Πώς γίνεται να μην αφήσεις τη μαμά μέσα; Είναι ήδη έξω από την είσοδο και αυτό που έκανε η σύζυγος μετά άφησε τους πάντες άφωνους

Ενδιαφέρων

Η Έβα τελικά αποκοιμήθηκε γύρω στις τρεις τα ξημερώματα, και η Άλις την ξανάβαλε στην κούνια τόσο προσεκτικά, σαν να τοποθετούσε μια εύθραυστη κρυστάλλινη σφαίρα πάνω σε γυάλινο ράφι.

Τότε ακούστηκε από τον διάδρομο ο ήχος μιας κλειδαριάς που γύριζε.

Η Ράισα Παβλόβνα είχε φτάσει.

Όπως πάντα, άνοιξε την πόρτα με το δικό της κλειδί, χωρίς καμία προηγούμενη ειδοποίηση.

Η Άλις ίσιωσε την πλάτη της και, νοερά, μέτρησε αργά μέχρι το πέντε.

– Πάλι την έβαλες στο πλάι; – ακούστηκε η φωνή της πεθεράς της από τον διάδρομο. – Θα πνιγεί!

– Καλημέρα. Αναπνέει, το έλεγξα – απάντησε η Άλις. – Μάλιστα, αρκετά δυνατά.

– Καλά, καλά. Και πού είναι η κουβέρτα; Το παιδί είναι γυμνό!

– Έχει είκοσι τέσσερις βαθμούς στο δωμάτιο. Δεν ξεχειμωνιάζει σε παγωμένο τοπίο.

Παλιά όλα ήταν διαφορετικά.

Πριν γεννηθεί η Έβα, η Ράισα Παβλόβνα της μιλούσε απολύτως φυσιολογικά.

Της ζητούσε συμβουλές για τη βαφή των μαλλιών, γελούσε με τα αστεία της και της φερόταν σαν να ήταν ενήλικος άνθρωπος.

Ύστερα γεννήθηκε το μωρό.

Και μαζί του εμφανίστηκε στο σπίτι και η εξετάστρια.

– Την κρατάς λάθος – δήλωσε η Ράισα Παβλόβνα μπαίνοντας στο δωμάτιο. – Σήκωσε πιο ψηλά το κεφάλι της. Κρέμεται σαν κουρέλι.

– Το κεφάλι της είναι πάνω στον λαιμό της, και ο λαιμός της είναι δυνατός. Ο γιατρός την επαίνεσε μάλιστα ιδιαίτερα.

– Οι γιατροί λένε ό,τι θέλουν. Και γιατί είναι τόσο λεπτό αυτό το σκουφάκι; Είναι πολύ λεπτό!

– Επειδή είναι Ιούνιος – είπε η Άλις. – Όποιος κρυώνει στο κεφάλι, ας φορέσει γούνινο καπέλο.

– Να τα μας. Για σένα όλα είναι αστείο. Μετά θα αρρωστήσει το παιδί.

Η Άλις μετέφερε το κοριτσάκι στο άλλο της χέρι και προτίμησε να σωπάσει.

Μέσα της άρχιζε ήδη να ανεβαίνει κάτι καυτό και πικρό, αλλά ακόμη κρατούσε γερά το λουρί.

– Και αυτά τα μικρά πουκαμισάκια… Ποιος σιδερώνει έτσι; Η ραφή πρέπει να είναι προς τα έξω!

– Είναι προς τα έξω.

– Τότε δεν τα πλένεις σωστά. Τα πλένεις με βρεφική πούδρα;

– Όχι, με πλυντήριο – απάντησε η Άλις. – Βάζω απορρυπαντικό για παιδιά. Αν αυτό σας κάνει να νιώθετε πιο ήρεμη, τότε ναι.

Μια εβδομάδα αργότερα η Ράισα Παβλόβνα ξαναήρθε.

Ύστερα πάλι.

Και πάλι.

Σύντομα εμφανιζόταν στο διαμέρισμα συχνότερα απ’ όσο έμπαινε ο ήλιος από το παράθυρο.

Κάθε επίσκεψή της ήταν σαν μια ακόμη εξέταση, στην οποία η Άλις κατάφερνε πάντα με κάποιον τρόπο να αποτυγχάνει.

– Την ταΐζεις υπερβολικά – είπε η Ράισα Παβλόβνα σκύβοντας πάνω από την κούνια. – Κοίτα πόσο βαριά είναι.

– Την προηγούμενη φορά λέγατε ότι είναι πολύ αδύνατη – απάντησε η Άλις. – Είστε αρκετά ευμετάβλητη. Σαν τον καιρό.

– Μην κάνεις τον καραγκιόζη! Και δεν έχεις κανένα πρόγραμμα. Έξι μπάνιο, επτά τάισμα, οκτώ ύπνος.

– Η Έβα δεν έχει διαβάσει αυτό το πρόγραμμα. Προς το παρόν δεν ξέρει καν να διαβάζει.

– Εσένα πρέπει να σε εκπαιδεύσουν! – χτύπησε τα χέρια της η Ράισα Παβλόβνα. – Είσαι αδέξια, αυτό είναι όλο. Ούτε να τη φασκιώσεις ούτε να την κοιμίσεις ξέρεις.

Η Άλις ακούμπησε το μπιμπερό στο τραπέζι λίγο πιο δυνατά απ’ όσο είχε αρχικά σκοπό.

Ύστερα γύρισε.

Και κοίταξε την πεθερά της κατευθείαν στα μάτια.

– Ράισα Παβλόβνα, ας συμφωνήσουμε σε κάτι. Τις συμβουλές σας ευχαρίστως θα τις ακούω. Τις κρίσεις σας, όμως, σας παρακαλώ, κρατήστε τες για τον εαυτό σας. Δεν υπέγραψα συνδρομή σε αυτές.

– Εγώ, αν ήξερες, μεγάλωσα δύο παιδιά!

– Εξαιρετικά. Τότε εσείς έχετε εμπειρία κι εγώ έχω μια κόρη. Ας μοιράσουμε τις αρμοδιότητες.

– Α, έτσι μου μιλάς τώρα;

– Σας μιλάω ευγενικά. Αυτό, παρεμπιπτόντως, είναι σπάνιο είδος σε αυτό το σπίτι.

Η Ράισα Παβλόβνα έσφιξε τα χείλη της και μπήκε στο άλλο δωμάτιο.

Η Άλις πίστεψε πως το θέμα είχε τελειώσει.

Δεν ήξερε ότι μόλις είχε αρχίσει.

Το βράδυ έφτασε ο Νικήτα, και ήδη από την πόρτα όλα έπεσαν πάνω του.

– Γιε μου, θα σου το πω ξεκάθαρα: η γυναίκα σου είναι εντελώς ανίκανη! – Η φωνή της Ράισα Παβλόβνα έτρεμε από αγανάκτηση. – Το παιδί θα γίνει φιλάσθενο, θα μείνει πίσω στην ανάπτυξή του, να θυμάσαι τα λόγια μου!

– Μαμά, γιατί πρέπει να το κάνεις έτσι… – είπε κουρασμένα ο Νικήτα.

– Γιατί! Δεν ξέρει τίποτα και ούτε καν είναι διατεθειμένη να με ακούσει! Της μιλάω για πρόγραμμα κι εκείνη κάνει αστεία!

– Η Έβα κοιμάται δέκα ώρες και έχει μάλιστα καλό βάρος για την ηλικία της – παρενέβη η Άλις από το άλλο δωμάτιο. – Μέχρι στιγμής μόνο ένα πράγμα έχει μείνει πίσω: το νευρικό μου σύστημα.

– Ακούς; Ακούς πώς μου μιλάει;

Ο Νικήτα τότε μουρμούρισε κάτι σαν προσπάθεια συμφιλίωσης και ύστερα πήρε τη μητέρα του μαζί του για να πάρει το χάπι της για την πίεση.

Η Άλις πίστεψε πως ο άντρας της ήταν με το μέρος της.

Έκανε λάθος.

Δεν το κατάλαβε σε μία μόνο στιγμή.

Σιγά σιγά.

Σταγόνα τη σταγόνα.

Δύο εβδομάδες αργότερα ο Νικήτα στεκόταν πάνω από την κούνια και είπε:

– Πάλι την κουνάς λάθος. Πρέπει να το κάνεις πιο ομοιόμορφα.

Η Άλις σήκωσε αργά το βλέμμα της.

– Αυτό ήταν αστείο;

– Μιλάω σοβαρά. Και άνοιξε να αεριστεί το δωμάτιο, έχει πολλή ζέστη.

– Το παράθυρο είναι ανοιχτό από το πρωί.

– Τότε το άνοιξες λάθος – πέταξε ο Νικήτα. – Και αυτά τα πουκαμισάκια είναι πολύ σκληρά. Τα έπιασα. Δεν τα πλένεις σωστά.

Η Άλις γύρισε αργά.

Μπροστά της στεκόταν ο άντρας της.

Αλλά μιλούσε σαν ξένος.

Λέξη προς λέξη.

Τόνος προς τόνο.

– Νικήτα, σου ξαναπρογραμμάτισαν τον εγκέφαλο; Η φωνή είναι δική σου, αλλά τα λόγια όχι.

– Μην αρχίζεις. Η μητέρα μου δεν δίνει κακές συμβουλές.

– Η μητέρα σου εδώ και μια εβδομάδα μου συμβουλεύει να αλλάξω τα χέρια μου, το κεφάλι μου και τη φύση μου. Θα τα άλλαζα, μόνο που έχει ουρά στο κατάστημα.

Ο κατάλογος των παραπόνων μεγάλωνε σαν ζύμη στη ζέστη.

Δεν την τάιζε σωστά.

Δεν την έκανε σωστά μπάνιο.

Δεν της έκοβε σωστά τα νύχια.

Δεν δίπλωνε σωστά τις πάνες.

Και η Άλις έπιασε τον εαυτό της να μην τραγουδά πια στην κόρη της όταν υπήρχε κάποιος άλλος παρών.

Μπροστά σε μάρτυρες η φωνή της έμοιαζε πάντα ψεύτικη.

Ένα βράδυ, ενώ κουνούσε την Έβα στην αγκαλιά της, σχηματίστηκε μέσα της μια απλή σκέψη.

Το κοριτσάκι τώρα ακόμη δεν καταλαβαίνει τα λόγια.

Αλλά σε έναν χρόνο θα τα καταλαβαίνει.

Και θα ακούει ότι η μητέρα της είναι αδέξια.

Ότι τη μητέρα της πρέπει να τη διδάσκουν.

Ότι τη μητέρα της δεν μπορείς να την εμπιστευτείς.

Και τότε, κάποια μέρα, ίσως η μητέρα της γίνει για εκείνη εχθρός.

Το επόμενο πρωί η Άλις μίλησε στον Νικήτα.

– Μίλησε στη μητέρα σου. Κανονικά. Ήρεμα. Πες της να συγκρατηθεί.

– Γιατί; Αφού έχει δίκιο.

Η Άλις πάγωσε.

– Ακριβώς σε τι;

– Σε όλα! Πραγματικά κάνεις πολλά πράγματα λάθος.

Ο Νικήτα ούτε καν σήκωσε το βλέμμα του ενώ έδενε τα κορδόνια του.

Η Άλις τον κοίταξε σιωπηλή για μερικά δευτερόλεπτα.

– Τότε έχει δίκιο.

Έγνεψε ελαφρά.

– Εντάξει. Ας σημειώσουμε αυτή την ημερομηνία.

Ο Νικήτα σήκωσε το βλέμμα.

