνησε στη φίλη της, την Ιρίνα, που εργαζόταν ως δικηγόρος.

– Ίρι, χρειάζομαι βοήθεια.

Της είπε τα πάντα.

Για το ταξίδι.

Για την αδιαθεσία της πεθεράς της.

Για τα χρήματα.

Για την περίεργη συμπεριφορά του Γκόσα.

Η Ιρίνα σώπασε για λίγα δευτερόλεπτα.

– Πήγαινε πίσω του.

– Πού;

– Στην Καρελία.

– Τώρα;

– Ακριβώς τώρα. Έτσι κι αλλιώς εκεί ήθελες να πας. Δες τι κάνει ο άντρας σου. Και μην τσακωθείς μαζί του. Μην τον απειλήσεις. Απλώς συγκέντρωσε αποδείξεις.

Η Άλλα πήρε το τρένο εκείνο κιόλας το βράδυ.

Πήρε μαζί της μόνο ένα σακίδιο.

Μπουφάν.

Κινητό.

Πορτοφόλι.

Όταν το τρένο ξεκίνησε, την πήρε τηλέφωνο η Πολίνα.

– Μαμά, πού πας;

– Στην Καρελία.

– Μόνη σου;

– Ναι.

Η κόρη της σώπασε για λίγο.

– Μαμά… εδώ και καιρό θέλω να σου πω κάτι.

Η Άλλα έσφιξε το τηλέφωνο στο χέρι της.

– Τι;

– Ο μπαμπάς τελευταία συμπεριφέρεται περίεργα. Με ρώτησε αρκετές φορές για το οικόπεδο της γιαγιάς στη Λάντογκα. Μου ζήτησε ακόμη και φωτογραφίες.

Η Άλλα πάγωσε.

– Ποιο οικόπεδο;

– Αυτό που κληρονόμησε η γιαγιά από τον παππού. Με το παλιό σπίτι.

– Ο Γκόσα μου είπε ότι το σπίτι είναι εντελώς ερειπωμένο.

– Ναι. Μόνο που πριν από λίγες εβδομάδες μου είπε: «Σύντομα θα έχουμε τη δική μας επιχείρηση δίπλα στη λίμνη».

Η Άλλα έκλεισε τα μάτια της.

– Ευχαριστώ, κορίτσι μου.

Το τρένο συνέχισε να προχωρά μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

Τότε η Άλλα ήξερε πλέον:

δεν πήγαινε διακοπές.

Πήγαινε να βρει την αλήθεια.

Έφτασε στην περιοχή της Λάντογκα γύρω στο μεσημέρι.

Ο αέρας μύριζε πεύκο και από μακριά ερχόταν ένας κρύος, υγρός άνεμος από τη λίμνη.

Η Άλλα περπάτησε αργά στον δρόμο.

Είχε ξαναέρθει εδώ μία φορά, δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα.

Τώρα σχεδόν δεν αναγνώριζε το μέρος.

Στη θέση των παλιών περιφράξεων υπήρχαν τακτοποιημένα ξύλινα σπίτια.

Στους δρόμους ήταν παρκαρισμένα ακριβά αυτοκίνητα.

«Ξενώνας».

«Σάουνα».

«Κέντρο αναψυχής».

Και τότε τον είδε.

Τον άντρα της.

Ο Γκόσα στεκόταν πάνω σε μια προβλήτα.

Φορούσε ανοιχτόχρωμο λινό πουκάμισο και ψάθινο καπέλο.

Γελούσε.

Μιλούσε με δύο άντρες και έδειχνε προς τη λίμνη.

Δεν έμοιαζε καθόλου με άνθρωπο που βρισκόταν σε κάποια «σημαντική επαγγελματική συνάντηση».

Πίσω του στεκόταν ένα πανέμορφο διώροφο ξύλινο σπίτι με τεράστια βεράντα.

Πάνω από την είσοδο υπήρχε μια πινακίδα:

«Κτήμα Λάντογκα».

Η Άλλα στάθηκε πίσω από ένα πεύκο.

Τότε από το κτίριο βγήκε μια γυναίκα περίπου τριάντα πέντε ετών.

Φορούσε λευκό φόρεμα και τα μακριά καστανά μαλλιά της έπεφταν στην πλάτη της.

Πήγε προς τον Γκόσα, τον έπιασε από το μπράτσο και γέλασε.

– Γκεόργκι Αντρέγιεβιτς, οι πελάτες θέλουν το σουβλάκι στις επτά.

– Φυσικά, Βερότσκα. Θα το κανονίσω.

Η καρδιά της Άλλα σφίχτηκε.

Βερότσκα.

Και ο άντρας της τής χαμογελούσε με έναν τρόπο που δεν της είχε χαμογελάσει εδώ και χρόνια.

