Πρέπει να είσαι ευγνώμων που σε παντρεύτηκα είπε ο άντρας μου μια εβδομάδα αργότερα η απάντησή μου τον περίμενε στο δικαστήριο

Ενδιαφέρων

Το νερό βούιζε τόσο δυνατά, που η Λαρίσα δεν κατάλαβε αμέσως αν ο άντρας της είχε απαντήσει.

Συνέχισε να πλένει το τηγάνι, τρίβοντας τα ξεραμένα υπολείμματα του φαγητού, και μιλούσε στην πλάτη του άντρα της χωρίς να γυρίζει, γιατί έτσι ήταν πιο εύκολο.

– Η εταιρεία θα με στείλει σε ένα σεμινάριο, Λένια.

– Για τρεις μέρες.

– Όλα τα έξοδα είναι πληρωμένα.

– Δεν θα χρειαστεί να βάλω ούτε ένα καπίκι από την τσέπη μου.

Ο Λεονίντ καθόταν στο τραπέζι, μισογυρισμένος προς το μέρος της, και έκανε κύλιση στην οθόνη του τηλεφώνου του.

Το γαλαζωπό φως της οθόνης χάιδευε το πρόσωπό του και αντανακλούσε στα γυαλιά του, τα οποία τελευταία φορούσε πλέον και μέσα στο σπίτι.

Δεν σήκωσε καν το βλέμμα.

– Και ποιος θα φτιάχνει το βραδινό; – ρώτησε, εξακολουθώντας να κοιτάζει το τηλέφωνό του.

– Η Ντάσκα θα ζει με μακαρόνια του σακουλιού ή τι;

Η Λαρίσα έκλεισε το νερό.

Η Ντάσκα ήταν δεκαέξι χρονών.

– Να, λοιπόν.

Ο Λεονίντ χαμογέλασε ειρωνικά, σαν να είχε μόλις αποδείξει και η ίδια η Λαρίσα ότι εκείνος είχε δίκιο.

– Είναι πια μεγάλη.

– Και η μητέρα της το σκάει για σεμινάρια.

Η Λαρίσα σκούπισε τα χέρια της στην πετσέτα κουζίνας που ήταν κρεμασμένη στην πόρτα του φούρνου.

Ύστερα πήρε ξανά το τηγάνι και άρχισε να πλένει κάτι που ήταν ήδη από ώρα καθαρό.

Δούλευε πιο αργά απ’ όσο χρειαζόταν.

Ξανά και ξανά περνούσε το σφουγγάρι πάνω από τον λείο πάτο, παρόλο που δεν είχε μείνει τίποτα εκεί για να τρίψει.

Έξω, στην αυλή, κάποιος έβαλε μπροστά ένα αυτοκίνητο.

Ο Λεονίντ άφησε το τηλέφωνό του πάνω στο τραπέζι, με την οθόνη προς τα πάνω, και ύστερα πήρε το τηλεχειριστήριο.

– Αυτά τα σεμινάρια είναι δικά σου.

Βρήκε το κατάλληλο κανάλι και ανέβασε την ένταση.

– Δεν είσαι πια είκοσι χρονών για να πηγαίνεις από σεμινάριο σε σεμινάριο.

– Είμαι σαράντα ενός.

– Να, βλέπεις.

Το είπε σαν να χαιρόταν για αυτόν τον αριθμό.

– Ακριβώς γι’ αυτό μιλάω.

Η Λαρίσα έβαλε το τηγάνι στη σχάρα για τα πιάτα.

Το μέταλλο χτύπησε στην άκρη και έμεινε στραβά, κι έτσι η γυναίκα άπλωσε το χέρι και το ίσιωσε προσεκτικά, για να μην πέσει.

Για λίγες στιγμές έμεινε δίπλα στον νεροχύτη.

Κοίταζε τις σταγόνες του νερού που έπεφταν από τη σχάρα και χτυπούσαν μία μία στον δίσκο από κάτω.

Ύστερα, τελικά, κάθισε στο τραπέζι, ακριβώς απέναντι από τον άντρα της.

– Αν τελειώσω το σεμινάριο – είπε –, μπορεί να με προάγουν σε υπεύθυνη ομάδας.

– Ξέρεις, σε εκείνο το τμήμα.

– Εκεί ο μισθός θα είναι διαφορετικός.

– Εσύ;

Δεν γέλασε πραγματικά.

Απλώς ξεφύσηξε από τη μύτη, αλλά στη φωνή του υπήρχαν όλα όσα σκεφτόταν.

– Υπεύθυνη ομάδας;

– Η Ρίτα λέει πως είναι απολύτως ρεαλιστικό.

– Η Ρίτα.

Ο Λεονίντ έγνεψε αργά, σαν να είχε πλέον καταλάβει τα πάντα για τη Ρίτα.

– Κατάλαβα.

Σήκωσε το τηλέφωνό του, το κοίταξε και ύστερα το άφησε ξανά στο τραπέζι, αυτή τη φορά με την οθόνη προς τα κάτω.

