– Γιε μου, κάνε ένα τεστ DNA! Ο εγγονός μου δεν σου μοιάζει καθόλου – δήλωσε η πεθερά μου και ακούμπησε το φωτογραφικό άλμπουμ ανάποδα στο περβάζι.
Πάνω στο τραπέζι ήταν ακόμη η τούρτα. Μόλις είχαμε σβήσει τα κεράκια και η λιωμένη κρέμα είχε κολλήσει μεταξύ τους τα φυτίλια. Από το δωμάτιο ακουγόταν ο βρυχηθμός ενός ολοκαίνουργιου παιχνιδένιου ανατρεπόμενου φορτηγού: ο Μίρον το έσπρωχνε πάνω στο χαλί από το μεσημέρι και, για σιγουριά, έκανε κι ο ίδιος μαζί του «βρρρρ».
– Ίνγκα Πάβλοβνα, μπορείτε να το επαναλάβετε; – ρώτησα. – Νομίζω πως δεν άκουσα καλά.
– Και βέβαια άκουσες. Τα άκουσες όλα.
Πήρε μια χαρτοπετσέτα από το τραπέζι και άρχισε να σκουπίζει τα γυαλιά της, παρόλο που οι φακοί ήταν ήδη πεντακάθαροι.
– Το πρόσωπο δεν λέει ψέματα, Ουλιάνα. Δούλεψα τριάντα χρόνια στο ταμιευτήριο. Με μια ματιά μπορούσα να καταλάβω ποιος ερχόταν με ξένη εξουσιοδότηση.
– Μαμά, δεν μπορείς να λες τέτοια! – γέλασε ο Σεμιόν από τον διάδρομο, ενώ έδενε τη σακούλα των σκουπιδιών. – Μόλις σου ήρθε η ιδέα ότι έπρεπε να το ανοίξεις σήμερα;
– Και πότε να το ανοίξω; Περιμένω τέσσερα χρόνια να μοιάσει έστω και λίγο σε σένα!
Πήρα το άλμπουμ από το περβάζι και το γύρισα.
Το είχα ετοιμάσει για τρία βράδια, αφού επιτέλους αποκοιμιόταν ο Μίρον. Τις φωτογραφίες τις είχα τυπώσει στο φωτογραφικό κέντρο της οδού Σοβιέτσκαγια, είχα κόψει μία μία τις άκρες τους και κάτω από κάθε φωτογραφία είχα γράψει πού και πότε είχε τραβηχτεί. Από το εξιτήριο του νοσοκομείου μέχρι την προηγούμενη Κυριακή είχα συγκεντρώσει τα πάντα.
Αν μετρούσα τις ώρες, είχα δουλέψει τουλάχιστον εννέα ώρες πάνω σε αυτό. Και για να φτιάξω το εξώφυλλο είχα ξενυχτήσει άλλη μισή νύχτα, επειδή τα γράμματα που είχα κόψει από τσόχα ξεκολλούσαν συνέχεια.
Η πεθερά μου το ξεφύλλισε όρθια. Με το ένα χέρι, σε λιγότερο από ένα λεπτό.
Και ήδη από την πρώτη σελίδα έφερε στο τραπέζι το θέμα του τεστ DNA.
– Ο Μίρον μοιάζει με τη γιαγιά μου – είπα. – Είχε τέτοια κοκκινωπά μαλλιά. Μου το έλεγε η μητέρα μου.
Δεν έλεγα ψέματα. Τη γιαγιά μου σχεδόν δεν τη θυμόμουν, κυρίως τα χέρια της και τη μυρωδιά της, που μου θύμιζε σαπούνι με άρωμα φράουλας. Όμως στη γαμήλια φωτογραφία του 1949 είχε περασμένη στον ώμο της μια τόσο χοντρή κόκκινη πλεξούδα, σαν το μπράτσο μου. Η μητέρα μου έλεγε πάντα πως, από κοντά, είχε το χρώμα μιας χάλκινης λεκάνης που είχε γυαλιστεί μέχρι να λάμπει.
– Εγώ δεν γνώρισα τη γιαγιά σου – απάντησε η Ίνγκα Πάβλοβνα, φόρεσε τα γυαλιά της και με κοίταξε πάνω από τους φακούς. – Τον Σεμιόν όμως τον ξέρω από την πρώτη του μέρα. Ο γιος μου είναι φτυστός εγώ. Μαύρα μαλλιά, τη μύτη μου, το πηγούνι μου. Αυτό το παιδί όμως είναι κοκκινομάλλικο, έχει πεταχτά αυτιά και μια δίνη στην κορυφή του κεφαλιού που δεν ισιώνει ούτε με χτένα. Στη δική μας οικογένεια δεν υπήρχε ποτέ κάτι τέτοιο.
– Είναι ο εγγονός σας.
– Τότε θα μάθουμε ποιανού είναι πραγματικά.
Εκείνη τη στιγμή ο Μίρον μπήκε τρέχοντας στην κουζίνα για ένα ποτήρι χυμό. Φορούσε ακόμη το χάρτινο στέμμα που είχε πάρει την Παρασκευή στο νηπιαγωγείο. Το στέμμα είχε γλιστρήσει πάνω από το ένα του αυτί.
Η πεθερά μου κοίταξε εκείνο το αυτί για ώρα, ίσως τρία δευτερόλεπτα. Ύστερα γύρισε προς το παράθυρο και άρχισε να κοιτάζει ένα λευκό SUV παρκαρισμένο από κάτω, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή της.
Ο Μίρον έπιασε το ποτήρι με τα δύο του χέρια και έτρεξε ξανά στο ανατρεπόμενο φορτηγό του.
Στο μεταξύ ο Σεμιόν μπήκε στην κουζίνα, άφησε τη σακούλα με τα σκουπίδια δίπλα στην πόρτα και άρχισε να τρώει με γυμνά χέρια την τούρτα που είχε απομείνει στο πιάτο.
Πάντα αυτό έκανε όταν η μητέρα του έλεγε κάτι δυσάρεστο. Έβρισκε κάτι για να απασχολήσει το στόμα του και περίμενε να περάσει η καταιγίδα.
Στους γείτονες είχε ξαναρχίσει το τρυπάνι. Ούτε η Κυριακή τους σταματούσε.
– Σεμιόν, πες της κάτι επιτέλους! – του ζήτησα.
– Μαμά, φτάνει πια. Η Ουλιάνα σε λίγο…
– Ας μιλήσει! – Η Ίνγκα Πάβλοβνα διόρθωσε τη ζακέτα της και κατευθύνθηκε προς τον διάδρομο για να πάρει το παλτό της. – Εγώ δεν είπα τίποτα κακό. Απλώς είπα να το ελέγξετε. Αν έχει καθαρή συνείδηση, τι φοβάται;
Άρχισα να μαζεύω τα πιάτα.
Ήταν έξι, παρόλο που μαζί με τον Μίρον ήμασταν μόλις τέσσερις στο τραπέζι. Η πεθερά μου ήθελε κάθε σαλάτα να έχει το δικό της πιάτο.
Έβαλα τα πιρούνια σε ένα φλιτζάνι, τα μαχαίρια σε ένα άλλο και τα καπάκια των βάζων σε ξεχωριστό σωρό.
Τα χέρια μου έπρεπε οπωσδήποτε να κάνουν κάτι. Αλλιώς θα έλεγα κάτι που αργότερα δεν θα μπορούσα να πάρω πίσω.
– Δεν πρόκειται να γίνει κανένα τεστ DNA – είπα προς τον διάδρομο. – Και το άλμπουμ θα το πάρω πίσω, αφού τόσο λίγο σας ενδιαφέρει.
– Πάρ’ το! – απάντησε χωρίς καν να γυρίσει. Κούμπωνε το παλτό της από κάτω προς τα πάνω. – Μην ξεχάσεις όμως τα βιβλία. Σου ετοίμασα δύο τσάντες για τη βιβλιοθήκη σου. Χρειάζομαι τον χώρο για τη νέα ντουλάπα.
Οι δύο καρό τσάντες στέκονταν ακριβώς δίπλα στην πόρτα. Τα χερούλια τους ήταν τυλιγμένα με κολλητική ταινία.
Τις είχα προσέξει ήδη το απόγευμα, αλλά νόμιζα πως είχε φέρει χειμωνιάτικα ρούχα για τον Μίρον.
Ο Σεμιόν φίλησε τη μητέρα του στο μάγουλο και τη συνόδευσε μέχρι τη στάση. Στο άλλο χέρι του κρατούσε ακόμη τη σακούλα με τα σκουπίδια.
Εγώ έβαλα το άλμπουμ στο ράφι του διαδρόμου, ανάμεσα στην ομπρέλα και τις λαστιχένιες μπότες του Μίρον, και επέστρεψα στα πιάτα.
Αλλά ίσως πρέπει να σας πω πώς φτάσαμε εξαρχής σε εκείνη την τούρτα.
Ζούμε στην Κοστρόμα, στη συνοικία Νταβίντοφσκι. Η πεθερά μου μένει τρεις στάσεις μακριά από εμάς, στην οδό Σάγκοβα, στο δυάρι όπου μεγάλωσε ο Σεμιόν.
Εκείνος συναρμολογεί κουζίνες κατά παραγγελία, ενώ εγώ εργάζομαι στη δημοτική βιβλιοθήκη της οδού Νικίτσκαγια. Είμαστε παντρεμένοι εδώ και χρόνια και ο Μίρον γεννήθηκε τον τρίτο χρόνο του γάμου μας.
Ο πατέρας του Σεμιόν έφυγε όταν ο γιος μας ήταν μόλις δύο ετών. Μετακόμισε κάπου στον νότο και από τότε, μέσα στο σπίτι της πεθεράς μου, δεν ξαναμίλησαν ποτέ γι’ αυτόν.
Ο άντρας μου έχει το επώνυμο του πατέρα του: Σαζόνοφ. Η Ίνγκα Πάβλοβνα όμως είχε από καιρό ξαναπάρει το πατρικό της όνομα, Κολτσόβα.
Μέχρι τότε πίστευα πως ήταν απλώς μία από εκείνες τις οικογενειακές ιστορίες με χαρτιά και ονόματα που υπάρχουν σχεδόν σε κάθε δεύτερη οικογένεια.
«Ο Σεμιόν είναι φτυστός εγώ.»
Αυτή ήταν η χαιρετιστήρια φράση της πεθεράς μου.
Το έλεγε στις γειτόνισσες, στις ταμίες, στη μητέρα μου στον γάμο μας, ακόμη και στη γυναίκα που κάποτε είχε έρθει με ένα τάμπλετ για να καταγράψει τους κατοίκους.
Τώρα νομίζω πως αυτή η φράση έκρυβε πολύ περισσότερα από μια απλή μητρική περηφάνια.
Αν ο γιος της έμοιαζε απόλυτα σε εκείνη, τότε μέσα του δεν υπήρχε κανένα ίχνος από τον άνθρωπο που τους είχε εγκαταλείψει. Τότε ό,τι είχε χτίσει μόνη της, νύχτες ολόκληρες, χωρίς τη βοήθεια κανενός και χωρίς ούτε μία δεκάρα, ήταν αποκλειστικά δικό της.
Εκείνη την εποχή όμως πίστευα πως ήταν απλώς μια συνηθισμένη μητρική αδυναμία, που το καλύτερο ήταν να την αφήσεις να περάσει όπως μια καλοκαιρινή μπόρα.
Με τον Μίρον δεν είχε βρει ποτέ πραγματικά τρόπο να δεθεί.
Τις Κυριακές ερχόταν, καθόταν στην άκρη του καναπέ και κοιτούσε το παιδί για πολλή ώρα, σιωπηλή. Ύστερα σχολίαζε κάτι για το ρεύμα ή για τον χυλό.
Σπάνια τον έπαιρνε αγκαλιά και, όταν το έκανε, ήταν μόνο για λίγο, όπως κρατά κανείς μια ξένη τσάντα μέχρι να βρει ο ιδιοκτήτης της τα κλειδιά του.
Εγώ το απέδιδα στον χαρακτήρα και στην ηλικία της.
Άλλωστε, δεν είναι υποχρεωτικό κάθε γιαγιά να μιλάει μωρουδίστικα, έτσι δεν είναι;
Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό πως ίσως έψαχνε κάτι εντελώς διαφορετικό στο πρόσωπο του Μίρον.
Και μετά υπήρχε εκείνη η τούρτα.
Ξέρετε τι μου έμεινε πιο έντονα;
Ούτε καν το ίδιο το τεστ DNA.
Αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Σεμιόν έγλειφε την κρέμα από τα δάχτυλά του, ενώ η μητέρα του αποκαλούσε τον ίδιο της τον εγγονό ξένο παιδί.
—
Τη Δευτέρα πήγα και τις δύο τσάντες στη δουλειά.
Η θέρμανση είχε ανοίξει την προηγούμενη εβδομάδα και το καλοριφέρ του αναγνωστηρίου χτυπούσε από το πρωί, σαν κάποιος εκεί κάτω να έλεγχε αν υπήρχε ακόμη κανείς στο σπίτι.
Έβαλα τα βιβλία πάνω στο τραπέζι, σε τακτοποιημένους σωρούς: τέσσερις τόμους της «Ανζέλικα», ένα τεύχος με σημειώσεις με τίτλο «Νόστιμα και υγιεινά φαγητά», δύο μυθιστορήματα του Ντυμά με μαλακό εξώφυλλο και έναν παλιό τόμο του περιοδικού «Ραμπότνιτσα», δεμένο με σπάγκο.
Ο βιβλιοθηκάριος ελέγχει προσεκτικά κάθε βιβλίο που επιστρέφεται.
Δεν είναι δεισιδαιμονία. Είναι πείρα.
Οι άνθρωποι αφήνουν τα πάντα μέσα στα βιβλία: λογαριασμούς ρεύματος, συνταγές για πίτα με λάχανο, αποξηραμένα φύλλα σφενδάμου. Κάποτε μάλιστα έπεσε από έναν τόμο ένα παλιό χαρτονόμισμα των εκατό ρουβλίων, που τότε πια δεν άξιζε σχεδόν τίποτα.
Έπιασα το βιβλίο «Η βασίλισσα Μαργκό» από τη ράχη και το τίναξα πάνω από το τραπέζι.
Μια φωτογραφία έπεσε έξω.
Ήταν έγχρωμη, αλλά με τα χρόνια είχε κιτρινίσει, όπως οι περισσότερες φωτογραφίες εκείνης της εποχής.
Ένας νεαρός άντρας στεκόταν σε μια προβλήτα. Ξεκούμπωτο πουκάμισο, μισόκλειστα μάτια, πλατύ χαμόγελο.
Στην πίσω πλευρά, με στυλό, έγραφε:
«Στην Ίνγκα. Ανάπα, καλοκαίρι 1985. Β.»
Σκέφτηκα πως ίσως ήταν κάποιος παλιός της θαυμαστής από τις διακοπές. Ποια γυναίκα δεν είχε κάτι τέτοιο;
Έβαλα τη φωτογραφία στο συρτάρι του γραφείου, κάτω από το ταμπόν της σφραγίδας, για να της την επιστρέψω αν κάποιος την αναζητούσε.
Ύστερα πήρα τον επόμενο τόμο της «Ανζέλικα», του οποίου το τρίτο μέρος κάποιος είχε κολλήσει με μια λωρίδα χαρτιού.
Μόλις συμπλήρωνα το δελτίο παραλαβής των βιβλίων, χτύπησε το τηλέφωνό μου.
– Ουλ, μόνο μη θυμώσεις πάλι – είπε ο Σεμιόν αντί για χαιρετισμό. – Το σκέφτηκα.
– Τι;
– Ε, για το αίτημα της μητέρας μου. Ίσως τελικά να το κάνουμε. Παίρνουν δείγμα με μια μπατονέτα από το εσωτερικό του μάγουλου και τελείωσε. Έτσι θα ηρεμήσει επιτέλους.
Κρατούσα τη σφραγίδα στο χέρι μου, αλλά δεν την πίεσα πάνω στο χαρτί.
Μια γυναίκα μπήκε στο αναγνωστήριο, φορώντας βρεγμένο παλτό. Στάθηκε στον πάγκο και περίμενε, στριφογυρίζοντας το μπρελόκ της.
Σήκωσα το δάχτυλό μου, δείχνοντάς της να περιμένει μια στιγμή.
– Σεμιόν, μιλάς σοβαρά;
– Γιατί όχι; Κι άλλοι το κάνουν. Θα ήταν τόσο δύσκολο για σένα;
– Δεν είναι δύσκολο. Απλώς δεν πρόκειται να αποδείξω ότι δεν είμαι κλέφτρα.
– Κανείς δεν σε είπε κλέφτρα!
– Η μητέρα σου είπε κάτι πολύ χειρότερο χθες. Κι εσύ έτρωγες την τούρτα.
Η γυναίκα με το βρεγμένο παλτό σταμάτησε να κουνάει τα κλειδιά της.
Γύρισα προς το παράθυρο. Στο περβάζι καθόταν ένα περιστέρι και με κοιτούσε τόσο αδιάφορα, σαν να μην είχε καμία σχέση με τίποτα από όλα αυτά.
Ο Σεμιόν ανέπνεε στο τηλέφωνο και σιωπούσε.
Άκουγα πως καθόταν μέσα στο αυτοκίνητό του: το φλας έκανε ξανά και ξανά «κλικ», σαν τον μετρονόμο στο μάθημα μουσικής του Μίρον στο νηπιαγωγείο.
– Ουλ, δεν το εννοούσα έτσι – είπε τελικά. – Εγώ δεν αμφιβάλλω για σένα. Δηλαδή… εγώ…
– Εσύ τι;
– Τίποτα. Απλώς η μητέρα μου δεν θα το σταματήσει. Την ξέρεις.
– Την ξέρω. Γι’ αυτό ακριβώς λέω όχι.
– Εντάξει. – Το κλικ σταμάτησε. – Έφτασα στον πελάτη. Θα μιλήσουμε το βράδυ.
– Σεμιόν – τον φώναξα πριν κλείσει. – Κι εσύ ο ίδιος τι πιστεύεις;
– Ότι θα αργήσω – απάντησε και έκλεισε.
Τελικά πάτησα τη σφραγίδα πάνω στο χαρτί, έδωσα στη γυναίκα το αστυνομικό μυθιστόρημα και κατέγραψα την επιστροφή στο δελτίο.
Η δουλειά συνεχίστηκε, σχεδόν από μόνη της. Τα χέρια μου ήξεραν τι να κάνουν, όπως εδώ και πολλά χρόνια.
Και αυτή τη φορά μου έκανε καλό.
Αργότερα με πήρε τηλέφωνο μια υπάλληλος της διεύθυνσης της βιβλιοθήκης και μου είπε ότι τα καινούργια ράφια θα έφταναν την Τρίτη. Έπρεπε να αδειάσω τη γωνία δίπλα στο παράθυρο.
Το έκανα.
Τις τσάντες με τα βιβλία της πεθεράς μου τις έσπρωξα κάτω από το γραφείο μου, δίπλα στα παλιά περιοδικά.
Το βράδυ η Ίνγκα Πάβλοβνα έστειλε στον Σεμιόν τη διεύθυνση του εργαστηρίου στην οδό Σοβιέτσκαγια και πρόσθεσε:
«Εκεί το κάνουν γρήγορα και φτηνά.»
Ο άντρας μου μου προώθησε το μήνυμα.
Δεν έγραψε ούτε μία λέξη από κάτω.
—
Για μία ολόκληρη εβδομάδα ζούσαμε σαν να είχε εγκατασταθεί στο σπίτι μας ένας τρίτος, αόρατος ένοικος, που είχε καταλάβει την καλύτερη καρέκλα.
Βραδινό, πλύσιμο πιάτων, τηλεφώνημα στις εννιά.
Ο Σεμιόν έβγαινε στο μπαλκόνι με το τηλέφωνο, μετά επέστρεφε και έπλενε για πολλή ώρα τα χέρια του, παρόλο που έξω δεν είχε αγγίξει τίποτα.
Κάθε βράδυ γινόταν το ίδιο. Μόνο ο χρόνος που περνούσε στο κρύο άλλαζε.
Ο Μίρον δεν καταλάβαινε τίποτα.
Στο νηπιαγωγείο είχαν αρχίσει μαθήματα ζωγραφικής και κάθε μέρα έφερνε στο σπίτι τον ίδιο σκαντζόχοιρο, μια φορά πράσινο, την άλλη μοβ.
Ο Σεμιόν του έλεγε «μπράβο, είσαι πολύ καλός» και κρεμούσε τις ζωγραφιές στο ψυγείο.
Εγώ όμως άρχισα να προσέχω όλο και συχνότερα πώς κοιτούσε τον γιο μας στο πρωινό.
Μόνο για ένα δευτερόλεπτο.
Όχι περισσότερο.
Παλιά δεν τον κοιτούσε ποτέ έτσι.
Στη δουλειά, στο μεταξύ, όλα συνέχιζαν κανονικά. Τα ράφια δεν ήρθαν ούτε την Τρίτη, τα βιβλία της πεθεράς μου παρέμεναν κάτω από το γραφείο και η φωτογραφία που είχε πέσει από τη «Βασίλισσα Μαργκό» ήταν ακόμη κρυμμένη κάτω από το ταμπόν της σφραγίδας.
Για μέρες δεν τη θυμήθηκα καν.
Ώσπου ξαφνικά άλλαξα γνώμη.
Όχι επειδή παραιτήθηκα.
Απλώς σκέφτηκα τα πράγματα μέχρι το τέλος.
Αν αρνηθώ το τεστ, η πεθερά μου θα πει πως φοβάμαι επειδή έχω κάτι να κρύψω.
Αν σιωπήσω, εκείνο το ένα δευτερόλεπτο στο πρωινό θα μείνει μαζί μας για πάντα. Μέχρι να μεγαλώσει ο Μίρον και να ρωτήσει γιατί ο πατέρας του τον κοιτούσε έτσι.
Ίσως είναι καλύτερα ένα χαρτί με μία σφραγίδα παρά χρόνια με αυτά τα βλέμματα.
Αλλά χωρίς όρους δεν ήμουν διατεθειμένη να συμφωνήσω.
Πείτε μου, είναι φυσιολογικό αυτό;
Να αποδεικνύεις στον ίδιο σου τον άντρα ότι γέννησες το δικό του παιδί, μόνο και μόνο επειδή η μητέρα του είχε τέτοια διάθεση;
Μέχρι σήμερα δεν ξέρω τι θα έπρεπε να απαντήσω σε αυτό.
Ξέρω όμως ότι το Σάββατο πήγα στην πεθερά μου με τρεις όρους γραμμένους στο χέρι.
Τους είχα γράψει στο πίσω μέρος ενός δελτίου καταχώρισης βιβλιοθήκης, για να μη ξεχάσω τίποτα.
Στο διαμέρισμα της Ίνγκα Πάβλοβνα υπήρχε παντού μυρωδιά από καινούργια έπιπλα, κόλλα και φρέσκο πριονίδι.
Ο Σεμιόν συναρμολογούσε στο δωμάτιο τη νέα ντουλάπα και το κατσαβίδι ούρλιαζε σε σύντομες σειρές.
Η πεθερά μου στην κουζίνα τύλιγε παλιά πιάτα σε εφημερίδες και τα έβαζε σε ένα κουτί τηλεόρασης. Το καθένα ξεχωριστά και προσεκτικά, σαν να ήταν ανεκτίμητη πορσελάνη.
Κι όμως ήταν απλά πιάτα από φαγεντιανή με πράσινο περίγραμμα.
– Έχω τρεις όρους – είπα και ακούμπησα το δελτίο στο τραπέζι. – Εσείς πληρώνετε. Ανοίγουμε το αποτέλεσμα και οι τρεις: εσείς, εγώ και ο Σεμιόν. Κανείς άλλος δεν θα είναι εκεί. Και αν ο Σεμιόν είναι ο πατέρας του Μίρον, τότε μπροστά του θα πείτε πως κάνατε λάθος.
– Από τη δική μου σύνταξη; – ρώτησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την εφημερίδα. – Ξέρεις πόσα παίρνω;
– Ξέρω. Μου το λέτε κάθε μήνα.
– Τότε μη μετράς τα λεφτά των άλλων!
– Εντάξει. Και ο δεύτερος και ο τρίτος όρος;
Τύλιξε άλλο ένα πιάτο.
Στην εφημερίδα υπήρχε ένα παλιό τηλεοπτικό πρόγραμμα και μέσα από το χαρτί φαινόταν αχνά το πράσινο περίγραμμα.
Το κατσαβίδι στο δωμάτιο σταμάτησε. Ο Σεμιόν έριξε κάτι κάτω και μουρμούρισε μια βρισιά, για να μην τον ακούσει η μητέρα του.
Εκείνη όμως τον άκουσε και έσφιξε τα χείλη.
– Νομίζεις πως χαίρομαι με όλα αυτά; – ρώτησε.
– Νομίζω πως ναι.
Άφησε το κουτί στο σκαμνί δίπλα στο παράθυρο και για λίγο στηρίχτηκε και με τα δύο χέρια στην άκρη του.
– Τον μεγάλωσα μόνη μου – είπε πιο χαμηλά. – Ήταν δύο ετών όταν έφυγε ο πατέρας του. Ανέβηκε πάνω σε αυτό το σκαμνί και μου τραγουδούσε την «Κατιούσα» για να μην στέκομαι στο παράθυρο. Ήξερε την πρώτη στροφή, τα υπόλοιπα τα έβγαζε από το μυαλό του.
– Ίνγκα Πάβλοβνα…
– Μη με διακόπτεις!
Η φωνή της έσπασε και έβηξε μέσα στην παλάμη της.
– Ας γίνει όπως θέλεις. Και οι τρεις. Αλλά εγώ δεν πληρώνω. Ας πληρώσει η γυναίκα του, αφού είναι τόσο σίγουρη για τον εαυτό της.
Δίπλωσα το δελτίο και το έβαλα στην τσάντα μου.
Το σκαμνί είχε πάνω του πολλά στρώματα μπογιάς. Κάτω από το τελευταίο, μπλε στρώμα, στις γωνίες φαινόταν κίτρινο, και από κάτω κάτι ακόμη παλιότερο, καφετί.
Ο Σεμιόν βγήκε από το δωμάτιο γεμάτος πριονίδι από την κορυφή ως τα νύχια.
– Μαμά, πού είναι η σκούπα;
Και οι δύο δείξαμε προς διαφορετική κατεύθυνση.
—
Το εργαστήριο στην οδό Σοβιέτσκαγια λειτουργούσε στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας, ανάμεσα σε ένα φαρμακείο και ένα κατάστημα με κουρτίνες.
Στον διάδρομο υπήρχαν σειρές από καρέκλες και δίπλα τους ένας ψύκτης νερού. Στην τελευταία καρέκλα καθόταν η Ίνγκα Πάβλοβνα.
Με μπεζ παλτό, την τσάντα στα γόνατά της και την πλάτη ίσια, σαν πελάτισσα που περιμένει μπροστά σε συμβολαιογράφο.
– Μαμά; – σταμάτησε ο Σεμιόν στην πόρτα. – Εσύ πώς βρέθηκες εδώ;
– Περνούσα από εδώ.
– Από την οδό Σάγκοβα κατευθείαν προς τη Σοβιέτσκαγια;
– Ελέγχω τα πράγματα – απάντησε. – Ποιος ξέρει από ποιανού το πρόσωπο θα πάρουν δείγμα εδώ.
Ο Μίρον κρύφτηκε πίσω από τα πόδια μου.
Πίσω από τον πάγκο καθόταν μια πολύ νεαρή υπάλληλος. Από το στυλό της κρεμόταν ένα ροζ, χνουδωτό πομ πομ.
Μας έδωσε τα έντυπα.
Συμπλήρωσα το δικό μου στο περβάζι, γιατί στον πάγκο δεν υπήρχε αρκετός χώρος. Το πομ πομ αιωρούνταν συνέχεια μπροστά στα μάτια μου.
Στο όνομα του Μίρον υπέγραψα εγώ τη δήλωση συγκατάθεσης: μητέρα, νόμιμη εκπρόσωπος – αυτό ακριβώς έγραφε με μικρά γράμματα.
– Γιαγιά, θα πονέσει; – ρώτησε ο Μίρον.
– Όχι – απάντησε η πεθερά μου χωρίς καν να τον κοιτάξει.
– Δεν πονάει καθόλου – του χαμογέλασε η υπάλληλος. – Απλώς περνάμε τη μπατονέτα στο εσωτερικό του μικρού σου μαγουλάκι και τελειώσαμε!
Τον Σεμιόν τον πήραν πρώτο.
Ένα λεπτό αργότερα βγήκε κρατώντας ένα χαρτί και στάθηκε στη μέση του διαδρόμου, σαν να του είχαν επιστρέψει χρήματα διαφορετικά από αυτά που είχε πληρώσει.
Τον Μίρον τον συνόδευσα εγώ.
Ο μικρός μου σχεδόν δεν κατάλαβε τίποτα. Όταν βγήκαμε, ρώτησε ακόμη και την υπάλληλο αν μπορούσε να αγγίξει το πομ πομ που κρεμόταν από το στυλό της.
– Να στείλουμε το αποτέλεσμα με e-mail; – ρώτησε η κοπέλα τον Σεμιόν. – Ή θέλετε να το παραλάβετε σε χαρτί;
– Σε χαρτί – απάντησε αντί γι’ αυτόν η Ίνγκα Πάβλοβνα. – Να έχει σφραγίδα. Εγώ θα το πάρω.
– Μαμά, συμφωνήσαμε να το ανοίξουμε και οι τρεις.
– Και οι τρεις θα το ανοίξουμε. Αλλά θα το κρατήσω εγώ. Για να μην μπορεί κανείς να το αλλάξει.
Ο Σεμιόν έβγαλε την τραπεζική του κάρτα.
Με την άκρη του ματιού μου είδα την μπλε κάρτα, πάνω στην οποία ήταν κολλημένο στραβά ένα αυτοκόλλητο με χαμογελαστό πρόσωπο.
Την αναγνώρισα αμέσως.
Ήταν η κάρτα στην οποία έβαζα τα χρήματα για το παιδί.
Από τον Απρίλιο έβαζα εκεί τρεις χιλιάδες ρούβλια από κάθε μισθό μου. Μάζευα χρήματα για τη χειμωνιάτικη φόρμα του Μίρον, τα παπούτσια του και τα μαθήματα κολύμβησης που σχεδιάζαμε να ξεκινήσει από τη νέα χρονιά.
– Σεμιόν, όχι από εκείνη την κάρτα!
Το τερματικό είχε ήδη αρχίσει να ηχεί.
Δεκαεννέα χιλιάδες τετρακόσια ρούβλια.
Στη βιβλιοθήκη κερδίζω τριάντα εννέα χιλιάδες τον μήνα.
Δηλαδή, εξαιτίας της υποψίας ενός ξένου ανθρώπου, έφυγε ο μισός μηνιαίος μισθός μου: τα έξοδα για βιβλία, τα δελτία παραλαβής, οι κολλημένοι τόμοι της «Ανζέλικα» και οι γιορτές του νηπιαγωγείου, όπου έπρεπε να χαμογελάω ανάμεσα σε τεράστιες λούτρινες φιγούρες.
Η Ίνγκα Πάβλοβνα κοίταξε πάνω από τον ώμο του γιου της την απόδειξη, έγνεψε σαν να είχε μπει κάθε καπίκι ακριβώς στη θέση του και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
Στον δρόμο ξανακούμπωσε το παλτό της από κάτω προς τα πάνω.
—
Το βράδυ ζέστανα κεφτέδες και περίμενα τον Σεμιόν να βγει από το ντους.
Έκανε πολλή ώρα μπάνιο. Πολύ περισσότερη από ό,τι συνήθως.
Το νερό έτρεχε ασταμάτητα.
– Ήταν δικά μου χρήματα – είπα όταν τελικά κάθισε στο τραπέζι.
– Ουλ, σε εμάς όλα είναι κοινά.
– Σε εκείνον τον λογαριασμό είχα χρήματα για τα χειμωνιάτικα ρούχα του Μίρον. Έβαζα στην άκρη από κάθε μισθό μου.
– Θα τα ξαναβάλουμε. Την Παρασκευή θα πάρω μια μεγάλη δουλειά, θα εγκαταστήσουμε μια κουζίνα στην οδό Γκαλίτσκαγια.
– Γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει η μητέρα σου; Αφού εκείνη το θεωρούσε τόσο σημαντικό;
– Για εκείνη δεν είναι σημαντικό. – Έπιασε το πιρούνι του και μετά το ξανάφησε κάτω. – Είδες πόσο δύσκολα είναι για εκείνη. Σε παρακαλώ, ας το αφήσουμε.
Πήγε στο σαλόνι να δει ποδόσφαιρο.
Ο κεφτές του έμεινε ανέγγιχτος στο πιάτο.
Έφαγα τον δικό μου και, για κάποιο λόγο, έφαγα και τον δικό του.
Δεν άρχισα να πλένω τα πιάτα.
Κάθισα δίπλα στο παράθυρο, έσβησα το φως και έμεινα εκεί μέχρι να ανάψει το φως πάνω από τους κάδους της αυλής.
Σε εμάς το ανάβουν αργά. Συνήθως όταν όλοι έχουν ήδη κοιμηθεί.
Αργότερα ο Μίρον μπήκε ξυπόλυτος στην κουζίνα. Φορούσε πιτζάμες με πυραύλους και στάθηκε δίπλα στα γόνατά μου.
– Μαμά, ο Ντάνια είπε στο νηπιαγωγείο πως τα κοκκινομάλλικα παιδιά είναι τα πιο τυχερά.
– Ο Ντάνια έχει δίκιο.
– Το ξέρω – είπε και γύρισε να κοιμηθεί, με τις μικρές του φτέρνες να χτυπούν στο πάτωμα.
Το τηλέφωνο του Σεμιόν είχε μείνει πάνω στο τραπέζι, δίπλα στην αλατιέρα.
Άναψε μια ειδοποίηση από την οικογενειακή ομάδα.
Ήταν από την Ίνγκα Πάβλοβνα.
Δεν το διάβασα.
Γύρισα το τηλέφωνο με την οθόνη προς τα κάτω και πήγα να σκεπάσω τον Μίρον.
—
Το πρωί όμως διάβασα το μήνυμα.
Ο ίδιος ο Σεμιόν μού έτεινε το τηλέφωνο πάνω από το τραπέζι, χωρίς να πει λέξη, όπως σε ένα εστιατόριο σου δίνουν τον λογαριασμό.
«Αγαπημένοι μου! Το Σάββατο, στις τρεις, σας περιμένω όλους στα γενέθλιά μου. Ταυτόχρονα θα ανοίξουμε μπροστά σε όλους ένα έγγραφο και επιτέλους θα μάθουμε αν ο Μίρον είναι πράγματι δικός μας. Όλα θα γίνουν τίμια.»
Στο τέλος υπήρχε η αγαπημένη της φράση για τα πρόσωπα.
Στην οικογενειακή ομάδα ήταν είκοσι έξι άτομα.
Θείες, ξαδέλφια, σύζυγοι που είχα δει μόνο μία φορά στη ζωή μου σε έναν γάμο, μια παλιά συμμαθήτρια της Ίνγκα Πάβλοβνα, για την οποία δεν είχα ιδέα πώς είχε βρεθεί στην ομάδα μας.
Μέχρι το βράδυ με πήραν επτά άτομα.
Τέσσερις ρώτησαν αν η ιστορία ήταν αλήθεια.
Δύο με συμβούλεψαν να μην ασχοληθώ.
Και η θεία του Σεμιόν από το Μπουί απλώς ανέπνεε για πολλή ώρα στο τηλέφωνο και ύστερα με ρώτησε χαμηλόφωνα αν ήξερα κάποιον καλό δικηγόρο.
Κανείς τους δεν ρώτησε πώς ήταν ο Μίρον.
Η συμφωνία «θα το ανοίξουμε και οι τρεις» κράτησε μία μόνο νύχτα.
Ξαφνιάστηκα;
Όχι.
Από τη στιγμή που άκουσα το τερματικό να ηχεί, το περίμενα.
Και την ίδια μέρα έχασα την υπομονή μου με ένα κορίτσι περίπου δώδεκα ετών.
Επέστρεψε έναν τόμο διηγημάτων του Παουστόφσκι, από τον οποίο έλειπε μία σελίδα. Τον ακούμπησε στον πάγκο με ένοχο ύφος.