Η Άλλα βγήκε από πίσω από το δέντρο.

– Γκόσα.

Ο άντρας γύρισε.

Το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπό του μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.

– Άλλα?!

– Έκπληξη;

– Εσύ… τι κάνεις εδώ;

– Κάνω διακοπές.

– Μόνη;

– Ναι. Όπως ακριβώς σχεδίαζες κι εσύ.

Ο Γκόσα κοίταξε νευρικά γύρω του.

– Αυτό είναι μια παρεξήγηση.

– Είμαι σίγουρη.

Ο άντρας την τράβηξε στην άκρη.

– Τι κάνεις; Τρελάθηκες; Με εξευτελίζεις μπροστά σε όλους!

Η Άλλα τράβηξε το χέρι της από το δικό του.

– Εγώ σε εξευτελίζω; Τότε ποια είναι αυτή η γυναίκα;

– Η Βέρα. Βέρα Σεργκέγεβνα. Επιχειρηματική συνεργάτιδα.

– Σε ποια επιχείρηση;

Ο Γκόσα κατάπιε δύσκολα.

– Ένα σχέδιο. Ένα κοινό σχέδιο.

– Α, μάλιστα.

Η Άλλα κοίταξε το σπίτι.

– Και ποιανού είναι αυτό;

– Της μητέρας μου.

– Και ποιος το έχτισε;

Ο Γκόσα σώπασε.

– Με τα δικά μας χρήματα, έτσι δεν είναι;

Ο άντρας χαμήλωσε το κεφάλι.

– Εγώ απλώς επένδυσα.

– 1,8 εκατομμύρια ρούβλια.

– Δεν σε αφορά τίποτα από την επιχείρηση!

– Τα κοινά μας χρήματα όμως με αφορούν.

Τότε πλησίασε η Βέρα.

– Γκεόργκι, ποια είναι αυτή;

Ο Γκόσα δεν απάντησε αμέσως.

– Η γυναίκα μου.

Το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της Βέρας.

– Η γυναίκα σου;

– Ναι – είπε η Άλλα. – Προς το παρόν.

Η Βέρα κοίταξε τον Γκόσα για μερικά δευτερόλεπτα.

– Μου είπες ότι είχες πάρει διαζύγιο.

Σιωπή.

Τώρα πια ο Γκόσα ήταν εκείνος που βρισκόταν στη χειρότερη θέση.

Τελικά η Βέρα κοίταξε την Άλλα.

– Ας μιλήσουμε μέσα.

Στο σαλόνι του σπιτιού κάθισαν και οι τρεις.

Η Βέρα έβαλε τσάι στα φλιτζάνια.

– Πραγματικά πίστευα ότι ήταν χωρισμένος – είπε. – Τον γνωρίζω πέντε μήνες. Μου είπε ότι με τη γυναίκα του ήταν μαζί μόνο στα χαρτιά.

Η Άλλα χαμογέλασε πικρά.

– Όπως αποδεικνύεται, ούτε στα χαρτιά.

Η Βέρα κατέβασε τα μάτια.

– Μου είπε ότι αυτό είναι οικογενειακό του οικόπεδο. Ότι θα το κληρονομούσε. Έβαλα χρήματα στην επιχείρηση. Κι εκείνος υποτίθεται ότι είχε πάρει δάνειο.

Η Άλλα σήκωσε το βλέμμα της.

– Δεν πήρε δάνειο.

– Τότε;

– Πήρε τις κοινές μας αποταμιεύσεις.

Η Βέρα χλόμιασε.

– Θεέ μου.

– Πόσα χρήματα έβαλες;

Η Βέρα της είπε το ποσό.

Εκείνη τη στιγμή η Άλλα δεν θύμωνε πια μαζί της.

Κατάλαβε ότι και η Βέρα είχε πέσει στην ίδια παγίδα.

– Άρα μας εξαπάτησε και τις δύο – είπε ήσυχα.

Η Βέρα έγνεψε αργά.

– Έτσι φαίνεται.

– Έχεις δικηγόρο;

– Ναι.

– Κι εγώ.

Οι δύο γυναίκες κοιτάχτηκαν.

– Τότε ας τους τηλεφωνήσουμε – είπε η Άλλα.

Μία ώρα αργότερα όλα ήταν πολύ πιο ξεκάθαρα.

Τα 1,8 εκατομμύρια ρούβλια ήταν κοινή περιουσία.

Ο Γκόσα δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει κρυφά.

Και το οικόπεδο δεν του ανήκε.

Ήταν καταχωρημένο στο όνομα της Ζιναΐντα Πετρόβνα.

Έμενε μόνο ένα ερώτημα:

Ήξερε η μητέρα του όλα αυτά;

Η Άλλα ήδη υποψιαζόταν την απάντηση.