Η Λαρίσα γνώριζε αυτή την κίνηση.

Ο Λεονίντ γύριζε το τηλέφωνό του ανάποδα όταν ετοιμαζόταν να πει κάτι που θεωρούσε σημαντικό.

Ταυτόχρονα, έδειχνε πως τώρα της έκανε χάρη.

Της αφιέρωνε την προσοχή του.

– Λαρ.

Είπε το όνομά της ήρεμα, χωρίς ίχνος εκνευρισμού, ακριβώς όπως κάποιος προφέρει μια ημερομηνία που ο άλλος έχει ξεχάσει.

– Θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων που σε πήρα καν κοντά μου.

– Με εκείνο το πτυχίο σου και με τη μητέρα σου εκεί στην επαρχία…

Στο δωμάτιο μπορούσε κανείς να ακούσει το τικ-τακ του ρολογιού.

Ήταν ένα στρογγυλό ρολόι τοίχου που κρεμόταν στο ίδιο σημείο εδώ και δεκαπέντε χρόνια.

Για δεκαπέντε χρόνια η Λαρίσα δεν είχε προσέξει ποτέ τον ήχο του.

Τώρα, ξαφνικά, τον άκουσε.

Στον διάδρομο ακούστηκε ένα απαλό τρίξιμο από την πόρτα του δωματίου της Ντάσκα.

Το τρίξιμο σταμάτησε στη μέση, σαν να στεκόταν κάποιος από την άλλη πλευρά και να κρατούσε την πόρτα με το χέρι του για να μην ανοίξει εντελώς.

Η Λαρίσα δεν φώναξε.

Δεν ένιωσε καν αυτό που ίσως θα έπρεπε να νιώθει.

Μέσα της όλα ήταν ίσια, στεγνά και άδεια.

Σηκώθηκε.

Πήρε από το τραπέζι το μισοτελειωμένο, ήδη κρύο τσάι του Λεονίντ.

Το πήγε στον νεροχύτη.

Άδειασε το τσάι, ξέπλυνε την κούπα και την τοποθέτησε ανάποδα στη σχάρα.

– Δεν το είχα πιει! – φώναξε πίσω της ο άντρας της.

Η Λαρίσα δεν γύρισε.

– Θα σου φτιάξω άλλο, αν θέλεις.

Ο Λεονίντ δεν απάντησε.

Το επόμενο πρωί, στον διάδρομο της εισόδου, όλα έγιναν ακριβώς όπως κάθε άλλη μέρα.

Ο Λεονίντ ετοιμαζόταν για τη δουλειά.

Έψαχνε τα κλειδιά του, ψηλαφούσε τις τσέπες του παλτού του και τις χτυπούσε, γεμίζοντας ολόκληρο τον διάδρομο με τον θόρυβο των κινήσεών του.

– Τι έγινε; – ρώτησε καθώς κουμπωνόταν.

Κοίταξε τη Λαρίσα από το πλάι και έμοιαζε σχεδόν ευδιάθετος.

– Θα μου κρατάς μούτρα για τρεις μέρες τώρα;

Η Λαρίσα καταλάβαινε ακριβώς τι περίμενε.

Ο άντρας περίμενε τα συνηθισμένα σφιγμένα χείλη.

Την ξερή απάντηση «κάνε ό,τι θέλεις».

Το χτύπημα της πόρτας.

Αυτό ήταν το δικό του έδαφος.

Εκεί πάντα κέρδιζε, γιατί μέσα σε δεκαπέντε χρόνια είχε μάθει κάθε κίνηση της Λαρίσα, κάθε αντίδρασή της, κάθε φράση που αναμενόταν να πει.

Η Λαρίσα, όμως, κατέβασε από την κρεμάστρα το άλλο παλτό του άντρα της.

Το πιο χοντρό.

Εκείνο που ο Λεονίντ συνήθως ξεχνούσε, παρόλο που τα πρωινά είχε ήδη κρύο.

Του το έδωσε.

– Φόρεσε αυτό.

– Και μην ξεχάσεις τα κλειδιά σου.

– Είναι πάνω στη συρταριέρα.

Ο Λεονίντ πήρε το παλτό.

Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε απλώς εκεί, κρατώντας το στα χέρια του και κοιτάζοντας τη γυναίκα του.

Δεν μπορούσε να βρει κάτι πάνω στο οποίο να πατήσει.

Δεν υπήρχε προσβολή.

Δεν υπήρχαν δάκρυα.

Δεν υπήρχαν σφιγμένα χείλη.

Τίποτα από όσα μέχρι τότε μπορούσε τόσο εύκολα να ερμηνεύσει.

Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν ήξερε τι ένιωθε η γυναίκα.

Αυτό φαινόταν να τον αναστατώνει.

Άνοιξε ελαφρά το στόμα του, σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη.

– Εντάξει.

– Τότε φεύγω.

Η πόρτα έκλεισε.

Η Λαρίσα άκουσε τον άντρα της να πατά το κουμπί του ασανσέρ.