Κι εγώ της φώναξα πως τα βιβλία κοστίζουν χρήματα, δεν φυτρώνουν στα δέντρα και υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν πως τους επιτρέπονται τα πάντα.
Το είπα δυνατά.
Το άκουσε ολόκληρο το τμήμα δανεισμού.
Το κορίτσι άφησε το βιβλίο και έφυγε χωρίς να πάρει άλλο.
Αργότερα αποδείχθηκε ότι η σελίδα είχε σκιστεί πολύ νωρίτερα. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου υπήρχε ήδη σημείωση πως η ζημιά είχε καταγραφεί από την προηγούμενη άνοιξη.
Από τότε ψάχνω το κορίτσι ανάμεσα σε όσους περιμένουν στον πάγκο.
Δεν ξαναήρθε.
Το βράδυ πήγα κατευθείαν από τη δουλειά στην πεθερά μου.
Φορούσα γκρι σακάκι και είχα ξεχάσει να βγάλω από το πέτο μου την κονκάρδα της βιβλιοθήκης.
Η αυλή μπροστά από το σπίτι της ήταν στενή, στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο πενταώροφες πολυκατοικίες. Ό,τι λεγόταν εκεί ακουγόταν σχεδόν σε όλους τους ορόφους.
Δίπλα στην είσοδο ήταν κλειδωμένο ένα παιδικό ποδήλατο με παιδικό κάθισμα πίσω. Το κάθισμα ήταν γεμάτο μέχρι πάνω με κίτρινα φύλλα.
Σε ένα παγκάκι κάθονταν δύο γειτόνισσες, με πανομοιότυπα πλεκτά σκουφάκια.
Η Ίνγκα Πάβλοβνα μετέφερε εκείνη τη στιγμή στον κάδο τα χαρτόκουτα της ντουλάπας. Το έπιπλο βρισκόταν στο μπαλκόνι της από το Σάββατο.
Έβγαζε τα κομμάτια ένα ένα, προσεκτικά διπλωμένα, και κάθε φορά επέστρεφε για το επόμενο.
– Διαγράψτε το μήνυμα – είπα.
– Συμφωνήσαμε να το ανοίξουμε και οι τρεις.
– Εγώ δεν υπέγραψα τίποτα. – Δίπλωσε ξανά το χαρτόνι. – Εσύ είσαι αυτή που αγαπά τόσο πολύ τα χαρτιά.
– Το υποσχεθήκατε μπροστά στον Σεμιόν.
– Υποσχέθηκα ότι θα το ανοίξουμε και οι τρεις. Έτσι θα γίνει. Αλλά όλοι θα το δουν. Οι συγγενείς έχουν δικαίωμα να ξέρουν ποιον καλούν στις γιορτές.
Οι γυναίκες στο παγκάκι σώπασαν.
Η μία διόρθωσε το σκουφάκι της, η άλλη έβγαλε μια σακούλα με ηλιόσπορους, αλλά δεν άρχισε να σπάει ούτε έναν.
Στάθηκα έτσι ώστε, αν η Ίνγκα Πάβλοβνα ήθελε να πάει στον κάδο, να έπρεπε να περάσει δίπλα μου.
Από το ανοιχτό παράθυρο του ισογείου έβγαινε μυρωδιά από φαγόπυρο και κονσέρβα κρέατος, ενώ από μέσα ακουγόταν μια τηλεόραση να μιλά μονότονα για την ισοτιμία του ρουβλιού.
– Ίνγκα Πάβλοβνα, αυτό είναι ένα παιδί. Τεσσάρων ετών.
– Ξέρω πόσο χρονών είναι. – Πέταξε το χαρτόνι στον κάδο. Το καπάκι έκλεισε με δυνατό κρότο. – Ίσως τον έχω κοιτάξει καλύτερα από εσένα.
– Και τι είδατε πάνω του;
– Τα πάντα. Αυτά τα αυτιά. Έχω ξαναδεί τέτοια αυτιά. Μία φορά, και μου έφτασε για όλη μου τη ζωή…
Δεν ολοκλήρωσε τη φράση.

Για λίγο στάθηκε πάνω από τον κάδο, σαν να είχε ρίξει μέσα κάτι και να σκεφτόταν αν άξιζε να σκύψει να το πάρει.
Ύστερα σκούπισε τις παλάμες της πάνω στο παλτό της και γύρισε προς το σπίτι για το επόμενο χαρτόνι.
Εγώ όμως απομνημόνευσα κυριολεκτικά εκείνη τη μισή φράση.
«Έχω ξαναδεί».
Η λέξη κόπηκε σαν κλωστή που την έκοψαν με τα δόντια, χωρίς όμως να την έδεσαν κόμπο.
– Πού τα είδατε; – ρώτησα πίσω από την πλάτη της.
– Πουθενά. Στον κινηματογράφο. – Δεν γύρισε. – Πήγαινε σπίτι, Ουλιάνα. Γελοιοποιείσαι.
– Μπροστά σε ποιον;
– Εκεί! – Έδειξε προς το παγκάκι. – Κι εκείνες ενδιαφέρονται ποιανού είναι αυτός ο εγγονός. Έτσι δεν είναι, κορίτσια;
– Ίνγκα, ίσως αυτό είναι πλέον υπερβολή – είπε η γυναίκα με τους ηλιόσπορους και γύρισε προς το ποδήλατο.
– Δεν γελοιοποιώ τον εαυτό μου – απάντησα. – Απλώς σας ζητώ να διαγράψετε το μήνυμα.
– Δεν θα το διαγράψω!
Την ακολούθησα μέχρι την είσοδο, αλλά δεν μπήκα μέσα.
Η πόρτα έκλεινε αργά και ο υδραυλικός μηχανισμός έκανε ένα απαλό «σσσσ».
Από το άνοιγμα την είδα ακόμη να σταματά στην πρώτη στροφή της σκάλας και να ακουμπά το μέτωπό της στα γραμματοκιβώτια.
Μόνο για μια στιγμή.
Ύστερα η πόρτα έκλεισε εντελώς.
Έμεινα για λίγο ακόμη εκεί, κοιτάζοντας το παιδικό κάθισμα γεμάτο φύλλα, και μετά πήρα τον δρόμο για τη στάση του λεωφορείου.
Έφτασα, αλλά δεν μπήκα στο λεωφορείο.
Άφησα το ένα να φύγει.
Ύστερα κι άλλο ένα.
Ξανά και ξανά στριφογύριζε στο μυαλό μου εκείνη η μισή φράση.
Πού είχε δει τέτοια αυτιά, ώστε να τα θυμάται σε όλη της τη ζωή;
Έτσι δεν μιλά κανείς για κάτι που είδε στον κινηματογράφο.
Ούτε με τέτοια φωνή.
Το επόμενο πρωί, πριν ακόμη ανοίξει η βιβλιοθήκη, άνοιξα το συρτάρι του γραφείου και έβγαλα τη φωτογραφία κάτω από το ταμπόν της σφραγίδας.
Αυτή τη φορά την κοίταξα πραγματικά.
Την κράτησα κάτω από τη λάμπα, όπως εξετάζω μια ξεθωριασμένη σφραγίδα βιβλιοθήκης για να καταλάβω από ποια συλλογή προέρχεται ένα βιβλίο.
Ο άντρας που στεκόταν στην προβλήτα ήταν κοκκινομάλλης.
Ούτε το ξεθωριασμένο φιλμ δεν μπορούσε να το κρύψει.
Τα αυτιά του πετάγονταν από το κεφάλι ακριβώς όπως του Μίρον μετά το κούρεμα.
Στην κορυφή του κεφαλιού του υπήρχε η ίδια δίνη.
Και στην αριστερή άκρη του στόματός του, όταν χαμογελούσε, σχηματιζόταν ένα λακκάκι.
Ο Μίρον χαμογελά έτσι όταν ισχυρίζεται πως έχει ήδη πλύνει τα δόντια του, ενώ δεν έχει αγγίξει καν την οδοντόβουρτσα.
«Στην Ίνγκα. Ανάπα, καλοκαίρι 1985. Β.»
Το πατρώνυμο του άντρα μου ήταν Βιτάλιεβιτς.
Δηλαδή ο άντρας στη φωτογραφία ήταν ο πατέρας του Σεμιόν.
Ο Βιτάλι.
Ο άνθρωπος που μετακόμισε στον νότο όταν ο γιος του ήταν δύο ετών και για τον οποίο από τότε δεν μιλούσαν ποτέ μέσα σε εκείνο το διαμέρισμα.
Τα κόκκινα μαλλιά του Μίρον λοιπόν δεν προέρχονταν από κάποιον άγνωστο άντρα.
Έμοιαζε στον ίδιο του τον παππού.
Η αναζήτηση μου πήρε μόλις είκοσι λεπτά.
Το να βρεις έναν άνθρωπο με βάση τρία χαρακτηριστικά είναι σαν να ψάχνεις ένα βιβλίο για το οποίο ο αναγνώστης ξέρει μόνο ότι είναι μπλε, χοντρό και μιλά για τον πόλεμο.
Αυτή είναι η δουλειά μου.
Από αυτό ζω.
Βιτάλι Σαζόνοφ, Ανάπα.
Στη σελίδα του στους «Odnoklassniki» εμφανίστηκε ένας γκριζομάλλης άντρας, με ακόμη κοκκινωπές τούφες στους κροτάφους.
Τα αυτιά του δεν είχαν αλλάξει καθόλου.
Στην κύρια φωτογραφία κρατούσε στην αγκαλιά του ένα αγοράκι περίπου τριών ετών.
Το παιδί είχε κατακόκκινα μαλλιά και πεταχτά αυτιά.
Έμοιαζε ακριβώς με τον Μίρον.
Σαν να ήταν αδέλφια.
Κάτω από τη φωτογραφία έγραφε:
«Ο εγγονός μου.»
Έκλεισα τη σελίδα.
Έβαλα ξανά τη φωτογραφία κάτω από το ταμπόν της σφραγίδας και κάθισα για δέκα λεπτά μπροστά στην κλειστή οθόνη, μέχρι να χτυπήσει ο πρώτος αναγνώστης την πόρτα.
Τώρα καταλαβαίνω πως όλα ήταν μπροστά στα μάτια μας από εκείνη την Κυριακή που η πεθερά μου κοίταξε για τρία δευτερόλεπτα το αυτί του Μίρον κάτω από το χάρτινο στέμμα και ύστερα γύρισε προς το παράθυρο.
Δεν είδε μέσα του ένα ξένο παιδί.
Είδε τον άνθρωπο που την είχε αφήσει με μία μόνο βαλίτσα και είχε φύγει προς τη θάλασσα, αφήνοντας πίσω τον δίχρονο γιο του.
Και τώρα κάθε Κυριακή καθόταν μπροστά της στο χαλί, με τις κάλτσες του και το ανατρεπόμενο φορτηγό του στα χέρια.
Ήταν πιο εύκολο για εκείνη να πιστέψει πως η νύφη της είχε σχέση με κάποιον άλλον, παρά να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι ο άντρας που δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρήσει είχε επιστρέψει στην οικογένειά της μέσω του αίματός του.
Και αυτό δεν μπορούσε πλέον να το διαγράψει κανένα χαρτί.
Δεν δικαιολογώ την πεθερά μου.
Αλλά τουλάχιστον τώρα καταλάβαινα από πού προερχόταν η συμπεριφορά της.
—
Την Τρίτη ο Σεμιόν επέστρεψε αργά στο σπίτι.
Κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του ένα κουτί με εξαρτήματα. Το ακούμπησε στο ράφι του διαδρόμου, ακριβώς πάνω στο άλμπουμ.
– Η μητέρα μου πήρε τον φάκελο – είπε από εκεί. – Λέει ότι θα τον κρατήσει μέχρι το επετειακό τραπέζι. Τον έχει πίσω από το κρυστάλλινο βάζο.
– Πίσω από το κρυστάλλινο βάζο;
– Πίσω από ποιο άλλο;
Έκοβα ψωμί για το βραδινό.
Ο Σεμιόν κάθισε στο σκαμνί και προσπαθούσε με το άλλο πόδι να βγάλει την κάλτσα του. Περίμενα μέχρι να τα καταφέρει.
Το ψωμί ήταν από την προηγούμενη μέρα και θρυμματιζόταν, ενώ τα ψίχουλα έπεφταν πάνω στο τραπέζι.
– Σεμιόν, τι άνθρωπος ήταν ο πατέρας σου;
Σήκωσε απότομα το κεφάλι.
– Γιατί ρωτάς;
– Έτσι. Είμαστε παντρεμένοι επτά χρόνια και δεν σε έχω ρωτήσει ποτέ γι’ αυτόν.
– Δεν ξέρω τι άνθρωπος ήταν. – Ανασήκωσε τους ώμους. – Η μητέρα μου έσκισε όλες τις φωτογραφίες όταν έφυγε. Δεν κράτησε ούτε μία. Μετακόμισε στον νότο, στη θάλασσα. Με μια άλλη γυναίκα.
– Και εσύ δεν τον αναζήτησες ποτέ;
– Γιατί να το κάνω; Κι εκείνος δεν με αναζήτησε. – Ο Σεμιόν τσαλάκωσε την κάλτσα του και την πέταξε προς το μπάνιο, αλλά δεν πέτυχε το καλάθι για τα άπλυτα. – Η μητέρα μου πάντα λέει πως είμαι φτυστός εκείνη. Δεν υπάρχει τίποτα να ψάξω πάνω μου.
Ύστερα, ήδη από τον διάδρομο, ρώτησε:
– Γιατί σε ενδιαφέρει τώρα;
– Ο Μίρον με ρώτησε χθες αν έχει κι άλλον παππού.
Είπα ψέματα.
Ο Μίρον δεν είχε ρωτήσει τίποτα τέτοιο.
– Και τι του είπες;
– Ότι έχει. Κάπου.
– Να, βλέπεις. Κάπου – απάντησε ο Σεμιόν και στο μπάνιο άρχισε να τρέχει το νερό.
Μάζεψα την κάλτσα από το πάτωμα και την έβαλα στο καλάθι με τα άπλυτα.
Σκέφτηκα να του το πω αμέσως.
Να πάω στο μπάνιο, όταν τα μαλλιά του θα ήταν ακόμη βρεγμένα, και να του πω:
«Να ο πατέρας σου. Κοίτα τον!»
Αλλά τι θα γινόταν μετά;
Θα τηλεφωνούσε στη μητέρα του.
Η μητέρα του θα έλεγε πως τα είχα βγάλει όλα από το μυαλό μου. Ότι εκείνος ο άντρας ήταν απλώς ένας παλιός γνωστός από τις διακοπές.
Και ο φάκελος που φύλαγε πίσω από το κρυστάλλινο βάζο θα παρέμενε δικός της φάκελος.
Κι εγώ θα παρέμενα η νύφη που ψάχνει στα βιβλία των άλλων.
Τη νύχτα καθόμουν στην κουζίνα με το τηλέφωνό μου.
Ήταν τρεις παρά τέταρτο.
Στον πέμπτο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας ένα μόνο παράθυρο ήταν φωτισμένο. Κάποιος σιδέρωνε μέσα. Η σιδερώστρα βρισκόταν ακριβώς μπροστά στο τζάμι και το σίδερο περνούσε ξανά και ξανά πάνω από το ύφασμα.
Έγραψα μήνυμα στην πεθερά μου:
«Ίνγκα Πάβλοβνα, βρήκα μια φωτογραφία στην Ανάπα ανάμεσα στα βιβλία σας. Ξέρω ποιος είναι. Ας ακυρώσουμε τη σκηνή του Σαββάτου και ας ανοίξουμε τον φάκελο οι τρεις μας, όπως συμφωνήσαμε.»
Το δάχτυλό μου έμεινε ίσως για ένα ολόκληρο λεπτό πάνω από το κουμπί αποστολής.
Ίσως πράγματι έτσι έπρεπε να το κάνω.
Ήσυχα, ανθρώπινα, χωρίς συγγενείς.
Άλλωστε, δεν ήταν τέρας.
Ήταν απλώς μια γυναίκα που την είχε εγκαταλείψει ο άντρας της πριν καν κλείσει τα τριάντα.
Αλλά ύστερα θυμήθηκα το παγκάκι με τις γυναίκες που έτρωγαν ηλιόσπορους.
Τα είκοσι έξι άτομα της οικογενειακής ομάδας.
Και τον Σεμιόν να γλείφει την κρέμα της τούρτας από τα δάχτυλά του.
Τι θα έκανε με το μήνυμά μου;
Θα το έδειχνε στον γιο της και θα έλεγε πως η νύφη της την απειλεί, τη φτωχή ηλικιωμένη γυναίκα.
Τελικά διέγραψα τα πάντα γράμμα γράμμα.
Αργά.
Έφτασα μέχρι το «Ίνγκα».
Το επόμενο πρωί, αφού πήγα τον Μίρον στο νηπιαγωγείο, έφτασα στη βιβλιοθήκη μισή ώρα πριν ανοίξει.
Έβγαλα τη φωτογραφία κάτω από το ταμπόν της σφραγίδας και την έβαλα στην πλαϊνή τσέπη της τσάντας μου, εκεί όπου κρατούσα την κάρτα μετακίνησής μου.
—
Το επετειακό τραπέζι έγινε στο σπίτι της πεθεράς μου, στην ίδια κουζίνα που το καλοκαίρι είχε ενώσει με το δωμάτιο, όπως κάνουν πολλοί τελευταία όταν ξεκινούν ανακαίνιση.
Το τραπέζι είχε τραβηχτεί από το παράθυρο μέχρι την κουζίνα. Είχαν ενώσει δύο τραπέζια, τα είχαν σκεπάσει με ένα μόνο τραπεζομάντιλο, αλλά τα πιάτα και πάλι σχεδόν κρέμονταν από την άκρη.
Ήρθαν περίπου δεκαπέντε άτομα.
Η νέα ντουλάπα στεκόταν στη γωνία και ακόμη μύριζε φρέσκο πριονίδι. Στην πόρτα της είχαν κρεμάσει μια γυαλιστερή γιρλάντα που έγραφε «Χρόνια πολλά!», από την οποία σε κάθε άνοιγμα της πόρτας έπεφταν μικρές πούλιες στο πάτωμα.
Εμένα με έβαλαν δίπλα στα ζεστά φαγητά.
– Η Ουλιάνα είναι πραγματική νοικοκυρά στο σπίτι μας – δήλωσε η πεθερά μου μπροστά σε όλους.
Ακούστηκε σαν να μου είχε αναθέσει κάποια επίσημη δουλειά.
Στεκόμουν δίπλα στην κουζίνα, με μια μπλε μπλούζα με κουμπιά, την οποία ο Σεμιόν αποκαλούσε «η μπλούζα της βιβλιοθηκάριου».
Έκοβα ψωμί, έβαζα πατάτες με άνηθο στα πιάτα και ταυτόχρονα μετρούσα.
Ο Μίρον έβλεπε κινούμενα σχέδια στο μικρό δωμάτιο με τα άλλα παιδιά, αλλά ακόμη και στο τραπέζι μιλούσαν συνέχεια γι’ αυτόν.
– Ο δικός σου πάλι ήρθε χωρίς σκουφάκι.
– Του δικού σου βάλαμε χυμό;
– Ο δικός σου δεν θα σπάσει πάλι τίποτα εκεί;
Την πρώτη ώρα η Ίνγκα Πάβλοβνα είπε εννέα φορές «ο δικός σου».
Ούτε μία φορά δεν τον αποκάλεσε με το όνομά του.
Ούτε μία φορά δεν τον αποκάλεσε εγγονό της.
Ο Σεμιόν καθόταν δίπλα στη μητέρα του, με το γκρι πουκάμισο που του είχα σιδερώσει το πρωί.
Κοιτούσε το τηλέφωνό του περισσότερο από το πιάτο του.
Απέναντί μου ο θείος από το Μπουί διηγούνταν πώς εμφανίστηκε μια νυφίτσα στη ντάτσα του. Κανείς δεν τον άκουγε, αλλά εκείνος συνέχιζε, περιγράφοντας λεπτομερώς πόσο θρασύ ήταν το ζώο και πώς έτρεχε πάνω στον φράχτη.
Ύστερα η Ίνγκα Πάβλοβνα σηκώθηκε, κρατώντας ένα ποτηράκι με ποτό.
Κάποιος χτύπησε το ποτήρι του με το πιρούνι, παρόλο που ήδη επικρατούσε σιωπή.
Ο θείος βρισκόταν στη μέση της ιστορίας του για τη νυφίτσα, αλλά κι εκείνος σώπασε.
– Εγώ μεγάλωσα μόνη μου τον Σεμιόν – άρχισε η πεθερά μου. – Δεν πήρα ούτε μία δεκάρα από κανέναν. Την ημέρα δούλευα στο ταμιευτήριο και τα βράδια έραβα. Ίσως αξίζω, στα γεράματά μου, επιτέλους να μάθω τι συμβαίνει στην οικογένεια του γιου μου.
– Το αξίζεις, Ίνγκα! – φώναξε κάποιος από την άλλη άκρη του τραπεζιού.
– Λοιπόν, τότε…
Άφησε το ποτηράκι χωρίς να πιει και έβγαλε τον φάκελο πίσω από το κρυστάλλινο βάζο.
– Ουλιάνα! Έλα εδώ!
Έβγαλα την πετσέτα από το χερούλι του φούρνου, σκούπισα τα χέρια μου και την έριξα στον ώμο μου.
Η πετσέτα ήταν καινούργια και είχε ακόμη πάνω της την ετικέτα του καταστήματος. Η ετικέτα μου γρατζούνισε τον λαιμό.
Όλοι γύρισαν ταυτόχρονα προς το μέρος μου, όπως στο θέατρο όταν ο ηθοποιός βγαίνει στη σκηνή από τη λάθος πλευρά.
Ο Σεμιόν άφησε το τηλέφωνό του με την οθόνη προς τα κάτω.
Κι εκείνος με κοιτούσε, αλλά στην πραγματικότητα όχι εμένα. Κοιτούσε τον φάκελο.
– Αν κάνω λάθος – είπε η πεθερά μου πιο χαμηλά όταν πλησίασα –, τότε κάνω λάθος. Αλλά αν έχω δίκιο, Ουλιάνα, θα με ευχαριστήσεις κιόλας. Επειδή άνοιξα εγκαίρως τα μάτια του γιου σου, πριν να είναι πολύ αργά. Το κάνω μόνο για χάρη του. Αυτό το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;
– Το καταλαβαίνω – απάντησα. – Αφού το θέλετε μπροστά σε όλους, τότε μπροστά σε όλους. Τίμια, όπως ζητήσατε. Μέχρι το τέλος.
Δεν πήρα την απόφαση εκείνη τη νύχτα που έγραψα το μήνυμα.
Ούτε το επόμενο πρωί στη βιβλιοθήκη.
Την πήρα τώρα, κρατώντας τον φάκελο στα χέρια μου.
Θα μπορούσα να τον ανοίξω, να διαβάσω το αποτέλεσμα και μετά να επιστρέψω στη θέση μου.
Αλλά η πεθερά μου είχε επιλέξει η ίδια το τραπέζι, τους συγγενείς και τη λέξη «τίμια».
Τότε ας ήταν τίμια ολόκληρη η αλήθεια, όχι μόνο το μισό της που τη βόλευε.
Ο φάκελος ήταν πολύ καλά κολλημένος. Έπρεπε να σκίσω τη γωνία του και μετά να περάσω το δάχτυλό μου κατά μήκος της κόλλας.
Μέσα υπήρχαν δύο φύλλα με μπλε σφραγίδα.
Τα διάβασα δυνατά, αργά και καθαρά, όπως κάνω στις γιορτές του νηπιαγωγείου.
«Ο αποκλεισμός του φερόμενου πατέρα δεν δικαιολογείται. Η πιθανότητα πατρότητας ανέρχεται στο 99%…»
Μετά το κόμμα ακολουθούσε ένας μακρύς αριθμός, με τόσα εννιάρια ώστε στη μέση έχασα τον λογαριασμό.
Μέσα στον φούρνο ένα ταψί έκανε έναν ήχο καθώς κρύωνε.
Κάποιος στην άλλη άκρη του τραπεζιού είπε:
– Να, λοιπόν.
Κάποιος άλλος είπε:
– Ίνγκα, μα εσύ είπες…
Η θεία από το Μπουί έκανε τον σταυρό της.
Και ο Σεμιόν άφησε τον αέρα να βγει από μέσα του.
Αργά, με ολόκληρο το σώμα του.
Όπως αναπνέει κανείς όταν επιτέλους αφήνει στο πάτωμα μια βαριά σακούλα που κουβαλούσε από το κατάστημα.
Το είδα στο πρόσωπό του.
Και εκείνος συνάντησε το βλέμμα μου.
Στο τραπέζι όλοι περίμεναν κάτι διαφορετικό.
Εκτός από μένα.
– Και τα εργαστήρια μπορεί να κάνουν λάθος – είπε η Ίνγκα Πάβλοβνα.
Η φωνή της ήταν ήρεμη, μόνο υπερβολικά δυνατή για εκείνη τη μικρή κουζίνα.
– Δεν κάνουν λάθος – απάντησα. – Αλλά εσείς θέλατε να μη μείνει καμία ερώτηση. Μία όμως έμεινε. Σε ποιον μοιάζει ο Μίρον.
Η τσάντα μου κρεμόταν από την πλάτη της πιο κοντινής καρέκλας.
Έβγαλα από μέσα το άλμπουμ.
Το είχα πάρει μαζί μου το πρωί. Ο Σεμιόν με είχε ρωτήσει γιατί και του είπα πως ίσως η γιαγιά ήθελε να το ξεφυλλίσει άλλη μια φορά, τώρα πια ήρεμα.
Το άνοιξα στην τελευταία σελίδα.
Εκεί υπήρχε μια φωτογραφία του Μίρον από τον Σεπτέμβριο, στην κούνια.
Με κόκκινα μαλλιά, πεταχτά αυτιά και τη δίνη στην κορυφή του κεφαλιού.
Χαμογελούσε ακριβώς έτσι, τραβώντας προς τα πάνω τη μία γωνία του στόματός του.
Ακούμπησα το άλμπουμ στο τραπεζομάντιλο, ανάμεσα στη ρέγγα με παντζάρια και την ψωμιέρα.
Ύστερα έβγαλα και τη φωτογραφία από την πλαϊνή τσέπη, εκεί όπου κρατούσα την κάρτα μετακίνησής μου.
Τον νεαρό άντρα στην προβλήτα.
Ανάπα, 1985.
Πολλά κεφάλια έσκυψαν ταυτόχρονα πάνω από το τραπέζι.
Η θεία από το Μπουί φόρεσε τα γυαλιά της που κρέμονταν από αλυσίδα και κοίταξε για πολλή ώρα εναλλάξ τις δύο φωτογραφίες. Τα χείλη της κινούνταν χωρίς ήχο.
– Θεέ μου! – είπε τελικά. – Μα αυτός είναι ο Βιτάλικ! Ίνγκα, αυτός είναι ο δικός σου Βιτάλικ! Μα εσείς οι δυο γυρίσατε μαζί από την Ανάπα τότε και το φθινόπωρο παντρευτήκατε!
Το χέρι της Ίνγκα Πάβλοβνα σταμάτησε πάνω από την κουτάλα της σαλάτας.
Έμεινε ακίνητο.
Ύστερα την κατέβασε αργά μέσα στη σαλάτα και η κουτάλα έμεινε να προεξέχει κάθετα.
Το πρόσωπό της δεν συσπάστηκε.
Απλώς όλα πάνω του πάγωσαν.
Τα χείλη.
Τα φρύδια.
Ακόμη και τα σκουλαρίκια της έμοιαζαν να έχουν ακινητοποιηθεί.
– Πού τη βρήκες αυτή; – ρώτησε.
Δεν ακούστηκε σαν ερώτηση.
Περισσότερο σαν μια ψυχρή, αντικειμενική δήλωση.
– Τη βρήκα στο βιβλίο «Η βασίλισσα Μαργκό». Εσείς μου δώσατε τα βιβλία.
– Ουλιάνα… – είπε ο Σεμιόν.
– Ο πατέρας σου – απάντησε αντί για μένα η θεία από το Μπουί και αμέσως έβαλε το χέρι στο στόμα της.
Ο Σεμιόν έπιασε τη φωτογραφία από τη γωνία με δύο δάχτυλα, σαν να κρατούσε την ταυτότητα κάποιου άλλου.
Την κοίταξε για πολλή ώρα.
Ύστερα κοίταξε το άλμπουμ, τη φωτογραφία του Μίρον στην κούνια και μετά ξανά τη φωτογραφία.
Είχε ζήσει σαράντα χρόνια χωρίς να έχει δει ούτε μία φορά αυτό το πρόσωπο.
Κι όμως, αυτό το πρόσωπο είχε μεγαλώσει όλον αυτόν τον καιρό μέσα στο παιδικό του δωμάτιο.
Κοιμόταν με πιτζάμες με πυραύλους.
Τα βράδια έκανε «βρρρρ» με το ανατρεπόμενο φορτηγό του.
Και τώρα βρισκόταν μπροστά του πάνω στο χαρτί.
– Μαμά – είπε τελικά. – Εσύ το ήξερες.
Δεν ρώτησε.
Το δήλωσε.
– Εσείς λέτε συνέχεια πως το πρόσωπο δεν λέει ψέματα – γύρισα προς την Ίνγκα Πάβλοβνα. – Και πράγματι δεν είπε ψέματα. Ο Μίρον δεν είναι ξένος. Απλώς μοιάζει με εκείνον που εσείς δεν μπορέσατε να συγχωρήσετε.
Η πεθερά μου σηκώθηκε.
Δεν τα κατάφερε αμέσως. Στηρίχτηκε και με τα δύο χέρια στην άκρη του τραπεζιού και μετά ισιώθηκε αργά.
Πέρασε δίπλα μου και πήγε προς την κουζίνα.
Πάτησε με το δάχτυλό της ένα κουμπί στην εστία, παρόλο που πάνω της δεν υπήρχε τίποτα.
Ύστερα στάθηκε με την πλάτη γυρισμένη σε όλους.
Φορούσε το καινούργιο φόρεμα στο χρώμα του καφέ με γάλα που είχε αγοράσει ειδικά για την επέτειο.
Η εστία έκανε ένα «μπιπ» και μετά άλλο ένα, σαν να ζητούσε κατσαρόλα.
Κανείς στο τραπέζι δεν κουνήθηκε.
Ύστερα ο θείος από το Μπουί άπλωσε το χέρι του για το ψωμί.
Για κάποιο λόγο, αυτή η κίνηση ακούστηκε πιο δυνατά από οτιδήποτε άλλο.
Έβγαλα την πετσέτα από τον ώμο μου και την ξανακρέμασα στο χερούλι του φούρνου.
Πήγα στο μικρό δωμάτιο να πάρω τον Μίρον.
Δεν ήθελε να χάσει το τέλος του κινούμενου σχεδίου. Στεκόταν μπροστά στην τηλεόραση και προσπαθούσα να του φορέσω το μπουφάν, ενώ εκείνος γύριζε συνέχεια τον λαιμό του για να βλέπει ακόμη την οθόνη.
– Μαμά, και η τούρτα; – ρώτησε ήδη στον διάδρομο.
– Στο σπίτι έχουμε μπισκότα.
Από την πόρτα κοίταξα άλλη μια φορά πίσω.
Ο Σεμιόν κρατούσε τη φωτογραφία.
Η μητέρα του στεκόταν δίπλα στην κουζίνα.
Ο φάκελος με την μπλε σφραγίδα βρισκόταν πάνω στο τραπέζι ανάμεσά τους και κάποιος είχε ήδη ακουμπήσει πάνω του το ποτηράκι του.
—
Πέρασε ένας μήνας.
Η Ίνγκα Πάβλοβνα έφυγε από την οικογενειακή ομάδα την επόμενη μέρα της επετείου.
Από τότε στην ομάδα κυκλοφορούν μόνο εικόνες με «καλημέρα» και φωτογραφίες με γάτες.
Δεν μου τηλεφωνεί.
Ο Σεμιόν πηγαίνει μόνος του στο σπίτι της τις Κυριακές. Επισκευάζει την πόρτα της καινούργιας ντουλάπας, φτιάχνει τη βρύση και ύστερα επιστρέφει σπίτι με ένα βάζο αντζίκα.
Το βάζει στο ψυγείο χωρίς να πει λέξη.
Δεν τον ρωτάω για τι μιλούν εκεί μέσα.
Άκουσα πως η θεία από το Μπουί διηγείται σε όλους τι είδους γυναίκα έχει ο Σεμιόν.
Σε καθέναν διαφορετικά.
Ανάλογα με το ποιος τη ρωτά.
Με τον Σεμιόν είμαστε τελευταία εξαιρετικά ευγενικοί ο ένας με τον άλλον.
Ευχαριστώ.
Παρακαλώ.
Δώσε μου το αλάτι.
Εκείνος ξέρει πως γνώριζα για τον πατέρα του δύο εβδομάδες και σιωπούσα.
Κι εγώ θυμάμαι εκείνον τον αναστεναγμό που άφησε πάνω από τον φάκελο.
Κανείς από τους δυο μας δεν έχει ακόμη βρει τις λέξεις με τις οποίες θα μπορούσε να το πει.
Στη βιβλιοθήκη, παρεμπιπτόντως, τα καινούργια ράφια δεν έχουν έρθει ακόμη.
Τα βιβλία της πεθεράς μου βρίσκονται ακόμη κάτω από το γραφείο μου, μέσα στις δύο καρό τσάντες.
Πάνω πάνω είναι η «Βασίλισσα Μαργκό».
Το Σάββατο έψησα μια τυρόπιτα.
Η φωτογραφία από την Ανάπα κρέμεται τώρα στο ψυγείο μας, κάτω από έναν μαγνήτη σε σχήμα λεμονιού, ανάμεσα στον πράσινο και τον μοβ σκαντζόχοιρο.
Ο ίδιος ο Σεμιόν την έβαλε εκεί, την επόμενη μέρα της επετείου.
Δεν είπε τίποτα.
Ο Μίρον ανέβηκε στο σκαμνί για να φτάσει την κρέμα γάλακτος. Είδε τη φωτογραφία, πίεσε τα αυτιά του στο κεφάλι του με τις παλάμες του και με κοίταξε.
– Μαμά, αυτός είμαι εγώ; Μόνο μεγάλος;
– Όχι, αγόρι μου. Αυτός είναι ο παππούς σου. Ο μπαμπάς του μπαμπά.
– Και γιατί είναι κι αυτός κοκκινομάλλης;
– Επειδή του μοιάζεις.
Το σκέφτηκε, ενώ έγλειφε την κρέμα γάλακτος από το κουτάλι.
– Όχι – δήλωσε τελικά. – Αυτός μου μοιάζει!
Και έτρεξε στο δωμάτιο για να εξηγήσει στον πατέρα του πώς λειτουργούν πραγματικά τα πράγματα.
Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά.
Θα μπορούσα να είχα δώσει τη φωτογραφία αργότερα, οι δυο μας, στο κλιμακοστάσιο, και να την άφηνα να αποφασίσει μόνη της τι θα έκανε με αυτή.
Ίσως θα μπορούσα.
Αλλά εκείνη κάλεσε όλους τους συγγενείς για να με εξετάσουν μπροστά σε όλους.
Κι εγώ δεν ήμουν διατεθειμένη να απαντήσω πιο ήσυχα απ’ όσο με ρώτησαν.
Αυτό έχει το τίμημά του.
Το πληρώνω κάθε Κυριακή, όταν ο Σεμιόν φορά μόνος του τα παπούτσια του στον διάδρομο.
Εγώ πάντως έβγαλα το δικό μου συμπέρασμα.
Αν κάποιος καλείται να απαντήσει μπροστά σε όλους, τότε πρέπει και να απαντήσει μπροστά σε όλους.
Αλλιώς η υποψία μένει πάνω του για πάντα.
Και τα παλιά μου παράπονα, από εδώ και πέρα, για καλό και για κακό, δεν θα τα κρύβω μέσα σε βιβλία.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;
Θα αφήνατε τη φωτογραφία πάνω στο γιορτινό τραπέζι, μπροστά σε ολόκληρο το σόι;
Ή θα την δίνατε αργότερα στην πεθερά σας, ιδιαιτέρως;