– Τι ετοιμάζεις;

– Τίποτα παράνομο.

Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στην άκρη των χειλιών της Άλις.

– Απλώς θα κρεμάσω έναν καθρέφτη στο σπίτι.

Ο καθρέφτης τέθηκε σε λειτουργία το ίδιο κιόλας βράδυ.

Ο Νικήτα επέστρεψε σπίτι με σακούλες.

Τις άφησε πάνω στο τραπέζι.

Και αμέσως δέχτηκε την πρώτη δόση.

– Γιατί έφερες αυτό το καρότσι από το σούπερ μάρκετ; Το τρίζει;

– Τι;

– Στο κατάστημα. Υπήρχαν άλλα είκοσι, κι εσύ διάλεξες αυτό που τραβάει προς τη μία πλευρά. Κι εσένα πρέπει να σε διδάξουν.

– Άλις, είσαι καλά;

– Τέλεια. Παρεμπιπτόντως, ούτε τα τρόφιμα είναι σωστά. Το ψωμί είναι πολύ μαλακό, θα θρυμματίζεται. Οι ντομάτες είναι νερουλές. Και το τυρί… δεν έχω ιδέα από πού το πήρες.

Ο Νικήτα την κοίταξε απορημένος.

– Τώρα με κοροϊδεύεις;

– Απλώς σε φροντίζω – είπε η Άλις με μελιστάλαχτη φωνή. – Δεν έχει σημασία τι τρώει η οικογένεια; Και ο μισθός σου θα μπορούσε να είναι λίγο υψηλότερος. Δεν νομίζεις;

– Εσύ είσαι εντελώς…

Ο Νικήτα έμεινε άφωνος.

– Αυτή είναι η δουλειά μου, παρεμπιπτόντως!

– Τότε δούλεψε καλύτερα. Δεν σε εμποδίζω. Απλώς σου δείχνω την κατεύθυνση.

Για τρεις ημέρες τον κατεύθυνε.

Ο Νικήτα έκλεινε λάθος το νερό.

Κρεμούσε λάθος την πετσέτα.

Άφηνε λάθος τα παπούτσια του.

Και τη νύχτα ανέπνεε ακόμη και λάθος.

Την τέταρτη μέρα ο Νικήτα κυκλοφορούσε στο διαμέρισμα σαν να περπατούσε σε ναρκοπέδιο.

– Φτάνει! – ξέσπασε. – Αυτό με τρελαίνει!

Η Άλις σήκωσε το φρύδι της.

– Παράξενο. Σύμφωνα με τη θεωρία σου, αυτό θα έπρεπε να με εμπνέει.

Τότε έφτασε η Ράισα Παβλόβνα.

Και αυτή τη φορά ο καθρέφτης στράφηκε προς το μέρος της.

– Ενδιαφέρουσα αυτή η μπλούζα – άρχισε η Άλις μόλις η πεθερά της έβγαλε τα παπούτσια της. – Είναι αυτό το σχέδιο ή απλώς έτσι έτυχε;

– Τι πράγμα;

– Και το χτένισμά σας. Ράισα Παβλόβνα, ακόμη δεν μάθατε να φτιάχνετε σωστά τα μαλλιά σας; Στην ηλικία σας θα έπρεπε πραγματικά να το έχετε μάθει.

– Πώς τολμάς…

– Και τα νύχια σας είναι σκέτη καταστροφή. Με τέτοια νύχια δεν πρέπει να πιάνετε παιδί, μπορεί να το γρατζουνίσετε. Εσείς, άλλωστε, μου το μάθατε αυτό.

Η Ράισα Παβλόβνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό, ύστερα στράφηκε προς την κούνια και άπλωσε τα χέρια της για το κοριτσάκι.

– Ω, όχι, όχι – η Άλις της πήρε απαλά την Έβα. – Ποιος κρατάει έτσι το παιδί; Της κρέμεται το κεφάλι. Και την έχετε ντύσει λάθος. Κοιτάξτε, οι κάλτσες της είναι διαφορετικές. Κι εσείς χρειάζεστε εκπαίδευση.

– Νικήτα! – ούρλιαξε η Ράισα Παβλόβνα. – Ακούς τι γίνεται εδώ;

– Ακούω – είπε ο άντρας από τη γωνία με βραχνή φωνή.

– Εγώ δεν ξαναπατάω εδώ μέσα! Ποτέ!

– Τα παπούτσια σας είναι στον διάδρομο – τη βοήθησε η Άλις. – Μην τα ξεχάσετε, ούτε αυτά είναι κατάλληλα.

Η πόρτα έκλεισε με δυνατό κρότο.

Ο Νικήτα κάθισε σε μια καρέκλα και για πολλή ώρα έτριβε τον αυχένα του.

Η Άλις είπε ήσυχα:

– Τώρα καταλαβαίνεις πώς ακούγεται αυτό απ’ έξω;

– Καταλαβαίνω – μουρμούρισε.

Ύστερα το πρόσθεσε ακόμη μία φορά:

– Καταλαβαίνω.

Η Άλις τον πίστεψε.

Σταμάτησε τις αιχμές.

Άρχισε ξανά να τραγουδά στην κόρη της.

Και στο σπίτι επέστρεψε η ησυχία και η ζεστασιά.

Μια τέτοια ησυχία και ζεστασιά που υπάρχει όταν κανείς δεν ελέγχει ούτε τη θερμοκρασία του σώματός σου ούτε τη συνείδησή σου.

Κράτησε τρεις εβδομάδες.

Ύστερα η Ράισα Παβλόβνα εμφανίστηκε ξανά.

Ήρθε να «συμφιλιωθεί».

Με μια τσάντα στο χέρι.

Και με το ίδιο πρόσωπο όπως πριν.

– Λοιπόν, τι γίνεται, δυστυχία μου – είπε ήδη από την πόρτα. – Δείξε μου το παιδί. Υποθέτω ότι πάλι το έχεις τυλίξει με κουρέλια.

– Καλημέρα.

– Θεέ μου, πόσο γκρι είναι αυτό το σεντόνι! Το βράζεις καθόλου; Και τι είναι αυτός ο λεκές στη μαξιλαροθήκη; Φρίκη. Να κρατάς ένα παιδί σε τέτοια βρωμιά…

Η Άλις πλησίασε, σήκωσε την Έβα και ύστερα γύρισε.

– Ράισα Παβλόβνα, ήρθε η ώρα να πάτε σπίτι.

– Τι πράγμα;

– Σπίτι. Εκεί όπου όλα είναι λευκά και τέλεια.

Η φωνή της Άλις παρέμεινε ήρεμη.

– Λυπάμαι, αλλά η επίσκεψη τελείωσε.

– Με διώχνετε εσείς; Από το σπίτι του γιου μου;

– Από το δικό μου σπίτι.

Στα μάτια της Άλις υπήρχε μια παράξενη ηρεμία.

– Το κληρονόμησα από τη γιαγιά μου. Τα χαρτιά είναι στο συρτάρι. Μπορώ να σας τα δείξω, έχουν πάνω μια υπέροχη σφραγίδα.

– Ο Νικήτα θα το μάθει αυτό!

– Φυσικά. Εγώ η ίδια θα του το πω. Έχω καλή φωνή γι’ αυτό.

Ο Νικήτα γύρισε σπίτι το βράδυ.

Η Άλις τον περίμενε στον διάδρομο και δεν ύψωσε τη φωνή της.

– Σου ζήτησα να μιλήσεις στη μητέρα σου. Δεν της μίλησες.

– Είναι ηλικιωμένη!

– Είναι ενήλικη.

Το βλέμμα της Άλις σκλήρυνε.

– Αυτές είναι δύο διαφορετικές κατηγορίες ευθύνης.

– Και τώρα τι θα γίνει;

– Την επόμενη φορά δεν θα την αφήσω να μπει. Απλώς δεν θα ανοίξω την πόρτα.

– Δεν έχεις δικαί…

Ο Νικήτα σταμάτησε.

– Αυτό είναι υπερβολή.

– Υπερβολή είναι όταν στη μητέρα του παιδιού σου εξηγούν κάθε μέρα ότι είναι άχρηστη.

Η Άλις πήρε αργά μια ανάσα.

– Εγώ δεν πληρώνω πια συνδρομή σε αυτή τη σειρά.

Ο Νικήτα δεν απάντησε.

Το Σάββατο το πρωί, εντελώς καθημερινά, του είπε καθώς κουμπωνόταν:

– Η μαμά έρχεται σήμερα. Γύρω στο μεσημέρι.

– Όχι.

Ο Νικήτα σήκωσε το βλέμμα.

– Δηλαδή «όχι»;

– Ακριβώς. Δεν θα την αφήσω να περάσει το κατώφλι.

– Τι εννοείς ότι δεν θα αφήσεις τη μητέρα μου να μπει; Είναι σχεδόν έξω από το σπίτι!

– Τότε ας μείνει εκεί.

Η Άλις ανασήκωσε τους ώμους.

– Ο καθαρός αέρας είναι υγιεινός σε κάθε ηλικία.

– Καταλαβαίνεις καθόλου τι κάνεις;! Είναι η μητέρα μου!

– Κι εγώ είμαι η γυναίκα σου.

Η φωνή της Άλις παρέμεινε ήρεμη.

– Απλώς, για κάποιο λόγο, εμένα μπορείς να με ταπεινώνεις μέχρι το μεσημέρι, το απόγευμα και το βράδυ.

– Το κάνεις επίτηδες!

– Επίτηδες το σταμάτησα.

Η Άλις τον κοίταξε για μια στιγμή.

– Μερικά γράμματα κάνουν τη διαφορά, αλλά μπορεί να κρύβουν ακόμη και δέκα χρόνια ζωής.

Ο Νικήτα περπατούσε νευρικά στον διάδρομο.

Πήρε το τηλέφωνό του.

Ύστερα το άφησε.

Το ξαναπήρε.

– Και αν άλλη μία φορά – πρόσθεσε ήρεμα η Άλις – μου πεις ότι ταΐζω, πλένω, αερίζω ή αναπνέω λάθος, τότε ούτε εσένα θα αφήσω να μπεις.

Ο Νικήτα την κοίταξε έκπληκτος.

– Μπορείς να πας σε εκείνη όπου όλα λειτουργούν σωστά. Ξέρεις τη διεύθυνση.

– Με απειλείς;

– Εξηγώ τους κανόνες.

Η Άλις χαμογέλασε αχνά.

– Σου αρέσει όταν σου εξηγούν, έτσι δεν είναι;

Τότε χτύπησε το κουδούνι.

Μία φορά.

Δεύτερη.

Τρίτη.

Όλο και πιο παρατεταμένα και όλο και πιο απαιτητικά.

Η Άλις δεν κουνήθηκε.

Κάθισε στην πολυθρόνα, ξεκούμπωσε τη μπλούζα της και τράβηξε την κόρη της κοντά της.

Η Έβα άρχισε αμέσως να θηλάζει.

Η Άλις χάιδεψε το κεφαλάκι της.

– Πήγαινε, τακτοποίησέ το – έδειξε προς την πόρτα.

Ύστερα πρόσθεσε:

– Αλλά μην ξεχνάς: ανάλογα με το τι θα κάνεις τώρα, θα βγάλω τη βαλίτσα σου από πάνω από τη ντουλάπα ή θα παραμείνει εκεί.

Ο Νικήτα πάγωσε.

– Μιλάς σοβαρά;

– Σήμερα είμαι ασυνήθιστα σοβαρή.

Η Άλις κοίταξε την κόρη της.

– Δεν έχω διάθεση ούτε για αστεία.

Ο Νικήτα κοίταξε τη γυναίκα του.

Ύστερα την Έβα.

Μετά την πόρτα.

Τελικά πέρασε το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του και βγήκε στον διάδρομο.

Η πόρτα έκλεισε.

Από την άλλη πλευρά ακούστηκε αρχικά μια ψηλή, εκνευρισμένη φωνή.

Ύστερα μια πιο βαθιά.

Τα λόγια δεν ξεχώριζαν.

Μόνο ο ρυθμός των φωνών.

Δυνάμωναν.

Χαμήλωναν.

Ύστερα ξαναφούντωναν.

Η Έβα θήλαζε ήρεμα, πιάνοντας με τα μικρά της δάχτυλα την άκρη της μπλούζας της Άλις.

Η Άλις χάιδεψε το ζεστό κεφαλάκι της κόρης της και άρχισε να μετρά τα λεπτά.

Δέκα λεπτά.

Δεκαπέντε.

Είκοσι πέντε.

Μισή ώρα αργότερα ο Νικήτα επέστρεψε.

Το πρόσωπό του ήταν κόκκινο.

Ο γιακάς του πουκαμίσου του ξεκούμπωτος.

Η ανάσα του ήταν σύντομη και ταραγμένη.

Στάθηκε στην πόρτα του δωματίου και κοίταξε τη γυναίκα του καθώς τάιζε την κόρη τους.

– Έφυγε – είπε τελικά.

Η Άλις δεν μίλησε.

– Θα επιστρέψει μόνο όταν της το επιτρέψεις εσύ. Και μόνο όπως θα πεις εσύ.

Η Άλις σήκωσε αργά το βλέμμα της.

– Συμφώνησε;

Ο Νικήτα χαμογέλασε πικρά.

– Όχι αμέσως.

Ύστερα κούνησε το κεφάλι του.

– Για περίπου είκοσι λεπτά δεν ήθελε ούτε να ακούσει γι’ αυτό. Ύστερα της είπα ότι αν ξανακούσω από εκείνη τη λέξη «αδέξια», δεν θα έχει πια πού να έρχεται.

Η Άλις έμεινε σιωπηλή.

Η Έβα άφησε το στήθος της μητέρας της και αναστέναξε νυσταγμένα.

Ο Νικήτα πλησίασε.

– Είσαι η πιο υπέροχη μαμά στον κόσμο – είπε χαμηλόφωνα.

Η Άλις τον κοίταξε.

– Αυτό το ήξερα πάντα. Απλώς για λίγο επαναλάμβανα σαν παπαγάλος τα λόγια κάποιου άλλου.

Η Άλις χαμογέλασε.

– Οι παπαγάλοι τουλάχιστον είναι όμορφοι.

– Συγγνώμη.

– Το δέχομαι.

Η Άλις διόρθωσε το μικρό πουκαμισάκι της Έβα.

– Αλλά μην το ξεχάσεις: τον καθρέφτη δεν τον πέταξα.

Ο Νικήτα σήκωσε το φρύδι του.

– Όχι;

– Όχι.

Η Άλις έριξε μια ματιά προς τον τοίχο.

– Είναι ακόμη εδώ. Θα είναι πάντα εδώ, σε αυτό το σπίτι.

Σταμάτησε για μια στιγμή.

– Απλώς τώρα τον έχω γυρίσει προς τον τοίχο.

Ο Νικήτα κάθισε δίπλα της στο μπράτσο της πολυθρόνας και άγγιξε προσεκτικά το μικροσκοπικό πέλμα της κόρης του.

– Και η βαλίτσα;

Η Άλις κοίταξε την Έβα.

Ύστερα χαμογέλασε.

– Ας σκονίζεται.

Ο Νικήτα την κοίταξε ερωτηματικά.

– Η ζωή είναι ακόμη ολόκληρη μπροστά της.

Visited 257 times, 62 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο