Ένας έμπειρος αστυνομικός πλησίαζε το τέλος μιας μακράς και εξαντλητικής βάρδιας όταν κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής περιπολίας στα περίχωρα της πόλης παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο σε έναν έρημο δρόμο.
Ένα μαύρο όχημα νεκροφόρας πλησίαζε, αλλά όχι με την ήρεμη και σεβαστή ταχύτητα που θα περίμενε κανείς σε μια κηδεία, αλλά με απίστευτη ταχύτητα, σχεδόν σαν να έτρεχε σε πίστα αγώνων.
Τα μάτια του αστυνομικού στένεψαν αμέσως και μια υποψία άρχισε να φωλιάζει μέσα του: ένα τέτοιο όχημα σπάνια τρέχει τόσο γρήγορα, ειδικά όταν μεταφέρει νεκρό.
Άμεσα ενεργοποίησε σειρήνα και φάρους και ανέφερε μέσω ραδιοφώνου: «Σημείο 45, αιτούμαι σταμάτημα ύποπτου οχήματος νεκροφόρας στην εθνική οδό 7, ταχύτητα περίπου 120 χλμ/ώρα.»
Η φωνή του ήταν γεμάτη ένταση και συγκέντρωση καθώς ξεκινούσε την καταδίωξη.
Ο οδηγός της νεκροφόρας όμως δεν είχε καμία πρόθεση να σταματήσει.
Καθώς ο αστυνομικός πλησίαζε, πάτησε γκάζι ακόμα πιο δυνατά, οδηγώντας επικίνδυνα, σχεδόν παρεκτρέποντας στο αντίθετο ρεύμα και σε μια στροφή σχεδόν βγήκε εκτός δρόμου.
Ο αστυνομικός δάγκωσε τα χείλη του, κρατούσε γερά το τιμόνι και παρακολουθούσε κάθε κίνηση με προσοχή. Ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν ήταν απλή υπερβολική ταχύτητα, αλλά κάτι πολύ σοβαρότερο.
Μετά από λίγα λεπτά έντονης καταδίωξης, η νεκροφόρα ξαφνικά βγήκε από τον δρόμο και σταμάτησε στο πλάι. Η πόρτα άνοιξε αργά.
Ένας ψηλός, αδύνατος άνδρας βγήκε, ντυμένος με μαύρο κοστούμι, με ένα παράξενο και ανησυχητικό χαμόγελο στο πρόσωπο. Σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν στο μέτωπό του, παρόλο που ο καιρός δεν το δικαιολογούσε.

«Καλησπέρα, αξιωματικέ!» άρχισε με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να φαίνεται ήρεμος αλλά η νευρικότητα ήταν εμφανής. «Καθυστερώ σε μια κηδεία, είναι μια πολύ σημαντική οικογενειακή υπόθεση… η οικογένεια περιμένει… είναι επείγον…»
Ο αστυνομικός του έριξε ένα αποφασιστικό βλέμμα και δεν άφησε τα λόγια να τον αποσπάσουν. «Ποιον μεταφέρετε;» ρώτησε ήρεμα αλλά σταθερά.
«Ε… έναν άντρα… ή μήπως μια γυναίκα… τη σύζυγο… ή μήπως τη νύφη… συγγνώμη, μπερδεύομαι…» ψέλλισε ο άνδρας και γέλασε νευρικά, προσπαθώντας να καλύψει τη σύγχυσή του.
Ο αστυνομικός κοίταξε προς το πίσω μέρος του οχήματος όπου βρισκόταν το φέρετρο. «Παρακαλώ, ανοίξτε το φέρετρο.»
Ο άνδρας δίστασε, αλλά τελικά υπάκουσε. Πλησίασε αργά και σήκωσε το καπάκι του φέρετρου. Ο αστυνομικός πλησίασε και έκανε νόημα να τον αφήσει να δει κι αυτός.
Μέσα στο φέρετρο δεν υπήρχε σώμα. Ούτε ρούχα, ούτε λουλούδια, ούτε καν ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι.
Μόνο πλαστικά κουτιά τακτοποιημένα προσεκτικά, τυλιγμένα σε μαύρο πλαστικό και σφιχτά κλεισμένα με ταινία. Μια έντονη, χημική μυρωδιά γέμισε αμέσως τον αέρα και χτύπησε τη μύτη του αστυνομικού.
«Είναι… απαγορευμένες ουσίες;» ψιθύρισε στον εαυτό του, πατώντας αμέσως το κουμπί συναγερμού στο ραδιόφωνο.
Σε λίγα λεπτά ήρθε επιβεβαίωση από το κέντρο.
Το όχημα αποκλείστηκε και ο άνδρας ακινητοποιήθηκε με χειροπέδες. Προσπάθησε να πει κάτι, αλλά ο αστυνομικός τον διέκοψε αυστηρά: «Είστε υπό σύλληψη. Γνωρίζετε το δικαίωμά σας να μην μιλήσετε. Κάντε χρήση αυτού.»
Λίγα λεπτά αργότερα έφτασαν και άλλα περιπολικά και ξεκίνησε η έρευνα. Κιβώτια γεμάτα παράνομα υλικά βγήκαν από το φέρετρο.
Αποδείχθηκε πως ο οδηγός ήταν μέλος διεθνούς εγκληματικής οργάνωσης που προσπαθούσε να μεταφέρει μεγάλη ποσότητα παράνομων ουσιών, καλυμμένη με την πρόφαση κηδείας.
Το σχέδιο ήταν έξυπνο, αλλά η επαγρύπνηση και η ταχεία αντίδραση του αστυνομικού το ανέτρεψαν.
Αυτή η ημέρα, που φαινόταν μια απλή καθημερινή βάρδια, άφησε ανεξίτηλο σημάδι στη μνήμη του αστυνομικού.
Έμαθε να μην υποτιμά ποτέ τίποτα, γιατί ακόμα και στις πιο περίεργες καταστάσεις μπορεί να κρύβεται ένας επικίνδυνος μυστικός κίνδυνος.
Μια στιγμή επαγρύπνησης και θάρρους έσωσε την πόλη από μια τεράστια καταστροφή. Ήταν μια μέρα που δεν θα ξεχάσει ποτέ.