Άκουσε το υπόκωφο βούισμα του ανελκυστήρα καθώς η καμπίνα κατέβαινε.

Δέκα λεπτά αργότερα κατέβηκε κι εκείνη, μόνο και μόνο για να μην χρειαστεί να ταξιδέψουν μαζί.

Μέσα στο ασανσέρ έβγαλε το τηλέφωνό της.

Άλλες φορές εκείνη την ώρα διάβαζε διάφορα άρθρα.

Πώς να μην προσβαλλόμαστε.

Πώς να σώσουμε τον γάμο μας.

Πώς να μιλήσουμε σε έναν άντρα ώστε επιτέλους να ακούσει αυτά που του λέμε.

Τώρα άνοιξε το άδειο πεδίο αναζήτησης και πληκτρολόγησε:

«συμβόλαιο δωρεάς μεριδίου διαμερίσματος».

Τα αποτελέσματα εμφανίστηκαν το ένα μετά το άλλο.

Διαφημίσεις δικηγόρων.

Τηλεφωνικοί αριθμοί.

Άρθρα.

Τίτλοι.

Η Λαρίσα τα κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο.

Ύστερα για ακόμη ένα.

Έπειτα έκλεισε τη σελίδα, σαν να είχε καεί, και έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη της.

Το ασανσέρ άνοιξε.

Βγήκε έξω.

Τη σελίδα που είχε ανοίξει, όμως, δεν την διέγραψε.

Στη δουλειά η μέρα πέρασε όπως όλες οι άλλες.

Τηλεφωνήματα.

Πίνακες.

Τα γενέθλια ενός συναδέλφου.

Μια τούρτα στην αίθουσα συνεδριάσεων, από την οποία η Λαρίσα δεν έφαγε.

Το μεσημέρι η Ρίτα κάθισε δίπλα της.

Έφερε το πιάτο με τη σαλάτα της πιο κοντά, σχεδόν δίπλα στον αγκώνα της Λαρίσα.

– Φάε επιτέλους.

– Εδώ και μία εβδομάδα κυκλοφορείς σαν γυάλινο μπουκάλι.

– Τι έκανε πάλι;

Η Λαρίσα ανακάτεψε ένα φύλλο μαρουλιού με το πιρούνι της, αλλά δεν έφαγε.

– Το αντίθετο – είπε.

– Σταμάτησα…

– Τι σταμάτησες;

Η Λαρίσα κοίταξε για λίγο το πιάτο της.

– Να απαντάω.

– Να αντιδρώ.

– Δεν αντέχω άλλο.

Η Ρίτα την κοίταξε πιο προσεκτικά.

Άφησε αργά το πιρούνι της.

– Τι ετοιμάζεις;

Δεν το είπε σαν ερώτηση.

Ήταν περισσότερο διαπίστωση.

– Λαρίσα.

– Δεν μιλάς, έτσι δεν είναι, για διαζύγιο;

– Έχετε διαμέρισμα.

– Υπάρχει η Ντάσκα.

– Είστε μαζί δεκαπέντε χρόνια.

– Γιατί;

– Δεν πίνει.

– Δεν σε χτυπά.

– Φέρνει τα χρήματα στο σπίτι.

– Οι άνθρωποι κρατιούνται με νύχια και με δόντια από έναν τέτοιο άντρα.

Η Λαρίσα έβγαλε από την τσάντα της το μικρό σπιράλ τετράδιό της.

Συνήθως έγραφε εκεί μέσα τι έπρεπε να αγοράσει.

Βρήκε στο τηλέφωνό της τη σελίδα που είχε αποθηκεύσει προηγουμένως και άρχισε να αντιγράφει στο τετράδιο τη διεύθυνση και τις ώρες λειτουργίας.

Με σταθερό γραφικό χαρακτήρα έγραψε τους αριθμούς τον έναν μετά τον άλλο.

Στο μεταξύ δεν κοίταξε καθόλου τη Ρίτα.

– Με ακούς καθόλου; – ρώτησε η Ρίτα.

Η Λαρίσα τελείωσε να γράφει τις ώρες λειτουργίας.

Έβαλε τελεία στο τέλος της πρότασης.

Έβαλε ξανά το τετράδιο στην τσάντα της.

– Είναι πραγματικά νόστιμη αυτή η σαλάτα – είπε.

– Με τι ντρέσινγκ είναι;

Το Σάββατο η Λαρίσα έφυγε χωρίς να τηλεφωνήσει προηγουμένως για να επισκεφθεί τη μητέρα της στην επαρχία.

Πρώτα πήγε με το λεωφορείο.

Ύστερα, από τη στάση, διέσχισε με τα πόδια το χωράφι.

Η λάσπη είχε παγώσει με τον πρώτο παγετό και το λεπτό στρώμα πάγου έσπαγε τρίζοντας κάτω από τα παπούτσια της.

Η Νίνα Φιοντόροβνα άνοιξε την πόρτα.