Την επόμενη μέρα επέστρεψε στο σπίτι.

Μπροστά από το διαμέρισμα της πεθεράς της περίμενε η Νίνα Φιοντόροβνα.

– Άλλα Βικτόροβνα! Γυρίσατε ήδη;

– Ναι. Μπορούμε να μιλήσουμε;

Κάθισαν σε ένα παγκάκι.

Η Άλλα δεν την κατηγόρησε.

Απλώς έκανε ερωτήσεις.

Η Νίνα τελικά αναστέναξε.

– Ξέρετε τι μου είπε η Ζίνα; Ότι ο γιος της επιτέλους θα γίνει μεγάλος επιχειρηματίας. Ότι θα της χτίσει ένα υπέροχο σπίτι δίπλα στη λίμνη. Και μου είπε επίσης ότι εσείς δεν έπρεπε να μάθετε τίποτα.

Το πρόσωπο της Άλλα σφίχτηκε.

– Ήξερε και για την αδιαθεσία;

Η Νίνα κατέβασε το κεφάλι.

– Είδα τι έγινε.

– Πείτε μου.

– Τρώγαμε κοτόπουλο. Ξαφνικά η Ζίνα έπιασε το στήθος της και άρχισε να φωνάζει. Εγώ φοβήθηκα. Ύστερα, λίγα λεπτά αργότερα, με κοίταξε και είπε: «Τώρα η Άλλα σίγουρα δεν θα πάει πουθενά».

Η Άλλα έκλεισε τα μάτια της.

Δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία.

Όλα ήταν προσχεδιασμένα.

Η Ζιναΐντα άνοιξε την πόρτα.

Μόλις είδε την Άλλα, πάγωσε.

– Ο Γκόσα δεν είναι εδώ.

– Το ξέρω.

– Είναι σε επαγγελματικό ταξίδι.

– Το ξέρω. Ήμουν κι εγώ εκεί.

Το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας χλόμιασε.

– Τι είδες;

– Το σπίτι. Την επιχείρηση. Τη Βέρα. Και τον γιο σου.

Η Ζιναΐντα άφησε αργά την τσαγιέρα.

– Δεν είχες δικαίωμα…

– Εσύ είχες δικαίωμα να προσποιηθείς ότι είσαι άρρωστη για να μην πάω μαζί του;

Η πεθερά της γύρισε το κεφάλι.

– Πραγματικά δεν ήμουν καλά.

– Ξέρω ότι ανέβηκε η πίεσή σου. Αλλά ξέρω επίσης και τι την προκάλεσε.

Σιωπή.

– Ο Γκόσα μου είπε ότι θα τα κατέστρεφες όλα – ψιθύρισε τελικά η Ζιναΐντα. – Ότι είσαι υπερβολικά έξυπνη, υπερβολικά ανεξάρτητη και ότι ζεις μόνο για τη δουλειά σου.

Η Άλλα χαμογέλασε πικρά.

– Αυτό σου είπε;

– Πίστεψα ότι είχε δίκιο.

– Σου είπε ψέματα. Όπως είπε ψέματα και σε μένα.

Η Ζιναΐντα κάθισε.

– Είναι ο γιος μου.

– Το ξέρω. Και ήταν ο άντρας μου.

Η γυναίκα άρχισε να κλαίει.

– Δεν πίστευα ότι θα έφτανε μέχρι εδώ.

Η Άλλα την κοίταξε για αρκετή ώρα.

Ο θυμός μέσα της είχε αρχίσει σιγά σιγά να εξαντλείται.

– Χρειάζομαι να υπογράψεις μια δήλωση ότι ο Γκόσα χρησιμοποίησε το οικόπεδό σου και τα κοινά μας χρήματα χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεσή μου.

Η Ζιναΐντα έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα.

Ύστερα έγνεψε.

– Θα την υπογράψω.

Τρεις εβδομάδες αργότερα ο Γκόσα επέστρεψε.

Αλλά δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος.

Η επιχείρηση κατέρρευσε.

Οι εργολάβοι ζητούσαν τα χρήματά τους.

Η Βέρα διέκοψε τη συνεργασία και προχώρησε νομικά.

Και ο Γκόσα δοκίμασε τα πάντα.

Τηλεφωνούσε.

Έστελνε μηνύματα.

Ζητούσε συγγνώμη.

Η Άλλα τελικά συμφώνησε να συναντηθούν.

Σε μια καφετέρια.

Σε δημόσιο χώρο.

Με άλλους ανθρώπους γύρω τους.

Ο Γκόσα ήρθε κουρασμένος.

Για μερικά λεπτά απλώς καθόταν απέναντί της.

– Άλλα… λυπάμαι.

– Για τι;

– Για όλα.

– Αυτό δεν αρκεί.

– Το ξέρω.

– Γιατί το έκανες;

– Νόμιζα ότι θα πετύχει. Νόμιζα ότι θα γινόμασταν πλούσιοι. Ότι δεν θα χρειαζόταν να δουλεύεις κι εσύ.

Η Άλλα κούνησε αργά το κεφάλι.

– Δεν ήθελες να με κάνεις ευτυχισμένη, Γκόσα. Ήθελες να νιώσεις σημαντικός.

Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

– Δεκαπέντε χρόνια…

– Ναι.

– Μετά από τόσα χρόνια θα με πετάξεις έξω από τη ζωή σου;

Η Άλλα έκλεισε για λίγο τα μάτια.

– Δεν πέταξα εγώ τα δεκαπέντε χρόνια. Εσύ τα κατέστρεψες όταν αποφάσισες να μου λες ψέματα.

– Δώσε μου άλλη μία ευκαιρία.

– Όχι.

– Με αγαπάς ακόμα;

Η Άλλα σώπασε για αρκετή ώρα.

– Κάποτε σε αγαπούσα πολύ.

Ο άντρας κατέβασε τα μάτια.

– Και τώρα;

– Τώρα απλώς σε λυπάμαι.

Σηκώθηκε.

– Θα καταθέσω αίτηση διαζυγίου. Και για την κοινή περιουσία θα αποφασίσει το δικαστήριο.

Ο Γκόσα δεν προσπάθησε να την εμποδίσει.

Η Άλλα βγήκε από την καφετέρια.

Έξω ο ήλιος έλαμπε αχνά.

Και καθώς περπατούσε στον δρόμο, για πρώτη φορά εδώ και μήνες ένιωσε σαν να είχε φύγει ένα τεράστιο βάρος από το στήθος της.

Έναν μήνα αργότερα έλαβε ένα γράμμα από τη Βέρα.

«Άλλα Βικτόροβνα, σας ευχαριστώ που μου είπατε την αλήθεια. Πούλησα το μερίδιό μου και κατάφερα να πάρω πίσω ένα μέρος της επένδυσής μου. Ο Γκεόργκι έχασε την επιχείρηση. Ελπίζω να είστε επιτέλους ευτυχισμένη. Βέρα.»

Μία εβδομάδα αργότερα τηλεφώνησε και η Ζιναΐντα.

– Αλλότσκα… πραγματικά δεν είμαι καλά. Η πίεσή μου είναι πάλι υψηλή και έχουν πρηστεί τα πόδια μου. Ξέρω ότι είσαι θυμωμένη μαζί μου, αλλά…

Η Άλλα έμεινε σιωπηλή για μερικά δευτερόλεπτα.

– Κλείστε ραντεβού στο ιατρείο.

– Σε σένα;

– Όχι. Με τη Μαρίνα. Είναι πολύ καλή γιατρός.

– Δεν θα έρθεις να με δεις;

Η Άλλα κοίταξε έξω από το παράθυρο.

– Όχι. Δεν είμαι πια η νύφη σας. Και αυτό είναι σωστό. Αλλά είμαι γιατρός. Δεν θα σας αφήσω χωρίς βοήθεια.

Στην άλλη άκρη της γραμμής έπεσε σιωπή.

– Ευχαριστώ – ψιθύρισε η Ζιναΐντα. – Και… συγχώρεσέ με, αν μπορείς.

Η Άλλα έκλεισε τα μάτια της.

– Θα προσπαθήσω.

Έκλεισε το τηλέφωνο.

Πλησίασε στο παράθυρο.

Έξω έπεφτε ήσυχα η καλοκαιρινή βροχή.

Η Άλλα πήρε το τηλέφωνό της και κάλεσε την κόρη της.

– Πολίνα, έχω μια ιδέα.

– Σε ακούω, μαμά.

– Πάμε στη λίμνη Λάντογκα.

Η κόρη της γέλασε.

– Σοβαρά μιλάς;

– Πολύ σοβαρά. Ξέρω ένα μέρος εκεί. Πεύκα, λίμνη, ησυχία.

– Και καθόλου επιχειρηματικοί συνεργάτες;

Η Άλλα χαμογέλασε.

– Κανένας.

– Τότε ξεκινάμε.

Η Άλλα έκλεισε το τηλέφωνο.

Για πρώτη φορά δεν αποφάσιζε κάποιος άλλος για εκείνη.

Ούτε ο άντρας της.

Ούτε η πεθερά της.

Ούτε η οικογένεια.

Η ίδια.

Και το πρώτο ταξίδι της νέας της ζωής οδηγούσε επιτέλους εκεί όπου είχε ξεκινήσει να πηγαίνει εξαρχής:

στη λίμνη Λάντογκα.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν ταξίδευε μαζί της ούτε ένα ψέμα.

Visited 31 times, 31 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο