– Κοίτα να δεις, Βίτια! Διαμέρισμα, αυτοκίνητο, ανακαίνιση… εγώ πρέπει να τα έχω όλα υπό τον έλεγχό μου! – Ο Αλεξέι ανακίνησε το κονιάκ στο ποτήρι του και έκανε μια μεγαλοπρεπή κίνηση προς όλη την κουζίνα, σαν να ήταν ιδιοκτήτης μιας τεράστιας εξοχικής έπαυλης. – Από την αρχή το είπα στην Κάτια: τον μισθό σου να τον ξοδεύεις για τον εαυτό σου, αγάπη μου! Για μανικιούρ, ρούχα και μικροπράγματα. Η συντήρηση της οικογένειας είναι δική μου υπόθεση!
Η Κάτια στεκόταν δίπλα στην κουζίνα κρατώντας τη σπάτουλα. Μόλις άκουσε τη λέξη «μανικιούρ», το μπιφτέκι γλίστρησε στην άκρη του τηγανιού, έγειρε και τελικά κόπηκε στα δύο.
Κοίταξε τα νύχια της. Ήταν κοντά, και το βερνίκι που είχε βάλει τον προηγούμενο μήνα είχε προ πολλού ξεφλουδίσει.
– Κάτια, πραγματικά είσαι τυχερή! – της έκλεισε το μάτι ο Βίκτορ από την άλλη πλευρά του τραπεζιού. – Η δική μου γυναίκα, με τέτοιους όρους, θα μου είχε ήδη στήσει άγαλμα στην αυλή!
– Έλα τώρα, τι να το κάνω το άγαλμα; – Ο Αλεξέι έγειρε πίσω στην καρέκλα του, ξεκούμπωσε το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του και χαμογέλασε ικανοποιημένος. – Είμαι άντρας και αυτή είναι η δουλειά μου. Υπάρχουν πραγματικοί άντρες και υπάρχουν… τέλος πάντων, οι υπόλοιποι.
Η Κάτια έβαλε τα μπιφτέκια σε ένα πιάτο και το έσπρωξε σιωπηλά στο κέντρο του τραπεζιού.
Την Πέμπτη είχε πληρώσει 8.400 ρούβλια για το διαμέρισμα. Την Παρασκευή είχε αφήσει πάνω από έξι χιλιάδες στο σούπερ μάρκετ, και το δείπνο ήταν φτιαγμένο με τα τρόφιμα που είχε αγοράσει.
Και στις δεκαπέντε του μήνα, όπως κάθε μήνα από την άνοιξη, είχε μεταφέρει ξανά 23.000 ρούβλια από τον δικό της λογαριασμό για τη δόση του στεγαστικού δανείου, επειδή το μπόνους του Αλεξέι είχε και πάλι καθυστερήσει.
– Λιόσα, πες μου κάτι – είπε τελικά, καθισμένη απέναντι από τον άντρα της. – Όταν καυχιέσαι μπροστά στον Βίτια ότι εσύ συντηρείς την οικογένεια, εννοείς ότι πληρώνουμε και το στεγαστικό από τον δικό σου μισθό; Ή απλώς ξέχασες να αναφέρεις ότι εδώ και έξι μήνες οι δόσεις χρεώνονται από τον δικό μου λογαριασμό;
Ο Βίκτορ ξεφύσησε και άπλωσε το χέρι του για ένα αγγουράκι.
Ο Αλεξέι ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
– Να το λοιπόν! Άρχισε κιόλας! Βίτια, βλέπεις; Όταν μια λογίστρια μπαίνει στο σπίτι, αυτό είναι το αποτέλεσμα. Καταγράφει και την τελευταία καπίκι, σε λίγο θα μας χρεώνει ακόμη και για κάθε ανάσα! Παρεμπιπτόντως, δεν σου έχω πει ακόμα! Την περασμένη εβδομάδα κλείσαμε τη συμφωνία στο Σουργκούτ, σχεδόν δύο εκατομμύρια ρούβλια! Ο διευθυντής μου έδωσε προσωπικά το χέρι μπροστά σε ολόκληρο το τμήμα!
Ο Βίκτορ στράφηκε αμέσως προς το μέρος του και έγνεψε με θαυμασμό.
Η Κάτια, στο μεταξύ, ανακάτευε τη σαλάτα της με το πιρούνι.
Παλαιότερα, σε τέτοιες στιγμές, βοηθούσε πάντα τον άντρα της. Πρόσθετε τις κατάλληλες λεπτομέρειες, τον επαινούσε για το πόσο ικανός ήταν και, αν ο καλεσμένος έκανε πολλές ερωτήσεις, άλλαζε επιδέξια θέμα.
Αυτή τη φορά, όμως, παρέμεινε σιωπηλή.
– Και πόσο σας έχει απομείνει από το στεγαστικό; – ρώτησε ο Βίκτορ. – Κι εμείς το σκεφτόμαστε. Η Σβέτκα με ζαλίζει συνέχεια μ’ αυτό.
Ο Αλεξέι κοίταξε αυτόματα τη γυναίκα του, περιμένοντας να απαντήσει εκείνη αντί για τον ίδιο.
Η Κάτια έβαλε ένα κομμάτι αγγούρι στο στόμα της και άρχισε να μασά αργά.
– Α, όχι πολλά πια – απάντησε τελικά ο άντρας της. – Ίσως ενάμισι εκατομμύριο. Σε τρία χρόνια θα το έχουμε ξεπληρώσει άνετα, αν συνεχίσουμε να παίρνουμε μπόνους.
Στην πραγματικότητα, τους απέμεναν 3.200.000 ρούβλια.
Η Κάτια το γνώριζε πολύ καλά.
Σηκώθηκε, πήγε το τηγάνι στον νεροχύτη και άρχισε να το τρίβει με τόση δύναμη, λες και το σκεύος έφταιγε για όλα.
Τα άλλα δύο μπιφτέκια κρύωναν πάνω στην κουζίνα.
Αυτή τη φορά, όμως, η Κάτια δεν αισθανόταν πλέον υποχρεωμένη να τα ζεστάνει για χάρη του καλεσμένου.
Τη Δευτέρα το πρωί, στις επτά και μισή, η Κάτια στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη του χολ και έβαφε τις βλεφαρίδες της, όταν το τηλέφωνό της δονήθηκε για λίγο.
Ήταν ειδοποίηση από την τράπεζα.
Ληξιπρόθεσμη οφειλή από τη δανειακή σύμβαση: 71.300 ρούβλια, συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων καθυστέρησης. Η τράπεζα ζητούσε να εξοφληθεί το ποσό, ώστε να αποφευχθεί η διαβίβαση της υπόθεσης στο τμήμα είσπραξης οφειλών.
Η Κάτια διάβασε το μήνυμα δύο φορές και ύστερα άλλη μία, αυτή τη φορά δυνατά.
Τον Μάρτιο είχαν πάρει δάνειο 450.000 ρουβλίων. Το δάνειο είχε εκδοθεί στο όνομά της, επειδή εκείνη είχε επίσημα δηλωμένο εισόδημα και έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερο επιτόκιο.
Τότε ο Αλεξέι είχε υποσχεθεί επίσημα ότι θα πλήρωνε ο ίδιος τις μηνιαίες δόσεις.
Από τότε, η Κάτια τον ρωτούσε κάθε μήνα αν όλα πήγαιναν καλά, κι εκείνος την καθησύχαζε πάντοτε με την ίδια φράση:
«Όλα προχωρούν κανονικά, Κατιούσα μου, μην ανησυχείς!»
Τον κάλεσε αμέσως.
Ο Αλεξέι απάντησε μετά το έκτο κουδούνισμα. Στο βάθος ακουγόταν ο θόρυβος των αυτοκινήτων.
– Λιόσα, η τράπεζα γράφει ότι έχουμε καθυστερούμενες οφειλές πάνω από εβδομήντα χιλιάδες ρούβλια. Τι σημαίνει αυτό;
– Κάτια, είμαι κολλημένος στην κίνηση! Σε είκοσι λεπτά έχω σύσκεψη. Μάλλον πρόκειται για κάποιο σφάλμα του συστήματος. Όλο κάτι χαλάει σ’ αυτές τις τράπεζες. Θα γυρίσω σπίτι το βράδυ και θα σου εξηγήσω τα πάντα. Μην αγχώνεσαι!
– Τι σφάλμα του συστήματος; Έχουν υπολογίσει ακόμη και τις χρεώσεις καθυστέρησης!
– Το βράδυ, Κάτια! Σου είπα!
Η γραμμή έκλεισε.
Η Κάτια τηλεφώνησε στη δουλειά της και είπε ότι έπρεπε να επισκεφθεί έναν γιατρό. Έπειτα πέρασε σαράντα λεπτά ακούγοντας τη μουσική αναμονής της τράπεζας, καθώς την παρέπεμπαν από τον έναν υπάλληλο στον άλλον.
Τελικά, απάντησε ένας κουρασμένος υπάλληλος.
– Η τελευταία πληρωμή καταγράφηκε στις δώδεκα Μαΐου. Από τον Ιούνιο δεν έχει καταβληθεί ούτε μία δόση στη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση. Στο σύστημά μας αναφέρεται ότι οι ειδοποιήσεις έχουν αποσταλεί στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που δηλώθηκε στη σύμβαση.
Το στομάχι της Κάτιας σφίχτηκε.
Τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την είχε δηλώσει ο Αλεξέι, επειδή εκείνος είχε αναλάβει όλες τις διαδικασίες από την αρχή. Η Κάτια απλώς υπέγραφε τα έγγραφα, ενώ ο άντρας της επαναλάμβανε ότι δεν υπήρχε λόγος να διαβάζει κανείς κάθε μικρό γράμμα.
Ζήτησε αναλυτική κατάσταση για την εκταμίευση του δανείου.
Τον Μάρτιο, τα 450.000 ρούβλια είχαν κατατεθεί στον λογαριασμό της. Το ίδιο κιόλας βράδυ, 380.000 ρούβλια μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό άλλης τράπεζας, ο αριθμός του οποίου τελείωνε σε 4471.
– Αυτός δεν είναι δικός μου λογαριασμός – είπε η Κάτια.
– Η μεταφορά πραγματοποιήθηκε μέσω της εφαρμογής κινητής τραπεζικής στο τηλέφωνό σας – απάντησε ο υπάλληλος.
Η Κάτια θυμήθηκε ξαφνικά εκείνο το βράδυ του Μαρτίου.
Ο Αλεξέι τής είχε ζητήσει τότε το τηλέφωνό της, λέγοντας ότι θα μετέφερε τα χρήματα στον δικό του λογαριασμό, επειδή έτσι θα ήταν ευκολότερο να διαχειρίζεται τις δόσεις.
Η Κάτια τηγάνιζε εκείνη τη στιγμή τηγανίτες και δεν είχε καν κοιτάξει προς το μέρος του.
Τώρα ένιωσε σαν να της είχε χύσει κάποιος παγωμένο νερό στον αυχένα.
Η μάσκαρα είχε στεγνώσει στο χέρι της.
Στον καθρέφτη έβλεπε μια γυναίκα που επί έξι μήνες εμπιστευόταν τον ίδιο της τον άντρα, ενώ εκείνος διαχειριζόταν κρυφά τα χρήματά της πίσω από την πλάτη της.
Ο Αλεξέι επέστρεψε στο σπίτι στις δέκα και σαράντα πέντε το βράδυ.
Άργησε αρκετά να βγάλει τα παπούτσια του και ύστερα μπήκε στην κουζίνα. Η Κάτια καθόταν ήδη στο τραπέζι, με τον φορητό υπολογιστή ανοιχτό μπροστά της. Οι εκτυπωμένες τραπεζικές καταστάσεις βρίσκονταν χωρισμένες σε τρεις ξεχωριστές στοίβες.
– Κατιούσα μου, άκουσε, καταλαβαίνω ότι είσαι αναστατωμένη, αλλά ας το συζητήσουμε ήρεμα – άρχισε ο άντρας, χωρίς να έχει βγάλει ακόμη το μπουφάν του. – Υπολόγιζα στο μπόνους από τη συμφωνία στο Σουργκούτ. Θα τα τακτοποιούσα όλα με εκείνα τα χρήματα, με μία μόνο μεταφορά. Δεν θα χρειαζόταν καν να το μάθεις. Αλλά η συμφωνία χάλασε την τελευταία στιγμή. Ο πελάτης πήγε στον ανταγωνισμό.
Η Κάτια σήκωσε αργά το κεφάλι της.
– Το Σάββατο έλεγες στον Βίκτορ ότι ο διευθυντής σε συνεχάρη προσωπικά.
– Και με συνεχάρη, πριν ακυρωθεί η συμφωνία! Τι έπρεπε να του πω; Ότι χάθηκαν όλα;
– Δείξε μου τους δικούς σου τραπεζικούς λογαριασμούς! Τώρα. Άνοιξε την εφαρμογή!
Ο Αλεξέι έβγαλε επιτέλους το μπουφάν του και το πέταξε πάνω στην καρέκλα με τόση δύναμη, που παραλίγο να πέσει στο πάτωμα.
– Τώρα θα με ανακρίνεις κιόλας; Εσύ δεν έλεγες ότι αναλαμβάνεις τον οικογενειακό προϋπολογισμό; Εσύ είσαι η λογίστρια! Γιατί δεν παρακολουθούσες πού πήγαιναν τα χρήματα; Και τώρα κάθεσαι εδώ σαν εισαγγελέας!
– Εγώ δεν παρακολουθούσα;! – Η Κάτια πετάχτηκε όρθια. Η καρέκλα έτριξε απότομα πάνω στα πλακάκια. – Εγώ πλήρωνα το ρεύμα, το φυσικό αέριο, το διαδίκτυο, την ασφάλειά σου, τα ψώνια και το χειμωνιάτικο μπουφάν σου! Από τον Απρίλιο πληρώνω εγώ το στεγαστικό! Κάθε μήνα σε ρωτούσα τι γίνεται με το δάνειο κι εσύ μου έλεγες πάντα ότι όλα ήταν εντάξει!
– Τότε να μην έκανες συνέχεια ερωτήσεις! Είσαι αχάριστη! Εγώ λιώνω στη δουλειά κι εσύ κάθεσαι με τα χαρτιά σου και με κάνεις ρεζίλι!
Με μια απότομη κίνηση του χεριού του σάρωσε το τραπέζι.
Τα έγγραφα σκορπίστηκαν παντού. Μερικά γλίστρησαν κάτω από το ψυγείο, άλλα χώθηκαν πίσω από το καλοριφέρ και τα υπόλοιπα έπεσαν στο πάτωμα.
Η Κάτια έμεινε ακίνητη για μια στιγμή.
Ύστερα άρπαξε το πιάτο του άντρα της, που είχε μέσα κρύα μακαρόνια, και το πέταξε με όλη της τη δύναμη στον νεροχύτη.
Το πιάτο έσπασε σε τρία μεγάλα κομμάτια. Ένα θραύσμα χτύπησε στα πλακάκια δίπλα στην κουζίνα.
– ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΣΕ 4471;! – ούρλιαξε τόσο δυνατά, που η τηλεόραση στο διπλανό διαμέρισμα σώπασε. – ΑΠΑΝΤΑ!
Ο Αλεξέι έσκυψε και άρχισε να μαζεύει τα χαρτιά.
Τα σήκωνε ένα ένα, ίσιωνε προσεκτικά τις τσακίσεις πάνω στο γόνατό του και ύστερα τα στοίβαζε το ένα πάνω στο άλλο.
Για πολλή ώρα δεν κοίταξε τη γυναίκα του.
– Δικός μου είναι – είπε τελικά. – Στη Sovcombank. Ένας λογαριασμός αποταμίευσης. Τον έχω ανοίξει εδώ και πολύ καιρό, απλώς δεν σου το είπα, επειδή δεν ήθελα να αρχίσεις να δημιουργείς προβλήματα και γι’ αυτό.
– Δεν ήθελες να δημιουργήσω προβλήματα… – επανέλαβε η Κάτια.
Και τότε άρχισε να γελάει.
Ένα παράξενο, οξύ γέλιο βγήκε από μέσα της, τόσο που τρόμαξε ακόμη και η ίδια.
– Δηλαδή, δεν έπρεπε να δημιουργώ προβλήματα ενώ εδώ και πέντε μήνες δεν πληρώνεις το δάνειο που είναι στο όνομά μου και παράλληλα κρατάς κρυφά χρήματα σε δικό σου λογαριασμό;
Ο Αλεξέι ακούμπησε τα μαζεμένα χαρτιά στην άκρη του τραπεζιού.
Πήρε το μπουφάν του και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του αθόρυβα και προσεκτικά.
Ακόμη και η κλειδαριά μόλις που ακούστηκε.
Την Τρίτη, η Ιρίνα είπε στην Κάτια, ήδη από την είσοδο της καφετέριας, ότι έμοιαζε σαν να είχε να κοιμηθεί τρεις νύχτες.
Η Κάτια πράγματι είχε κοιμηθεί συνολικά μόλις τέσσερις ώρες μέσα σε δύο νύχτες, γι’ αυτό και δεν προσπάθησε καν να το αρνηθεί.
Παρήγγειλε μια μερίδα συρνίκι, αλλά δεν τα άγγιξε.
Ύστερα τα διηγήθηκε όλα στην Ιρίνα: από το μήνυμα της τράπεζας μέχρι το σπασμένο πιάτο.
– Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο, Ίρα; – ρώτησε τελικά. – Ότι επί έξι μήνες δεν έλεγξα ούτε μία φορά αν πλήρωνε πραγματικά τις δόσεις. Τον πίστευα. Ήταν πιο εύκολο να τον πιστεύω. Αν τον ρωτούσα, θα άκουγα πάλι ότι τον ελέγχω, ότι τον πνίγω, ότι δεν τον εμπιστεύομαι. Και μετά θα μου κρατούσε μούτρα για μέρες.
Η Ιρίνα ανακάτευε τον καφέ της για πολλή ώρα.
– Κάτια, από τον Ιούλιο ήθελα να σου πω κάτι, αλλά δεν είχα το θάρρος. Ο Αλεξέι μού ζήτησε δανεικά τριάντα χιλιάδες ρούβλια. Μου είπε ότι είχες αγοράσει πάλι ένα σωρό ρούχα με πίστωση και ότι δεν σας έφταναν τα χρήματα μέχρι τον επόμενο μισθό. Είπε ότι ντρεπόταν να σου ζητήσει χρήματα, επειδή εσύ εκνευρίζεσαι πάντα.
Η Κάτια άφησε το πιρούνι τόσο απότομα, που το ζευγάρι στο διπλανό τραπέζι γύρισε να κοιτάξει.
– Εγώ αγόραζα ρούχα με πίστωση;! Εγώ;! Εδώ και τρία χρόνια φοράω τις ίδιες μπότες, Ιρίνα! Το έχεις δει και μόνη σου!
Η φωνή της δυνάμωνε όλο και περισσότερο.
– Το Σάββατο κορόιδευε μπροστά στον Βίτια ότι ξοδεύω τον μισθό μου στο μανικιούρ, ενώ σε εσένα παρουσίαζε τον εαυτό του σαν τον υπεύθυνο σύζυγο που πρέπει να σώζει την απερίσκεπτη γυναίκα του;!
– Πιο σιγά, Κάτια! Όλοι μας κοιτάζουν.
– Ας κοιτάζουν!
Η Κάτια άρπαξε το κασκόλ της από την πλάτη της καρέκλας και ύστερα το πέταξε πάλι πίσω νευρικά.
– Για τον Βίκτορ είναι ο εκατομμυριούχος, για εσένα ο καημένος σύζυγος που τον καταστρέφει μια σπάταλη γυναίκα, κι εμένα μου παρουσιάζεται σαν τον φουκαρά που μόλις έχασε τη μεγάλη του συμφωνία. Πες μου, Ίρα, πόσες διαφορετικές ζωές ζει αυτός ο άνθρωπος; Δεν τις μπερδεύει ποτέ μεταξύ τους;
Η Ιρίνα δεν απάντησε.
Έβγαλε το τηλέφωνό της, βρήκε τα μηνύματα του Ιουλίου και το έβαλε μπροστά στην Κάτια.
Ένα από τα μηνύματα είχε σταλεί από τον Αλεξέι:
«Ίρα, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ! Θα σου τα επιστρέψω μόλις πάρω το μπόνους. Και σε παρακαλώ, μην πεις τίποτα ούτε στον Βίτια ούτε στους υπόλοιπους, εντάξει; Θα ήταν άβολο. Άφησέ τους να πιστεύουν ότι όλα είναι καλά στο σπίτι μας».
Η Κάτια διάβασε το μήνυμα δύο φορές και ύστερα άλλη μία.
Για κάποιον λόγο, οι λέξεις «όλα είναι καλά» ήταν αυτές που την πλήγωσαν περισσότερο.
Φωτογράφισε την οθόνη με το δικό της τηλέφωνο.
– Σου επέστρεψε τα χρήματα; – ρώτησε.
– Δέκα χιλιάδες τον Αύγουστο. Από τότε μου γράφει συνεχώς ότι θα πάρει το μπόνους από στιγμή σε στιγμή.
Η Κάτια πλήρωσε τα δικά της συρνίκι και τον καφέ της Ιρίνας. Ζήτησε από την σερβιτόρα να της συσκευάσει το γλυκό για το σπίτι, αν και ήδη γνώριζε ότι πιθανότατα θα το πετούσε στον δρόμο.
Δεν είχε όρεξη.
Όμως άρχιζε να βλέπει όλο και πιο καθαρά ότι ο Αλεξέι δεν της έκρυβε απλώς οικονομικά προβλήματα.
Είχε χτίσει γύρω του μια ολόκληρη ιστορία, στην οποία έδινε διαφορετικό ρόλο στον καθένα.
Και εκείνη ήταν η μοναδική στην οποία δεν είχε πει ποτέ την αλήθεια.
Το βράδυ της Τετάρτης, ο Αλεξέι κάθισε επιτέλους μπροστά στον φορητό υπολογιστή και άνοιξε την κίνηση του κρυφού τραπεζικού του λογαριασμού.
Η Κάτια τράβηξε την καρέκλα της δίπλα του και άνοιξε ένα τετράδιο.
Ο άντρας κύλησε αργά τις συναλλαγές στην οθόνη, επιστρέφοντας ξανά και ξανά στις ίδιες γραμμές, μέχρι που η Κάτια πήρε το ποντίκι από το χέρι του.
Στις 21 Μαρτίου είχαν κατατεθεί 380.000 ρούβλια στον λογαριασμό που τελείωνε σε 4471.
Την επόμενη ημέρα μεταφέρθηκαν 180.000 ρούβλια στην Όλγα Σεργκέγιεβνα Σ.
Μία εβδομάδα αργότερα, η ίδια γυναίκα έλαβε άλλα 120.000 ρούβλια.
Η Κάτια έδειξε την οθόνη με το δάχτυλό της.
– Όλγα; Έδωσες τριακόσιες χιλιάδες στη sister σου από το δικό μου δάνειο;!
Ο Αλεξέι έτριψε τη ρίζα της μύτης του.
– Δεν είχε χρήματα για αυτοκίνητο. Το παλιό της είχε καταστραφεί εντελώς και δεν μπορούσε να πηγαίνει τον Ντίμα στο νηπιαγωγείο. Εγώ της πρότεινα να τη βοηθήσω. Της είπα ότι θα μου τα επέστρεφε αργότερα. Κι εγώ θα τακτοποιούσα την τράπεζα με το μπόνους από τη συμφωνία στο Σουργκούτ. Όλα θα είχαν διευθετηθεί.
– Πάλι αυτή η συμφωνία στο Σουργκούτ!
Η Κάτια πετάχτηκε όρθια και αναποδογύρισε το ποτήρι με το νερό. Το νερό απλώθηκε πάνω στο τραπέζι και ο Αλεξέι πρόλαβε να σηκώσει τον φορητό υπολογιστή την τελευταία στιγμή.
– Λιόσα, αυτό το δάνειο είναι στο δικό μου όνομα! Εμένα καλεί η τράπεζα, σε εμένα στέλνει τις ειδοποιήσεις, το δικό μου πιστωτικό ιστορικό καταστρέφεται! Σου πέρασε έστω μία φορά από το μυαλό να με ρωτήσεις αν ήθελα να ξοδέψω τα χρήματά μου για το αυτοκίνητο της αδελφής σου;!
– Είναι τα δικά μας χρήματα! Είμαστε οικογένεια!
– Οικογένεια; Όταν πρέπει να πληρώσουμε τις δόσεις, τότε είμαστε οικογένεια, αλλά όταν αγοράζεις αυτοκίνητο στην αδελφή σου, αποφασίζεις μόνος σου;!
Η Κάτια τράβηξε το τετράδιο κάτω από τον αγκώνα του άντρα της και το πέταξε στο πάτωμα.
Το τετράδιο άνοιξε και γλίστρησε πάνω στο λινόλεουμ.
– Πόσα χρήματα σου έχει επιστρέψει η Όλγα;
Ο Αλεξέι σώπασε.
– Πόσα;! – επανέλαβε η Κάτια.
– Μέχρι στιγμής τίποτα. Υποσχέθηκε ότι θα αρχίσει την άνοιξη.
Η Κάτια γονάτισε, σήκωσε το τετράδιο και έγραψε τις δύο μεταφορές τη μία κάτω από την άλλη.
Εκατόν εξήντα χιλιάδες και στη συνέχεια άλλες εκατόν είκοσι χιλιάδες.
Όχι.
Αντί για εκατόν εξήντα χιλιάδες, ήταν εκατόν ογδόντα χιλιάδες και μετά άλλες εκατόν είκοσι χιλιάδες.
Συνολικά, τριακόσιες χιλιάδες ρούβλια.
Όμως στον λογαριασμό είχαν κατατεθεί τριακόσιες ογδόντα χιλιάδες.
Η Κάτια υπογράμμισε το τελικό ποσό.
– Και πού πήγαν οι υπόλοιπες ογδόντα χιλιάδες;
Ο Αλεξέι τοποθέτησε τον φορητό υπολογιστή στο περβάζι και γύρισε προς το παράθυρο.
Για πολλή ώρα έξυνε με το νύχι του το λάστιχο της στεγανοποίησης.
– Λιόσα, πού βρίσκονται οι ογδόντα χιλιάδες;
– Εξόφλησα την παλιά πιστωτική μου κάρτα – είπε τελικά κοιτάζοντας το τζάμι. – Είχα αυτό το χρέος από πριν δύο χρόνια. Έπειτα έδωσα και κάποια χρήματα στον Γκένα, από τη δουλειά. Τον χειμώνα είχα δανειστεί από εκείνον, όταν δεν έπιανα τους στόχους μου. Ήθελα να τα τακτοποιήσω όλα, Κάτια. Σου ορκίζομαι, απλώς ήθελα πρώτα να βάλω τα πράγματα σε τάξη.
Η Κάτια κρατούσε το τετράδιο και κοιτούσε την πλάτη του άντρα της.
Φορούσε το πουκάμισο που του είχε σιδερώσει την Κυριακή.
Ξαφνικά ένιωσε ότι κάθε μικρή λεπτομέρεια αυτού του γάμου στηριζόταν στη δική της εργασία: τα καθαρά πουκάμισα, οι πληρωμένοι λογαριασμοί, τα ψώνια, το ήρεμο σπίτι.
Κι ο Αλεξέι δεν είχε μπει καν στον κόπο να της πει πόσα χρήματα χρωστούσε.
Έσκισε από το τετράδιο τη σελίδα με τους υπολογισμούς, τη δίπλωσε στα τέσσερα και την έβαλε στην τσέπη της ρόμπας της.
Άφησε το τετράδιο ξανά στο τραπέζι, δίπλα στο τηλέφωνο του Αλεξέι.
Τώρα πια δεν φώναζε.
Και αυτό τρόμαξε τον άντρα της περισσότερο από το σπασμένο πιάτο.
Το βράδυ της Πέμπτης, λίγο πριν από τις επτά, η Όλγα εμφανίστηκε στο σπίτι τους χωρίς να έχει τηλεφωνήσει προηγουμένως.
Κρατούσε ένα διάφανο κουτί με τούρτα και είχε την έκφραση κάποιου που επισκέπτεται έναν άρρωστο συγγενή.
Ο Αλεξέι την υποδέχτηκε στο χολ. Τη βοήθησε να βγάλει το παλτό της και της ψιθύρισε κάτι στο αυτί.
Η Κάτια παρακολουθούσε από την πόρτα της κουζίνας τον άντρα της να παραμερίζει το δικό του μπουφάν, ώστε η αδελφή του να κρεμάσει τα πράγματά της στη συνηθισμένη θέση.
– Γεια σου, Κατιούσα! – Η Όλγα άφησε την τούρτα πάνω στο τραπέζι και αμέσως άπλωσε το χέρι της προς το ντουλάπι για να πάρει πιάτα. – Ο Λιόσα μού είπε ότι έχετε μεγάλο καβγά εξαιτίας μου. Ας το συζητήσουμε όμορφα, σαν άνθρωποι! Ο καημένος ο αδελφός μου παραλίγο να κλάψει στο τηλέφωνο.
Η Κάτια πήρε τα πιάτα από τα χέρια της και τα έβαλε ξανά στο ντουλάπι.
– Ωραία. Ας μιλήσουμε σαν άνθρωποι. Πότε θα μου επιστρέψεις τις τριακόσιες χιλιάδες ρούβλια;
Η Όλγα κοίταξε τον αδελφό της.
Ο Αλεξέι άρχισε να παρατηρεί το παράθυρο.
– Περίμενε λίγο, Κάτια! Εγώ τι σχέση έχω μ’ αυτό; Ο Λιόσα μού πρόσφερε τα χρήματα από μόνος του. Δεν του ζήτησα τίποτα! Απλώς του είπα ότι το αυτοκίνητό μου καταστρεφόταν κι εκείνος απάντησε: «Πάρ’ τα, αδελφούλα μου, έχω χρήματα, δεν βιάζομαι να τα πάρω πίσω!». Δεν είπε ούτε μία λέξη ότι ήταν δάνειο από την τράπεζα! Μου έλεγε ότι έπαιρνε τόσο μεγάλα μπόνους, που για εκείνον οι τριακόσιες χιλιάδες ήταν σαν τρεις καπίκιες για μένα!
Η Όλγα στράφηκε προς τον αδελφό της.
– Έτσι δεν είναι, Λιόσα;
Ο Αλεξέι έξυσε τον αυχένα του.
– Ίσως να μην το διατύπωσα ακριβώς όπως έπρεπε.
– Δεν το διατύπωσες ακριβώς;! – Η Όλγα άνοιξε τα χέρια της και παραλίγο να ρίξει την τούρτα από το τραπέζι. Η Κάτια έπιασε ενστικτωδώς το κουτί. – Αν ήξερα ότι ήταν χρήματα από δάνειο, δεν θα τα άγγιζα καν! Κι εγώ έχω στεγαστικό δάνειο, ο Ντίμα πηγαίνει στο νηπιαγωγείο και ο Σεργκέι έχει τρεις μήνες να πάρει μπόνους! Τι περιμένεις να κάνω, να πουλήσω το αυτοκίνητο;!
Η Κάτια στηρίχτηκε στον πάγκο.
– Θέλω μόνο ένα πράγμα. Μια συγκεκριμένη ημερομηνία και ένα συγκεκριμένο ποσό. Πότε και πόσα θα επιστρέψεις;
Η Όλγα έβγαλε ένα χαρτομάντιλο από την τσάντα της, το έφερε στο μάτι της και ύστερα φύσηξε δυνατά τη μύτη της.
Η Κάτια δεν είδε ούτε ένα δάκρυ.
– Εντάξει, καλά! Τον Νοέμβριο ίσως μπορέσω να σου επιστρέψω πενήντα χιλιάδες, αν ο Σεργκέι πάρει τα χρήματα της άδειάς του. Αλλά έχω έναν όρο, Κάτια. Μη θυμώσεις, αλλά δεν πρέπει να το πείτε σε κανέναν! Ούτε στον Βίκτορ, ούτε στην Ιρίνα, σε κανέναν! Ο Λιόσα έχει καλή φήμη στη δουλειά και όλη η επαγγελματική του πορεία εξαρτάται από τις γνωριμίες του. Αν μαθευτεί ότι έχει χρέη, ποιος θα θέλει να συνεργαστεί μαζί του; Και στη μαμά δεν πρέπει να πείτε απολύτως τίποτα, γιατί έχει υψηλή πίεση.
Το πρόσωπο του Αλεξέι φωτίστηκε επιτέλους.
– Όλγα, να, βλέπεις! Τώρα μιλάς σωστά! Αυτό ακριβώς εννοώ!
Έβαλε μάλιστα το χέρι του στον ώμο της αδελφής του.
Η Κάτια άνοιξε το κουτί της τούρτας, έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι για τον εαυτό της και το έβαλε στο πιάτο της.
Ύστερα άρχισε να τρώει όρθια, δίπλα στον νεροχύτη, ενώ τα δύο αδέλφια την παρακολουθούσαν.
Περίμεναν να ηρεμήσει, να καταλάβει την κατάσταση και τελικά να υποσχεθεί ότι θα κρατήσει το στόμα της κλειστό.
Η Κάτια κατάπιε την τελευταία μπουκιά.
– Δηλαδή, θα μου δώσεις πενήντα χιλιάδες ρούβλια για να σωπάσω. Κατάλαβα σωστά; Λιόσα, θα μπορούσες τουλάχιστον να πεις στην αδελφή σου ότι η συμφωνία στο Σουργκούτ απέτυχε. Απ’ ό,τι φαίνεται, κι εκείνη περιμένει το μπόνους σου.
Το πρόσωπο της Όλγας κοκκίνισε σε διάφορα σημεία.
Άρπαξε την τσάντα της και έφυγε ορμητικά προς το χολ.
Ο Αλεξέι έτρεξε πίσω της.
Η Κάτια έφαγε ήρεμα και την υπόλοιπη τούρτα. Έπειτα άφησε το κουτί με το γλυκό που είχε απομείνει στο ράφι του χολ, ακριβώς δίπλα στις μπότες της Όλγας.
Αν η αδελφή του επέστρεφε για να το πάρει, τουλάχιστον δεν θα χρειαζόταν να το ψάχνει.
Την Παρασκευή, η Κάτια πήγε στο συνεργείο αυτοκινήτων όπου εργαζόταν ο Βίκτορ. Ήταν ήδη η δεύτερη ημέρα που άλλαζαν τα τακάκια των φρένων.
Ο μηχανικός τής είπε ότι ο Βίκτορ συνομιλούσε με έναν φίλο του μέσα στο συνεργείο και έδειξε προς τον ανυψωτήρα.
Η Κάτια περπάτησε κατά μήκος του τοίχου, πέρασε δίπλα από τα δοχεία με τα λάδια και τα ράφια με τα εργαλεία, όταν άκουσε τη φωνή του άντρα της.
Δεν είχε δει ακόμη τον Αλεξέι, αλλά άκουγε καθαρά τα λόγια του.
– Βίτια, χρειάζομαι μόνο να αντέξω μέχρι τις είκοσι του μήνα! Σαράντα χιλιάδες ρούβλια. Μόλις πάρω τον μισθό μου, θα σου τα μεταφέρω αμέσως. Η Κάτια πάλι τα έκανε θάλασσα με τα οικονομικά, ξέρεις, εκείνη διαχειρίζεται όλα τα έξοδά μας, εγώ δεν ανακατεύομαι. Τώρα πρέπει να τακτοποιήσω κάτι επείγον.
Ο Βίκτορ σκούπισε τα χέρια του με ένα πανί, το πέταξε στον πάγκο εργασίας και κάθισε πάνω σε ένα παλιό λάστιχο.
– Λιόσα, ας σταματήσουμε λίγο. Πριν από έναν μήνα η Κάτια στεκόταν εδώ στο ταμείο και πλήρωσε τριάντα οκτώ χιλιάδες ρούβλια για την επισκευή της ανάρτησής σας. Μάλιστα, είχα απορήσει που δεν ήσουν εσύ εκεί. Και το Σάββατο μου μιλούσες επί μισή ώρα για το πώς η γυναίκα σου ξοδεύει τον μισθό της στο μανικιούρ κι εσύ συντηρείς μόνος σου την οικογένεια. Τελικά, ποιος πληρώνει τα πάντα στο σπίτι σας; Εσύ ή εκείνη; Έχω αρχίσει να μπερδεύομαι.
Η φωνή του Αλεξέι υψώθηκε.
– Τώρα θα αρχίσεις κι εσύ να με ελέγχεις;! Ήρθα σε εσένα σαν φίλος κι εσύ με ανακρίνεις! Μην ανακατεύεσαι στα οικογενειακά μου!
– Δεν ανακατεύομαι στην οικογένειά σου. Προσπαθώ να προστατεύσω τα δικά μου χρήματα – απάντησε ήρεμα ο Βίκτορ. – Πες μου για ποιο πράγμα τα χρειάζεσαι και πότε θα μου τα επιστρέψεις. Τότε θα το συζητήσουμε. Αλλά αυτή την ιστορία με το Σουργκούτ μην την ξαναπείς σε εμένα.
Ο Αλεξέι γύρισε και τότε είδε την Κάτια δίπλα στο ράφι με τα δοχεία.
Στο χέρι της κρατούσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάχτηκαν σιωπηλοί.
Ύστερα ο Αλεξέι πέρασε δίπλα της τόσο κοντά, που τη χτύπησε με τον ώμο του, και βγήκε ορμητικά στον δρόμο χωρίς σακάκι, με το μπουφάν του ξεκούμπωτο.
Ο Βίκτορ σηκώθηκε αμήχανα.
– Γεια σου, Κάτια. Το άκουσες, έτσι; Ε, λοιπόν… είναι αρκετά άβολο.
– Είναι έτοιμο το αυτοκίνητο;
– Ναι. Με τα εργατικά, θα είναι οκτώ χιλιάδες διακόσια ρούβλια.
Η Κάτια ακούμπησε την τραπεζική της κάρτα στο τερματικό, πήρε την απόδειξη και τη δίπλωσε στη μέση.
Τότε θυμήθηκε κάτι.
– Βίκτορ, μπορώ να έχω ένα ακόμη αντίγραφο του τιμολογίου;
– Φυσικά. Για ποιον λόγο το χρειάζεσαι;
– Για ενθύμιο – απάντησε η Κάτια.
Και για πρώτη φορά ολόκληρη εκείνη την εβδομάδα, χαμογέλασε.
Το Σάββατο το πρωί, ο Αλεξέι εμφανίστηκε στην κουζίνα κρατώντας δύο τηλέφωνα.
Το ένα ήταν το παλιό τηλέφωνο της Κάτιας. Το άλλο ήταν ένα καινούργιο τηλέφωνο μέσα στο κουτί του, το οποίο πιθανότατα είχε βρει βαθιά στην ντουλάπα, κάτω από τα πουλόβερ της γυναίκας του.
Άφησε το κουτί πάνω στο τραπέζι, μπροστά από την ομελέτα της.
– Τι είναι αυτό;! – ρώτησε. – Ενενήντα τέσσερις χιλιάδες ρούβλια! Το έψαξα στο διαδίκτυο! Ενενήντα τέσσερις χιλιάδες! Εδώ και τρεις μέρες μου κάνεις τη ζωή δύσκολη εξαιτίας του δανείου και την ίδια στιγμή αγοράζεις κρυφά τηλέφωνα;! Και μετά μιλάς εσύ για ψέματα;!
Η Κάτια άφησε κάτω το πιρούνι της.
Ένιωθε το πρόσωπό της να καίει.
Πράγματι, δεν είχε μιλήσει στον Αλεξέι για το τηλέφωνο από τον Ιούνιο.
– Το αγόρασα με δόσεις. Για έναν χρόνο. Και ναι, δεν σου το είπα, επειδή δεν ήθελα να ακούσω πάλι ότι δεν το χρειάζομαι, ότι το παλιό λειτουργεί ακόμη και ότι σπαταλάω τα χρήματά μου.
Ο Αλεξέι χτύπησε θριαμβευτικά το χέρι του πάνω στο τραπέζι.
– Να το λοιπόν! Μόνη σου το παραδέχτηκες! Κι έχεις και το θράσος να μου φωνάζεις!
Η Κάτια έβγαλε το τηλέφωνό της, άνοιξε την τραπεζική εφαρμογή και γύρισε την οθόνη προς το μέρος του.
Στην οθόνη εμφανίζονταν έξι μηνιαίες δόσεις, καθεμία ύψους 7.800 ρουβλίων.

Όλες είχαν πληρωθεί εγκαίρως.
– Κοίταξε προσεκτικά! Πληρώνω το δικό μου τηλέφωνο από τον δικό μου μισθό και δεν έχω καθυστερήσει ούτε μία ημέρα. Δεν με έχει καλέσει η τράπεζα, δεν έχω λάβει ειδοποίηση καθυστέρησης και δεν έχω μεταφέρει κρυφά τριακόσιες χιλιάδες ρούβλια στην αδελφή σου. Θέλεις να συγκρίνεις το δικό μου τηλέφωνο με όσα έκανες εσύ τους τελευταίους πέντε μήνες; Πολύ ευχαρίστως. Σε ακούω.
Ο Αλεξέι κοίταζε την οθόνη για πολλή ώρα.
Τελικά, έσπρωξε το κουτί προς την άκρη του τραπεζιού.
Η Κάτια σηκώθηκε και έβαλε το τηλέφωνό της στην τσέπη.
– Από εδώ και πέρα, δεν θα βάλω ούτε ένα ρούβλι στα κοινά μας χρέη, μέχρι να μου τα δείξεις όλα. Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς, όλες τις πιστωτικές κάρτες, όλα τα χρέη. Τον Γκένα, την Ιρίνα, την αδελφή σου, αλλά και κάποιον Ρουστάμ, για τον οποίο μόλις τώρα άκουσα για πρώτη φορά. Θα τα γράψεις όλα σε ένα χαρτί, με τα ακριβή ποσά. Μέχρι τότε, θα πληρώνω μόνο τα προσωπικά μου έξοδα και το μισό της δόσης του στεγαστικού που μου αναλογεί.
Ο Αλεξέι την κοίταζε δύσπιστα.
– Τρελάθηκες; Το στεγαστικό είναι κοινό!
– Ακριβώς! Και το δικό σου μισό είναι δική σου ευθύνη, Λιόσα! Ήρθε η ώρα να αρχίσεις επιτέλους να πληρώνεις κι εσύ!
Η Κάτια βγήκε από την κουζίνα.
Η ομελέτα της έμεινε ανέγγιχτη στο πιάτο.
Εκείνο το βράδυ, ο Αλεξέι άφησε ένα σκισμένο φύλλο τετραδίου πάνω στο μαξιλάρι της.
Πάνω του υπήρχαν επτά καταχωρίσεις: ο Γκένα, η Ιρίνα, η πιστωτική κάρτα, η Όλγα και κάποιος Ρουστάμ, στον οποίο χρωστούσε είκοσι χιλιάδες ρούβλια. Δίπλα στα υπόλοιπα ονόματα υπήρχαν επίσης συγκεκριμένα ποσά.
Η Κάτια φωτογράφισε το χαρτί και το έβαλε σε έναν φάκελο μαζί με τις τραπεζικές καταστάσεις.
Δεν ήθελε πια να ακούει υποσχέσεις.
Συγκέντρωνε αποδεικτικά στοιχεία.
Τη Δευτέρα κάθισαν μαζί στην τράπεζα, στις σκληρές καρέκλες μπροστά από το γκισέ νούμερο τέσσερα.
Ο νεαρός υπάλληλος, ο Αρτιόμ, σχεδίαζε στο πίσω μέρος ενός εντύπου και τους εξηγούσε τους όρους αναδιάρθρωσης του δανείου.
Αν η διάρκεια αποπληρωμής παρατεινόταν κατά δύο χρόνια, η μηνιαία δόση θα μειωνόταν στα 11.900 ρούβλια. Ωστόσο, οι καθυστερούμενες χρεώσεις έπρεπε να εξοφληθούν πριν από το τέλος του μήνα. Το ποσό ανερχόταν σε σαράντα μία χιλιάδες ρούβλια.
Η Κάτια ζήτησε από τον Αρτιόμ ένα στυλό και χώρισε το χαρτί σε δύο στήλες.
– Λοιπόν, θα κάνουμε το εξής. Εσύ θα πληρώνεις έξι χιλιάδες ρούβλια τον μήνα κι εγώ 5.900, επειδή το δάνειο είναι στο όνομά μου και, τελικά, εγώ είμαι υπεύθυνη απέναντι στην τράπεζα. Κάθε μήνα, στις είκοσι, θα μου στέλνεις στιγμιότυπο οθόνης που να αποδεικνύει τη μεταφορά. Αν η Όλγα επιστρέψει ποτέ τις πενήντα χιλιάδες, θα τις χρησιμοποιήσουμε αμέσως για πρόωρη αποπληρωμή του δανείου.
Ο Αλεξέι έγνεψε και υπέγραψε το έγγραφο.
– Εντάξει, Κάτια. Όπως θέλεις.
Δεν διαφώνησε.
Δεν ύψωσε τη φωνή του.
Η Κάτια, όμως, γνώριζε πλέον ότι η σιωπή από μόνη της δεν σήμαινε αλλαγή.
Όταν βγήκαν από την τράπεζα, ο Αλεξέι έψαχνε τα κλειδιά του στις τσέπες του. Το τηλέφωνό του βρισκόταν πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, με την οθόνη προς τα πάνω.
Είχε έρθει μήνυμα από την Όλγα.
Η Κάτια είδε άθελά της την πρώτη γραμμή:
«Λιοσίκ, σου το είπα ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να σου δώσω άλλα χρήματα! Ο Σεργκέι θα με σκοτώσει αν το μάθει άλλη μία φορά!»
Η Κάτια κοίταξε τον άντρα της.
– Της ζήτησες πάλι χρήματα, έτσι δεν είναι; Σήμερα το πρωί; Ή ακόμη στο σπίτι, πριν φύγουμε;
– Κάτια, ήθελα απλώς να πληρώσω μόνος μου τις καθυστερούμενες χρεώσεις, για να μην αναγκαστείς εσύ…
– Για να μη χρειαστεί να μάθω σε ποιους άλλους χρωστάς.
Η Κάτια άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε έναν φάκελο.
Πάνω του υπήρχε από την άνοιξη μία μόνο λέξη, γραμμένη με χοντρό μαρκαδόρο:
«ΚΑΖΑΝ».
Επί έξι μήνες αποταμίευαν για αυτό το ταξίδι. Κάθε μήνα έβαζαν στην άκρη πέντε χιλιάδες ρούβλια. Είχαν συγκεντρώσει συνολικά σαράντα πέντε χιλιάδες. Είχαν ήδη αγοράσει τα εισιτήρια για τον Νοέμβριο και είχαν κλείσει τη διαμονή τους.
– Θα ακυρώσω τώρα το ταξίδι – είπε η Κάτια. – Θα ζητήσω επιστροφή χρημάτων για τα εισιτήρια, θα ακυρώσω τη διαμονή και θα καταθέσω τα χρήματα στον Αρτιόμ.
Το πρόσωπο του Αλεξέι παραμορφώθηκε από την οργή.
– Μην τολμήσεις να το κάνεις! Είναι οι διακοπές μας! Έχω ήδη πει στον Βίκτορ ότι θα πάμε! Το έχω πει σε όλους! Θέλεις να με κάνεις ρεζίλι μπροστά σε όλο τον κόσμο;! Δεν σου φτάνει που ο Βίτια με κοιτάζει σαν να είμαι ζητιάνος, που η Ιρίνα ψιθυρίζει για μένα και που η Όλγα δεν απαντά πλέον ούτε στο τηλέφωνο;!
Άρπαξε τον καρπό της Κάτιας.
Ο φάκελος τσαλακώθηκε μέσα στα δάχτυλά της.
Η Κάτια τράβηξε το χέρι της απότομα.
Μια γυναίκα που έσπρωχνε ένα παιδικό καρότσι κοντά στην είσοδο γύρισε προς το μέρος τους ακούγοντας τις φωνές.
– Εσύ με έκανες ρεζίλι, Λιόσα! Εσύ με παρουσίασες στην Ιρίνα σαν σπάταλη, στον Βίκτορ σαν παράσιτο που ζει από τον άντρα του και στα δικά μου μάτια σαν ανόητη! Εδώ και έξι μήνες πληρώνω εγώ το τίμημα για τη δική σου καλή φήμη! Αυτό τελείωσε!
Η Κάτια ίσιωσε τον φάκελο πάνω στο γόνατό της και γύρισε προς την είσοδο της τράπεζας.
Ο Αλεξέι κλότσησε τον τροχό του αυτοκινήτου και έμεινε στα σκαλιά.
Η Κάτια επέστρεψε στο γκισέ νούμερο τέσσερα, έδωσε τις σαράντα πέντε χιλιάδες ρούβλια στον Αρτιόμ και περίμενε μέχρι το μηχάνημα καταμέτρησης να μετρήσει τα χαρτονομίσματα δύο φορές.
Αντί να ταξιδέψει στο Καζάν, είχε κάνει τουλάχιστον ένα ακόμη βήμα προς την απαλλαγή από το βάρος των ψεμάτων του άντρα της.
Στις είκοσι του μήνα, η Κάτια μετέφερε στην τράπεζα τη δική της δόση των 5.900 ρουβλίων κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος.
Άφησε το τηλέφωνο δίπλα στο πληκτρολόγιο με την οθόνη προς τα κάτω και επέστρεψε στη δουλειά της.
Στις έξι και μισή, η συσκευή δονήθηκε για λίγο.
Ο Αλεξέι τής είχε στείλει το στιγμιότυπο οθόνης: έξι χιλιάδες ρούβλια, επιτυχής μεταφορά.
Δεν είχε γράψει ούτε μία λέξη.
Η Κάτια άνοιξε την εικόνα, μεγέθυνε το ποσό, έλεγξε τον αριθμό της σύμβασης και απάντησε μόνο:
«Το είδα».
Στο σπίτι, σχεδόν δεν μιλούσαν πια μεταξύ τους και, όταν μιλούσαν, συζητούσαν μόνο για όσα ήταν απαραίτητα.
Ποιος θα αγοράσει ψωμί;
Ποιος θα παραλάβει το παλτό από το καθαριστήριο;
Πότε θα έρθει ο τεχνικός να ελέγξει το καλοριφέρ;
Ο Αλεξέι δεν ξαναπήρε ποτέ το τηλέφωνό της.
Επίσης, σταμάτησε να μιλά για τα χρήματα χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «πληρώνουμε» ή «έχουμε τόσα».
Αντί γι’ αυτές, έλεγε «το δικό μου μερίδιο» και «το δικό σου μερίδιο».
Πάντα με έμφαση και με παράπονο.
Ένα βράδυ, η Κάτια ξύπνησε και είδε τον άντρα της καθισμένο στην άκρη του κρεβατιού να προσθέτει αριθμούς στην αριθμομηχανή του τηλεφώνου του. Σκίαζε την οθόνη με την παλάμη του, σαν να έπρεπε να κρύβεται ακόμη και στον ύπνο του.
Η Κάτια γύρισε προς τον τοίχο και προσποιήθηκε ότι κοιμόταν.
Παλαιότερα ίσως τον είχε ρωτήσει τι συνέβαινε.
Τώρα δεν ήθελε πια να λύνει τα προβλήματά του στη θέση του.
Το τελευταίο Σάββατο του μήνα, ο Βίκτορ τους προσκάλεσε σε ένα γεωργιανό εστιατόριο κοντά στο μετρό. Η Σβέτκα γιόρταζε την προαγωγή της.
Ο Αλεξέι πέρασε μισή μέρα διαλέγοντας πουκάμισο και τελικά φόρεσε το μπλε, εκείνο με το οποίο είχε καυχηθεί παλιότερα για τη συμφωνία στο Σουργκούτ.
Στο εστιατόριο παρήγγειλε χατσαπούρι και στη συνέχεια ένα μπουκάλι κρασί για όλη την παρέα.
Όταν η Σβέτκα τον ρώτησε αν θα ταξίδευαν τελικά στο Καζάν, ο Αλεξέι κοίταζε για πολλή ώρα τον κατάλογο, παρόλο που όλοι είχαν ήδη παραγγείλει.
– Ξέρεις, τελευταία τα πράγματα έχουν αλλάξει λίγο – είπε, τρίβοντας τον λαιμό του. – Η αγορά είναι δύσκολη, οι πελάτες καθυστερούν να πληρώσουν και ολόκληρο το τμήμα μας ζει μόνο με τον βασικό μισθό. Δεν συμβαίνει μόνο σε εμένα.
Η Κάτια έκοβε το χατσαπούρι σε ίσα κομμάτια.
Πρώτα έβαλε ένα κομμάτι στο πιάτο της Σβέτκα και μετά στο πιάτο του Βίκτορ.
Δεν τον διέκοψε.
Ο Αλεξέι την κοίταξε δύο φορές, περιμένοντας να τον βοηθήσει, όπως έκανε πάντοτε παλιότερα.
Η Κάτια, όμως, συνέχισε να κόβει το φαγητό.
Τελικά, ο άντρας ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί και άφησε κάτω το ποτήρι του.
– Εντάξει, λοιπόν. Θα σας πω τι συμβαίνει. Έχουμε ένα δάνειο στο όνομα της Κάτιας. Εγώ τα έκανα θάλασσα. Θα πρέπει να το πληρώνουμε για περίπου δυόμισι ακόμη χρόνια, αν δεν προκύψει κάτι άλλο στο μεταξύ. Οπότε, Καζάν δεν έχει, Σβέτα. Αυτή είναι η κατάσταση.
Η Σβέτκα άνοιξε το στόμα της, ύστερα κοίταξε τον άντρα της και τελικά δεν ρώτησε τίποτα.
Ο Βίκτορ τράβηξε σιωπηλά το ποτήρι του Αλεξέι πιο μέσα στο τραπέζι, μακριά από την άκρη.
Το υπόλοιπο βράδυ συζήτησαν για τη νέα δουλειά της Σβέτκα, την προϊσταμένη της που καλλιεργούσε βιολέτες στο γραφείο και τους λόγους για τους οποίους η Όλγα είχε μεταφέρει τον Ντίμα σε άλλο νηπιαγωγείο.
Ο Αλεξέι γελούσε στα κατάλληλα σημεία, αλλά πολύ πιο σιγά απ’ ό,τι παλαιότερα.
Δεν ξαναγέμισε το ποτήρι του με κρασί.
Όταν ο σερβιτόρος έφερε τον λογαριασμό μέσα σε μια μαύρη δερμάτινη θήκη, ο Βίκτορ την άνοιξε, σφύριξε έκπληκτος και άπλωσε αμέσως το χέρι του προς το τηλέφωνό του.
– Λοιπόν, παιδιά, ποιος χρωστάει πόσα; Θα πληρώσω εγώ και μετά μου μεταφέρετε τα χρήματα όποτε σας βολεύει.
– Σου χρωστάω 2.100 ρούβλια – είπε η Κάτια.
Άνοιξε την τραπεζική εφαρμογή και μετέφερε στον Βίκτορ ακριβώς 2.100 ρούβλια: για τη δική της σαλάτα, το δικό της ποτήρι κρασί και το μισό χατσαπούρι που της αναλογούσε.
Έπειτα του έδειξε το πράσινο σημάδι στην οθόνη που επιβεβαίωνε τη μεταφορά.
Ο Αλεξέι την κοίταξε και μετά κοίταξε το δικό του τηλέφωνο.
Η Κάτια είδε τον άντρα της να σκύβει ενστικτωδώς προς το μέρος της, σαν να ήθελε να τη ρωτήσει πόσα χρήματα είχαν απομείνει στον κοινό λογαριασμό.
Όμως πρόλαβε να συγκρατηθεί.
Άνοιξε τη θήκη με τον λογαριασμό και έψαξε για πολλή ώρα τις χρεώσεις για το δικό του χατσαπούρι και το μερίδιο του κρασιού που είχε παραγγείλει.
Τελικά, μετέφερε στον Βίκτορ 3.600 ρούβλια.
– Τα πήρες; – ρώτησε, χωρίς να κοιτάξει ξανά τη γυναίκα του.
– Τα πήρα – απάντησε ο Βίκτορ.
Η Κάτια φόρεσε το παλτό της, κρέμασε την τσάντα στον ώμο της και κατευθύνθηκε πρώτη προς το βεστιάριο.
Ο Αλεξέι παρέμεινε ακόμη στο τραπέζι.
Ύστερα πήρε το ποτήρι της Σβέτκα και ήπιε την τελευταία γουλιά μεταλλικού νερού.
Η Κάτια δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.
Εκείνο το βράδυ δεν καβγάδισαν, δεν χτύπησαν πόρτες και κανείς δεν πέταξε πιάτο στον νεροχύτη.
Κι όμως, ίσως τότε ο Αλεξέι κατάλαβε για πρώτη φορά ότι κάτι είχε αλλάξει οριστικά.
Η γυναίκα του δεν θα πλήρωνε πια τους λογαριασμούς στη θέση του.
Ούτε εκείνους της τράπεζας.
Ούτε εκείνους που είχαν δημιουργήσει τα ψέματά του.