Μόλις είδε την κόρη της στο κατώφλι, άρχισε αμέσως να κινείται νευρικά.

Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν, όπως πάντα όταν συνέβαινε κάτι απρόσμενο.

– Λαρίσα;

– Γιατί δεν μου είπες ότι θα ερχόσουν;

– Συνέβη κάτι;

– Έλα μέσα, έλα.

– Θα βάλω νερό για τσάι.

Η Λαρίσα την αγκάλιασε.

Την κράτησε στην αγκαλιά της λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως.

Ένιωσε στην πλάτη της μητέρας της τις λεπτές, κοφτερές ωμοπλάτες.

Η Νίνα Φιοντόροβνα το πρόσεξε.

Στην αγκαλιά σφίχτηκε ελαφρά.

Σαν να είχε διαισθανθεί κάτι κακό.

Κάθισαν στο τραπέζι.

– Μαμά.

Η Λαρίσα ακούμπησε τις παλάμες της πάνω στην καυτή κούπα.

– Πού είναι το συμβόλαιο δωρεάς της γιαγιάς;

– Ξέρεις, εκείνο που αφορά το μισό σπίτι.

– Ισχύει ακόμη;

Η μητέρα της πάγωσε κρατώντας την τσαγιέρα.

Η τσαγιέρα έγειρε λίγο και μία μόνο σταγόνα τσαγιού έπεσε πάνω στο τραπεζομάντιλο.

– Ισχύει.

– Είναι στη συρταριέρα.

– Στον κίτρινο φάκελο.

Άφησε την τσαγιέρα, αλλά δεν απομάκρυνε το χέρι της από το τραπέζι.

Τα δάχτυλά της γαντζώθηκαν σπασμωδικά στην άκρη του.

– Θέλεις να τον αφήσεις;

– Ρώτησα για το χαρτί, μαμά.

– Μα…

Η Νίνα Φιοντόροβνα μιλούσε χαμηλόφωνα.

Δεν κοίταζε την κόρη της, αλλά το πλαστικό τραπεζομάντιλο και τον υγρό λεκέ που απλωνόταν πάνω του.

– Εκείνος σε πήρε κοντά του από την εστία.

– Κι εσύ ζούσες σαν να ήσουν κάπου προσωρινά.

– Δεν είχες τίποτα.

– Ούτε σπίτι, ούτε περιουσία.

– Εκείνος είχε διαμέρισμα, μισθό.

– Πού θα πήγαινες;

Η Λαρίσα την άκουγε.

Αυτή τη φράση την είχε ακούσει εκατό φορές.

Αλλά πάντα από το στόμα του Λεονίντ.

Στο τραπέζι.

Απευθυνόμενη σε εκείνη.

Τώρα τις ίδιες λέξεις τις έλεγε η μητέρα της.

Με τον ίδιο τόνο.

Και ξαφνικά η Λαρίσα κατάλαβε ότι η μητέρα της δεν προσπαθούσε να την πληγώσει.

Το πίστευε ειλικρινά.

Εδώ και δεκαπέντε χρόνια ήταν πεπεισμένη πως η κόρη της χρωστούσε στον Λεονίντ.

Η Λαρίσα δεν απάντησε.

Ήπιε το τσάι της.

Σηκώθηκε.

Πήγε στη συρταριέρα.

Άνοιξε το κάτω συρτάρι.

Έβγαλε τον κίτρινο φάκελο.

Τον άνοιξε.

Έλεγξε αν το έγγραφο βρισκόταν μέσα.

Ύστερα το έβαλε στην τσάντα της.

– Άφησέ το εκεί – είπε η μητέρα της.

– Μην πάρεις πάνω σου αυτή την ενοχή.

– Θα σου το φέρω πίσω, μαμά.

– Θα βγάλω αντίγραφο και θα σου το επιστρέψω.

Η Νίνα Φιοντόροβνα έμεινε στο τραπέζι.

Έμοιαζε μικρή και εύθραυστη.

Κοιτούσε την τσάντα στα χέρια της κόρης της, σαν να ξεπρόβαλλε από μέσα κάτι ντροπιαστικό.

Τη νύχτα το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό.

Μόνο κάτω από το ταβάνι του διαδρόμου τρεμόπαιζε το μικρό φωτάκι, που η Ντάσκα μέχρι σήμερα δεν επέτρεπε να σβήσουν.

Μέσα στη μέρα ο Λεονίντ προσπαθούσε να φέρεται σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το προηγούμενο βράδυ.

Στο μεσημεριανό μάλιστα πρότεινε στη Λαρίσα να δουν μια ταινία.

Ήταν μια ταινία όπου πυροβολούσαν και κάποιος πρόδιδε συνεχώς κάποιον άλλον.

Η Λαρίσα κάθισε δίπλα του στον καναπέ.

Γελούσε εκεί όπου έπρεπε να γελάσει.

Όχι επειδή ήταν αστείο.

Αλλά επειδή έτσι ήταν πιο εύκολο από το να εξηγήσει γιατί δεν γελούσε.

Τώρα ο Λεονίντ κοιμόταν.

Κοιμόταν βαριά, βαθιά, ανάσκελα, με το στόμα ελαφρώς ανοιχτό.

Το ένα του χέρι κρεμόταν από την άκρη του καναπέ.

Η Λαρίσα σηκώθηκε.

Μπήκε στο δωμάτιο όπου φύλαγαν τα έγγραφα.

Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα της ντουλάπας, ώστε οι μεντεσέδες να μην τρίζουν.

Έβγαλε τον κάτω φάκελο.

Εκεί βρίσκονταν τα έγγραφα που αφορούσαν το διαμέρισμα.

Το συμβόλαιο.

Οι βεβαιώσεις εισοδήματος του Λεονίντ, τις οποίες είχε καταθέσει τότε, όταν πήραν δάνειο για την ανακαίνιση της κουζίνας.

Η Λαρίσα άπλωσε τα χαρτιά στο πάτωμα, ώστε το φως του τηλεφώνου να πέφτει ομοιόμορφα πάνω τους.

Ύστερα άρχισε να τα φωτογραφίζει.

Μία σελίδα.

Μετάφραση.

Φωτογραφία.

Έλεγχος.

Οι αριθμοί έπρεπε να φαίνονται καθαρά.

Η σφραγίδα έπρεπε να παραμένει ευκρινής.

Δεν βιαζόταν.

Δεν έτρεμε.

Το χέρι της έκανε αυτόματα τη δουλειά του, ακριβώς όπως όταν στη δουλειά της σκάναρε λογαριασμούς και δελτία αποστολής άλλων ανθρώπων.

Κάθε φύλλο το επέστρεφε ακριβώς στη θέση όπου βρισκόταν αρχικά.

Χάιδεψε μια τσάκιση του συμβολαίου.

Ίσιωσε τη γωνία που είχε ελαφρώς σηκωθεί.

Δεν έψαχνε.

Δεν πετούσε τίποτα από τη θέση του.

Στην κουζίνα άναψε το φως.

Η Λαρίσα σήκωσε το βλέμμα.

Η Ντάσκα στεκόταν στην πόρτα.

Ήταν ξυπόλυτη.

Φορούσε ένα φαρδύ, ξεχειλωμένο μπλουζάκι.

Κοίταζε τη μητέρα της, καθισμένη στο πάτωμα ανάμεσα στα χαρτιά, να κρατά το τηλέφωνο στα χέρια της.

Για μερικά δευτερόλεπτα καμία από τις δύο δεν μίλησε.

Το φως της κουζίνας σχημάτιζε μια στενή λωρίδα κατά μήκος του διαδρόμου.

Μέσα σε αυτό το φως η Ντάσκα κατάλαβε τα πάντα.

Όχι τα χαρτιά.

Αλλά αυτό που πραγματικά συνέβαινε.

Η Λαρίσα δεν προσπάθησε να εξηγήσει.

Και η Ντάσκα δεν ρώτησε.

Απλώς έμεινε εκεί για μια ακόμη στιγμή.

Τα γυμνά πέλματά της πατούσαν στο κρύο πάτωμα.

Ύστερα επέστρεψε στο δωμάτιό της.

Η πόρτα έκλεισε αθόρυβα πίσω της.

Ένα λεπτό αργότερα το φως της κουζίνας έσβησε.

Το έκλεισε η Ντάσκα.

Σαν να έλεγε:

Δεν ενοχλώ.

Το σεμινάριο γινόταν στην άλλη άκρη της πόλης.

Για τρεις μέρες κάθονταν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων ξενοδοχείου.

Η Λαρίσα κρατούσε σημειώσεις ακολουθώντας τον εκπαιδευτή.

Σήκωνε το χέρι όταν έκαναν ερωτήσεις.

Στα διαλείμματα έπινε στιγμιαίο καφέ από το μηχάνημα μαζί με τους υπόλοιπους.

Μία από τις γυναίκες, η Όλγα, με την οποία έπιασε κουβέντα δίπλα στο μηχάνημα του καφέ, νοίκιαζε ένα δωμάτιο.

Η κόρη της είχε φύγει από το σπίτι, κι έτσι ένα από τα δωμάτια είχε μείνει άδειο.

– Αν το χρειάζεσαι για λίγο – είπε η Όλγα, ανακατεύοντας τη ζάχαρη στον καφέ της με ένα πλαστικό ξυλάκι.

– Δεν θα σου ζητήσω πολλά.

– Για μένα αρκεί και μόνο να μην είμαι μόνη.

Η Λαρίσα έμεινε σιωπηλή για μερικά δευτερόλεπτα.

– Θα μπορούσα να έρθω από Δευτέρα;

Η Όλγα την κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω.

Δεν ρώτησε τίποτα.

– Ακόμη και από Δευτέρα.

Η Λαρίσα δεν επέστρεψε στο σπίτι ξεκούραστη.

Επέστρεψε συγκροτημένη.

Είχε την αίσθηση πως τις τρεις προηγούμενες μέρες δεν καθόταν σε μια καρέκλα, αλλά κουβαλούσε βαριά σακιά.

Στον διάδρομο της εισόδου την υποδέχτηκε η μυρωδιά από τηγανητές πατάτες.

Τις είχε φτιάξει η ίδια η Ντάσκα.

Πάνω στο ψυγείο, κάτω από έναν μαγνήτη σε σχήμα φράουλας, κρεμόταν ένα χαρτάκι κομμένο από ένα καρό τετράδιο.

Με τα καλλιγραφικά γράμματα της Ντάσκα έγραφε:

«Το βραδινό ήταν νόστιμο.

Το έφτιαξα εγώ.

Είμαι μαζί σου.»

Η Λαρίσα πήρε το σημείωμα.

Το διάβασε.

Ύστερα το διάβασε ξανά.

Το κράτησε στα χέρια της περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο εκείνη την εβδομάδα.

Περισσότερο από το συμβόλαιο της γιαγιάς.

Περισσότερο από τα χαρτιά του διαμερίσματος.

Η κόρη της είχε ήδη αποφασίσει κάτι που κανείς δεν της είχε ζητήσει να αποφασίσει.

Η Λαρίσα δίπλωσε το χαρτάκι στα τέσσερα.

Το έβαλε στην εσωτερική τσέπη της τσάντας της, ακριβώς δίπλα στα έγγραφα.

Το γραφείο του δικηγόρου βρισκόταν στον τρίτο όροφο ενός επιχειρηματικού κέντρου.

Ήταν ανάμεσα σε ένα συμβολαιογραφείο και μια εταιρεία που πουλούσε παράθυρα.

Ο δικηγόρος δεν ήταν πια νέος.

Φορούσε γυαλιά κρεμασμένα από αλυσίδα και είχε το κουρασμένο πρόσωπο ενός ανθρώπου που είχε ακούσει πραγματικά τα πάντα.

Η Λαρίσα άφησε μπροστά του τον φάκελο.

Ο δικηγόρος άρχισε να ξεφυλλίζει τα χαρτιά.

Φόρεσε τα γυαλιά του.

Τα έβγαλε.

Τα ξαναφόρεσε.

Στο μεταξύ κρατούσε σημειώσεις.

– Εντάξει.

– Ποια να είναι η αιτιολογία;

Σήκωσε το βλέμμα.

– Δεν μπορούμε να το παρουσιάσουμε ως σκληρή μεταχείριση.

– Το καταλαβαίνετε κι εσείς.

– Δεν υπάρχει κακοποίηση.

– Δεν υπάρχει ιατρική τεκμηρίωση.

– Και ο αλκοολισμός θα έπρεπε να αποδειχθεί.

– Ενώ έχουμε απέναντί μας έναν εργαζόμενο άνθρωπο.

– Και τα πιστοποιητικά εισοδήματός του είναι εντάξει.

Η Λαρίσα είπε μόνο:

– Γράψτε ότι δεν ταιριάζουμε.

– Εντάξει.

Ο δικηγόρος έγνεψε και άρχισε να γράφει.

– Δεν ταιριάζουν, λοιπόν δεν ταιριάζουν.

– Ο άντρας σας το γνωρίζει;

– Θα το μάθει εκείνη την ημέρα.

Ο δικηγόρος την κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του.

Για λίγο.

Με αξιολόγηση στο βλέμμα.

Αλλά δεν ρώτησε τίποτα.

Τράβηξε το έγγραφο πιο κοντά.

Της έδειξε πού έπρεπε να υπογράψει.

Της έδειξε πού έπρεπε να γράψει την ημερομηνία.

Η Λαρίσα πήρε το στυλό.

Και όταν έμενε πλέον μόνο να γράψει την ημερομηνία, τα δάχτυλά της άρχισαν να τρέμουν.

Πίεσε δυνατά το χέρι της πάνω στο τραπέζι, ώστε τα γράμματα να μην ξεφύγουν.

Δεν έτρεμε από αβεβαιότητα.

Έτρεμε επειδή από εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε πλέον επιστροφή.

Και εκείνη είχε φροντίσει σκόπιμα τα πάντα έτσι ώστε να μην υπάρχει πια επιστροφή.

Έγραψε την ημερομηνία.

Πίεσε το στυλό στο χαρτί πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.

Η υπογραφή της βγήκε παχιά, σκούρα και αποφασιστική.

– Η αίτησή σας θα παραληφθεί.

– Η κλήση θα σταλεί ταχυδρομικά.

– Περίπου σε μία εβδομάδα θα οριστεί η δικάσιμος.

– Το αντίγραφο θα του το παραδώσετε εσείς ή να το στείλουμε ταχυδρομικά;

– Θα του το παραδώσω εγώ.

Το βράδυ όλα έμοιαζαν ακριβώς όπως εκείνο το βράδυ μία εβδομάδα νωρίτερα.

Η Λαρίσα στεκόταν στον νεροχύτη.

Έπλενε τα πιάτα.

Ο Λεονίντ καθόταν στο τραπέζι με το τηλέφωνό του.

Μόνο που τώρα είχε καλή διάθεση.

Ήταν ξεκούραστος.

Σήκωσε σχεδόν τρυφερά το βλέμμα πάνω από την οθόνη και κοίταξε τη γυναίκα του.

– Λοιπόν, πώς ήταν το σεμινάριο;

– Έμαθες τίποτα;

– Έμαθα.

– Αν πάρεις αύξηση, μπορούμε να πάμε κάπου το καλοκαίρι, έτσι δεν είναι;

Ο Λεονίντ άφησε το τηλέφωνο.

Ακούμπησε πίσω στην καρέκλα.

– Ξέρω ότι πάντα ήθελες να πας στη θάλασσα.

– Θα μπορούσαμε να κατέβουμε προς τον νότο.

– Θα στείλουμε τη Ντάσκα στη μητέρα σου και θα είμαστε οι δυο μας…

Της πρόσφερε αυτή την υπόσχεση όπως ένας ενήλικας προσφέρει ένα γλυκό σε ένα παιδί που κλαίει, αφού επιτέλους σταμάτησε να κλαίει.

Το καλοκαίρι.

Η θάλασσα.

Οι δυο τους.

Όλα σύμφωνα με την παλιά τάξη.

Πρώτα να τη συντρίψει.

Ύστερα να της δείξει την ανταμοιβή.

Η Λαρίσα έκλεισε το νερό.

Σκούπισε τα χέρια της.

Ύστερα έβγαλε από την τσάντα της, που βρισκόταν πάνω στην καρέκλα, το μοναδικό φύλλο χαρτιού.

Πήγε προς το τραπέζι.

Και το ακούμπησε ακριβώς πάνω στο τηλέφωνο του Λεονίντ.

Ο Λεονίντ εξακολουθούσε να χαμογελά όταν σήκωσε το χαρτί.

Το μετακίνησε λίγο στο πλάι για να μπορέσει να το διαβάσει χωρίς τα γυαλιά του.

– Τι είναι αυτό…

Διάβασε.

Το χαμόγελο δεν είχε ακόμη εξαφανιστεί από το πρόσωπό του, γιατί απλώς δεν πίστευε ακόμη αυτό που έβλεπε.

– Τι είναι αυτό, Λαρίσα;

Η φωνή της Λαρίσα παρέμεινε σταθερή.

Δεν την ύψωσε.

– Ήθελες να είμαι ευγνώμων.

– Ορίστε.

– Ευχαριστώ.

– Για όλα.

Ο Λεονίντ το διάβασε ξανά.

Γύρισε το χαρτί, σαν να υπήρχε στην πίσω πλευρά η εξήγηση ότι όλα αυτά ήταν απλώς ένα αστείο.

Η πίσω πλευρά ήταν άδεια.

Το άφησε πάνω στο τραπέζι.

Πέρασε το χέρι του πάνω από αυτό.

Ύστερα το σήκωσε ξανά.

– Για μία και μόνο φράση;

Ένα πικρό, αβέβαιο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό του.

– Σοβαρά;

– Γι’ αυτό που είπα;

– Μα αυτό…

– Σε δεκαπέντε χρόνια ο καθένας λέει κάποια ανοησία.

– Δεν είναι για τη φράση.

– Τότε για τι είναι;

Ο Λεονίντ ύψωσε τη φωνή του.

Στη φωνή του, όμως, υπήρχε τώρα κάτι καινούργιο.

Δεν ήταν ακριβώς θυμός.

Ήταν περισσότερο αμηχανία.

– Μα είχαμε τα πάντα.

– Διαμέρισμα.

– Χρήματα.

– Δεν σε απάτησα.

– Γύριζα σπίτι κάθε μέρα.

– Πήγες και σε εκείνο το σεμινάριο, κι εγώ δεν είπα λέξη!

– Είπες.

Ο Λεονίντ σώπασε.

Ύστερα βρήκε το σημείο στο οποίο μπορούσε πάντα να στηριχθεί.

– Χωρίς εμένα δεν θα άντεχες ούτε έναν μήνα!

Σηκώθηκε.

Έσπρωξε την καρέκλα προς τα πίσω.

– Πού θα πήγαινες;

– Στο χωριό, στη μητέρα σου;

– Θα ασχολούσουν με το λιώσιμο του χιονιού;

– Δεν έχεις τίποτα.

Έδειξε με το χέρι του ολόκληρη την κουζίνα.

Τους τοίχους.

Τα έπιπλα.

Ολόκληρο το διαμέρισμα.

– Όλα αυτά…

– Όλα είναι δικά μου.

– Ακόμη και σε αυτό το διαμέρισμα μένεις δηλωμένη μόνο χάρη στη δική μου καλή θέληση.

Χτύπησε ακριβώς στο σημείο που πονούσε για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Και περίμενε να καταρρεύσει η Λαρίσα.

Να αρχίσει να κλαίει.

Να αρχίσει να εξηγείται.

Να προσπαθήσει ξανά να αποδείξει ότι άξιζε τη ζωή που είχε.

Η Ντάσκα εμφανίστηκε στην πόρτα της κουζίνας.

Στην πλάτη της κρεμόταν ένα γεμάτο σακίδιο.

Στο χέρι της κρατούσε ένα παλτό.

Δεν στάθηκε στην άλλη πλευρά του δωματίου.

Πήγε δίπλα στη μητέρα της.

Τόσο κοντά, ώστε οι ώμοι τους ακούμπησαν.

Ο Λεονίντ κοίταξε από τη γυναίκα του την κόρη του.

Ύστερα ξανά τη Λαρίσα.

Κάτι άλλαξε στο πρόσωπό του.

Ξαφνικά έμοιαζε σαν να βρισκόταν εκείνος στην άλλη πλευρά του τραπεζιού.

Μόνος.

Ενώ στην άλλη πλευρά στέκονταν δύο άνθρωποι.

Αυτή η εικόνα ήταν εντελώς ξένη γι’ αυτόν.

Για δεκαπέντε χρόνια δεν είχε συνηθίσει σε αυτό.

– Ντάρια.

Προσπάθησε να μιλήσει με διαφορετικό τόνο.

Με τον αυστηρό, πατρικό τόνο.

– Και πού ετοιμάζεσαι να πας τέτοια ώρα;

– Γύρνα στο δωμάτιό σου.

Η Ντάσκα τον κοίταξε.

Όχι προκλητικά.

Όχι με πείσμα.

Αλλά όπως κοιτάζει κανείς έναν άνθρωπο που κατά βάθος λυπάται.

– Πηγαίνω με τη μαμά, μπαμπά.

Η Λαρίσα πήρε από τα χέρια της κόρης της το σκουφί.

Ήταν γκρι, πλεκτό σκουφί.

Το είχε πλέξει η ίδια δύο χειμώνες νωρίτερα.

Το φόρεσε στο κεφάλι της Ντάσκα.

Το ίσιωσε ώστε να καλύπτει τα αυτιά της.

Ύστερα ανέβασε τον γιακά του παλτού της.

Ήταν μια γνώριμη, σπιτική κίνηση.

Την είχε επαναλάβει χιλιάδες φορές.

Πριν φύγει για το σχολείο.

Μέσα στον παγετό.

Πριν από ταξίδια.

Τώρα όμως η ίδια κίνηση σήμαινε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Τώρα ετοίμαζε την κόρη της για να φύγει.

– Λάρα!

– Περίμενε!

– Ας το συζητήσουμε!

– Πραγματικά δεν έχεις τίποτα.

– Ούτε σπίτι.

– Ούτε χρήματα για την πρώτη περίοδο.

– Τίποτα.

– Πού θα πας;

Η Λαρίσα ανέβασε μέχρι τέρμα το φερμουάρ του παλτού της Ντάσκα.

Ύστερα άνοιξε την πόρτα της εισόδου.

Άφησε την κόρη της να βγει πρώτη στον διάδρομο.

Η Ντάσκα βγήκε.

Στάθηκε μπροστά στο ασανσέρ.

Περίμενε.

Η Λαρίσα γύρισε πίσω για την τσάντα της.

Την πήρε από την καρέκλα.

Την πέρασε στον ώμο της.

Ήδη από το κατώφλι, χωρίς να γυρίσει πίσω, μίλησε.

Δεν μιλούσε απευθείας στον Λεονίντ.

Περισσότερο μιλούσε προς την κρεμάστρα.

– Έχω.

– Το μισό σπίτι που κληρονόμησα από τη γιαγιά.

– Από Δευτέρα έχω δωμάτιο.

– Σε μία εβδομάδα είναι η δίκη.

– Θα λάβεις την κλήση.

– Θα υπογράψεις.

Πέρασε το κατώφλι.

Κράτησε την πόρτα με το χέρι της για να μην κλείσει με δύναμη.

Ύστερα είπε για ακόμη μία φορά:

– Τα κεφτεδάκια είναι στην κατάψυξη.

– Ξεπάγωσέ τα στη μεσαία ένταση.

– Αλλιώς θα καούν πάλι.

Η πόρτα έκλεισε αθόρυβα στην κλειδαριά.

Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας έμεινε το χαρτί.

Πάνω του η σταθερή, δυνατή υπογραφή της Λαρίσα.

Δίπλα της η ημερομηνία, οι αριθμοί της οποίας είχαν αποτυπωθεί τόσο βαθιά στο χαρτί, που σχεδόν το είχαν διαπεράσει.

Εκεί στεκόταν και η κούπα του Λεονίντ.

Μέσα της είχε μείνει το μισό τσάι, που στο μεταξύ είχε κρυώσει εντελώς.

Αυτή τη φορά, όμως, ο άντρας δεν άπλωσε το χέρι του να την αγγίξει.

Visited 336 times, 259 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο