– Πάρε καλύτερα ένα ταξί, Ούλια! Δεν είσαι πια παιδί!
Η φωνή του Κόστια ήταν τόσο ήρεμη και αδιάφορη, σαν να τον είχα ρωτήσει απλώς αν έπρεπε να αγοράσει ψωμί για το βραδινό.
Στεκόμουν στο χολ του μαιευτηρίου, κρατώντας στην αγκαλιά μου την κορούλα μας. Η Βάρια ήταν μόλις τεσσάρων ημερών. Κοιμόταν τυλιγμένη στην κουβερτούλα της, σουφρώνοντας τη μικροσκοπική της μυτούλα, και μύριζε ζεστό γάλα.
– Όχι – απάντησα χαμηλόφωνα. – Εσύ θα έρθεις να με πάρεις. Χθες το βράδυ, στις εννιά, σου έγραψα ότι μετέφεραν το εξιτήριο για την Πέμπτη. Το διάβασες και μου απάντησες: «Εντάξει».
– Νόμιζα ότι εννοούσες την επόμενη Πέμπτη – είπε. Στο βάθος ακουγόταν νερό που έτρεχε και κάποιος γελούσε δυνατά. – Ούλια, βρίσκομαι σχεδόν διακόσια χιλιόμετρα μακριά. Έχω πιει κιόλας, δεν πρόκειται να πιάσω τιμόνι. Εσύ είσαι η πρώτη που εξοργίζεται όταν οδηγώ μεθυσμένος.
– Τότε ζήτα από τον Σεργιόζα να σε βοηθήσει. Εκείνος δεν έχει πιει.
– Μιλάς σοβαρά τώρα; Να ξεσηκώσω τους φίλους μου από μια ολοήμερη εξόρμηση για ψάρεμα, που οργανώνουμε από το καλοκαίρι; Πάρε ένα ταξί, θα σου μεταφέρω τα χρήματα. Την Κυριακή θα επιστρέψω και θα επανορθώσω για όλα. Σου δίνω τον λόγο μου!
Έμεινα σιωπηλή για μερικά δευτερόλεπτα.
– Και το βρεφικό κάθισμα αυτοκινήτου;
– Τι συμβαίνει με αυτό;
– Βρίσκεται στο αυτοκίνητό μου. Και το αυτοκίνητο είναι μαζί σου.
Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε ένας τριγμός και ύστερα η κλήση διακόπηκε.
Τον κάλεσα ξανά δύο φορές. Το τηλέφωνό του ήταν πλέον απενεργοποιημένο.
Η γεροδεμένη νοσηλεύτρια που είχε βάρδια στα εξιτήρια έβγαλε για τρίτη φορά το κεφάλι της πάνω από τον πάγκο.
– Μανούλα, ποιος θα έρθει να σας πάρει; Σε λίγο καταφθάνει η επόμενη οικογένεια.
Πίσω από τη γυάλινη πόρτα είχαν συγκεντρωθεί χαρούμενοι συγγενείς. Ένας νεαρός με δερμάτινο μπουφάν κρατούσε λευκά και ροζ μπαλόνια, μια γιαγιά με μπερέ βιντεοσκοπούσε, ενώ κάποιος είχε ήδη ανοίξει σαμπάνια έξω από το κτίριο.
Όλοι είχαν κάποιον να τους πάει στο σπίτι.
Όλοι εκτός από εμένα.
Παραμέρισα δίπλα στο παράθυρο για να μην εμποδίζω κανέναν και τηλεφώνησα στην πεθερά μου.
– Αχ, Ουλιάτσκα μου, βρίσκομαι στο εξοχικό και μόλις τώρα κόβω λάχανο! – κελάηδησε η Νίνα Φιοντόροβνα. – Ειδοποίησες τον Κόστια; Οι άντρες πρέπει να τους τα υπενθυμίζεις συνεχώς. Είναι σαν παιδιά!
– Τον ειδοποίησα. Γραπτώς.
– Τότε δεν του το είπες αρκετά ξεκάθαρα. Μόνο μην αγχώνεσαι, γιατί μπορεί να σου κοπεί το γάλα!
Η μητέρα μου δούλευε σε εικοσιτετράωρες βάρδιες ως θυρωρός σε μια φοιτητική εστία. Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη θέση της, ούτε για μία ώρα.
Όταν της είπα τι είχε συμβεί, αναστέναξε βαθιά. Ύστερα η φωνή της έσπασε.
Τελικά τηλεφώνησα στην Κριστίνα, την καλύτερή μου φίλη.
Ήταν κομμώτρια και κάθε Πέμπτη το πρόγραμμά της ήταν γεμάτο πελάτισσες από το πρωί μέχρι το βράδυ.
– Σε είκοσι λεπτά θα είμαι εκεί! – με διέκοψε. – Μην κουνηθείς από τη θέση σου! Ο Τιόμα έχει ακόμη το παλιό βρεφικό κάθισμα στο γκαράζ. Θα το φέρω.
Έφτασε σαράντα λεπτά αργότερα. Το παλτό της κρεμόταν μισάνοιχτο πάνω της και τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα κόκκινους λεκέδες από βαφή μαλλιών.
– Έδωσα τον αποχρωματισμό στη Λένα – είπε λαχανιασμένη, παίρνοντας τις τσάντες από τα χέρια μου. – Πάμε, λοιπόν, σπίτι!
Η νοσηλεύτρια μας συνόδευσε μέχρι την πόρτα. Πριν γυρίσει να φύγει, μου είπε χαμηλόφωνα:
– Δεν πειράζει, μανούλα. Το σημαντικότερο είναι ότι η κορούλα σας είναι υγιής.
Έγνεψα καταφατικά, αλλά δεν κοίταξα πίσω.
Η Κριστίνα στερέωσε το γκρι βρεφικό κάθισμα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Έλεγξε τις ζώνες ασφαλείας δύο φορές και μόνο τότε με άφησε να ξαπλώσω μέσα τη Βάρια.
Το κάθισμα ήταν φθαρμένο και στο πλάι του υπήρχε ένας παλιός λεκές από χυμό φρούτων, αλλά τουλάχιστον ήταν άθικτο.
Κάθισα δίπλα στην κόρη μου και σε όλη τη διαδρομή κρατούσα την άκρη της κουβέρτας της, σαν να φοβόμουν ότι κάποια στιγμή θα εξαφανιζόταν κι εκείνη από δίπλα μου.
Στο σπίτι μάς υποδέχτηκε αποπνικτικός, μπαγιάτικος αέρας.
Στον διάδρομο στεκόταν ακόμη το κουτί της κούνιας, κλειστό με την αρχική κολλητική ταινία. Στη λίστα που είχα καρφιτσώσει στο ψυγείο έγραφε: συναρμολόγηση κούνιας, σιδέρωμα πάνων, αγορά βαμβακιού και βρεφικής κρέμας.
Δεν είχα σημειώσει ούτε ένα πράγμα ως ολοκληρωμένο.
Στον νεροχύτη υπήρχε ένα τηγάνι με κρύα, ξεραμένη ομελέτα.
– Εντάξει – είπε η Κριστίνα, κοιτάζοντας γύρω της. – Εσύ τάισε το μωρό και εγώ θα ψάξω να βρω το κατσαβίδι.
Ενώ θήλαζα τη Βάρια στην κουζίνα, εκείνη γονάτισε στο πάτωμα του διαδρόμου και προσπαθούσε να καταλάβει τις οδηγίες συναρμολόγησης της κούνιας. Μουρμούριζε εκνευρισμένη για τις βίδες και κάποια στιγμή της έπεσε ένα πλαϊνό κομμάτι πάνω στο ίδιο της το πόδι.
Μία ώρα αργότερα, η κούνια στεκόταν πλέον στην κρεβατοκάμαρα, ακριβώς δίπλα στη δική μου πλευρά του κρεβατιού.
Η Κριστίνα έπλυνε τα χέρια της, έριξε μια ματιά στο τηλέφωνό της και ξαφνικά το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπό της.
– Ούλια, σε παρακαλώ, μείνε ψύχραιμη! – είπε και μου έστρεψε την οθόνη.
Τη φωτογραφία την είχε δημοσιεύσει νωρίτερα το πρωί ο Ντίμα, ένας από τους φίλους του Κόστια.
Ο άντρας μου στεκόταν στην όχθη της λίμνης, φορώντας ένα στρατιωτικό μπουφάν παραλλαγής. Είχε κατακόκκινο πρόσωπο, χαμογελούσε αυτάρεσκα και κρατούσε έναν τεράστιο λούτσο από τα βράγχιά του.
Κάτω από τη φωτογραφία έγραφε:
«Ο μπαμπάς γιορτάζει τον ερχομό της διαδόχου! Ο λούτσος είναι αφιερωμένος στη μικρή!»
Η ανάρτηση είχε είκοσι likes, ενώ η πεθερά μου είχε σχολιάσει:
«Το αξίζεις, γιε μου!»
Εγώ, όμως, δεν κοιτούσα το ψάρι.
Πίσω από τον Κόστια βρισκόταν το ασημί-γκρι Hyundai Solaris μου, με την πίσω πόρτα ορθάνοιχτη.
Στο πίσω κάθισμα βρισκόταν το ροζ βρεφικό κάθισμα που είχα περάσει δύο ολόκληρους μήνες ψάχνοντας μέχρι να βρω το ιδανικό.
Μέσα στο κάθισμα υπήρχε ένας κουβάς.
Από τον κουβά προεξείχε η ουρά ενός ψαριού.
Μεγέθυνα τη φωτογραφία.
Η ώρα δημοσίευσης ήταν 11:20.
Ακριβώς την ώρα που στεκόμουν δίπλα στο παράθυρο του μαιευτηρίου και καλούσα ξανά και ξανά τον αριθμό του άντρα μου.
Του έγραψα μία μόνο πρόταση:
«Βγάλε το ψάρι από το παιδικό κάθισμα!»
Ένα λεπτό αργότερα ήρθε η απάντησή του.
Ένας αντίχειρας υψωμένος προς τα πάνω.
Την Κυριακή, γύρω στις οκτώ το βράδυ, ο Κόστια επέστρεψε επιτέλους στο σπίτι.
Στο ένα χέρι κρατούσε έναν κουβά με ψάρια και στο άλλο ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα. Πάνω στα λουλούδια ήταν ακόμη κολλημένη η κίτρινη ετικέτα από το βενζινάδικο, με την τιμή: 490 ρούβλια.
Το μπουφάν του μύριζε καπνό και βενζίνη.
– Πού είναι τα κορίτσια μου;! – φώναξε χαρούμενα και κατευθύνθηκε κατευθείαν προς την κρεβατοκάμαρα. – Για κοίτα να δεις, συναρμολόγησες την κούνια! Μπράβο σου!
– Την έφτιαξε η Κριστίνα – απάντησα.
Είτε δεν με άκουσε είτε προσποιήθηκε πως δεν με άκουσε.
Πλησίασε την κούνια και άγγιξε με τον δείκτη του την παλάμη της Βάρια.
Η μικρή έκλεισε τα δαχτυλάκια της γύρω από το δάχτυλο του πατέρα της, ενώ κοιμόταν.
Ο Κόστια πάγωσε.
Ήταν σαν να φοβόταν ότι με μια λάθος κίνηση θα συνέτριβε το ίδιο του το παιδί.
Του έδωσα πέντε λεπτά.
Ύστερα τον κάλεσα στην κουζίνα.
Από το βράδυ της Πέμπτης είχα ήδη γράψει στις σημειώσεις του κινητού μου τρία πράγματα που ήθελα να συμφωνήσουμε.
Δεν ήθελα να τσακωθούμε.
Ήθελα να τακτοποιήσουμε τα ζητήματά μας σαν ώριμοι άνθρωποι.
– Πρώτον: θα πλύνεις εσύ το βρεφικό κάθισμα. Το κάλυμμά του αφαιρείται. Θα σου δείξω πώς.
Ο Κόστια γέλασε.
– Ούλια, μα ο κουβάς έμεινε μέσα μόνο πέντε λεπτά! Εντάξει, εντάξει, θα το πλύνω!
– Δεύτερον: από τις έντεκα το βράδυ μέχρι τις δύο τα ξημερώματα αναλαμβάνεις εσύ. Θα βγάζω από πριν το γάλα μου με το θήλαστρο, κι εσύ θα ταΐζεις τη Βάρια με το μπιμπερό και θα την κοιμίζεις. Θέλω να κοιμάμαι τουλάχιστον τρεις συνεχόμενες ώρες.
– Εγώ πρέπει να σηκώνομαι στις επτά – μουρμούρισε.
Ύστερα έγνεψε καταφατικά.
– Τρίτον: δεν θα ξαναπάς για ψάρεμα μέχρι να κλείσει η Βάρια τον πρώτο μήνα. Σε χρειάζομαι και χρειάζομαι το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις μας στην πόλη. Αν συμβεί κάτι στο μωρό, δεν μπορώ να το πάω μόνη μου πουθενά. Προς το παρόν δεν επιτρέπεται ακόμη να οδηγήσω.
Τότε το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπο του Κόστια.
– Έναν ολόκληρο μήνα; Ούλια, τώρα έχουμε Οκτώβριο! Αυτή την εποχή τσιμπάει περισσότερο ο λούτσος. Σε έναν μήνα η λίμνη θα παγώσει. Θα τελειώσουν όλα!
– Έναν μήνα – επανέλαβα.
Έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του και μετά γύρισε προς το σκοτεινό παράθυρο.
– Εντάξει. Θα κάνω υπομονή μέχρι το τέλος του μήνα. Αλλά πρέπει κι εσύ να καταλάβεις κάτι – είπε πιο χαμηλόφωνα. – Εννέα μήνες δούλευα για δύο. Πληρώνω μόνος μου το στεγαστικό δάνειο, τριάντα μία χιλιάδες ρούβλια τον μήνα. Ποιος φροντίζει το αυτοκίνητό σου; Εγώ αγόρασα χειμερινά λάστιχα, άλλαξα μπαταρία και τοποθέτησα ακόμη και τον κοτσαδόρο. Αν το ξέχασες, πούλησα το δικό μου Lada για να πληρώσω την πρώτη δόση!
Δεν είπα τίποτα.
Δεν το είχα ξεχάσει.
Το είχε πουλήσει μία εβδομάδα μετά τον γάμο μας και από τότε χρησιμοποιούσε το δικό μου αυτοκίνητο. Τότε εγώ η ίδια του είχα πει πως δεν υπήρχε λόγος να συντηρούμε δύο αυτοκίνητα, αφού ο φούρνος όπου εργαζόμουν βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το σπίτι μας.
Αργότερα του έδωσα τη Βάρια στην αγκαλιά.
Την κράτησε αδέξια. Ο αγκώνας του πεταγόταν προς τα έξω και στήριζε το κεφάλι της μικρής σαν να ήταν φτιαγμένο από γυαλί.
Η Βάρια κουνήθηκε και ο Κόστια χλόμιασε.
– Θα μου πέσει – ψιθύρισε. – Ούλια, εκεί στη λίμνη το σκεφτόμουν όλη την ώρα. Ότι θα γυρίσω σπίτι και θα είναι τόσο μικρούλα. Τι να την κάνω; Δεν ξέρω τίποτα! Φοβάμαι, καταλαβαίνεις;
Δεν με κοιτούσε. Κοιτούσε το ψυγείο, όπου εξακολουθούσε να κρέμεται η λίστα μου, χωρίς να έχει σημειωθεί ούτε ένα πράγμα.
Εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπα μπροστά μου τον άντρα που με είχε εγκαταλείψει στο μαιευτήριο.
Έβλεπα ένα τρομαγμένο, χαμένο αγόρι.
Πλησίασα και διόρθωσα τη θέση των χεριών του, ώστε να κρατάει την κόρη μας πιο άνετα.
Η συμφωνία μας κράτησε τρεις νύχτες.
Για τρεις συνεχόμενες νύχτες ο Κόστια σηκωνόταν με το ξυπνητήρι του κινητού του, περπατούσε στον διάδρομο κρατώντας το μπιμπερό και σιγοτραγουδούσε στη Βάρια ένα παλιό στρατιωτικό τραγούδι.
Την τέταρτη νύχτα μετακόμισε στον καναπέ της κουζίνας, έβαλε ωτοασπίδες και ανακοίνωσε ότι έπρεπε να οδηγήσει το πρωί.
Τελικά, έπλυνα εγώ το βρεφικό κάθισμα. Δύο φορές.
Μια μικροσκοπική φολίδα ψαριού είχε σφηνωθεί στη ραφή της αγκράφας. Αναγκάστηκα να την αφαιρέσω με μια οδοντογλυφίδα.
Την προηγούμενη Κυριακή είχα οδηγήσει εγώ, όταν επιστρέφαμε από το υπερμάρκετ. Ο Κόστια κρατούσε το ένα χέρι κοντά στο χειρόφρενο και γελούσε μαζί μου, επειδή σε κάθε φανάρι φρέναρα σαν να βρισκόμουν στην άκρη ενός γκρεμού.
Αλλά τουλάχιστον φτάσαμε στο σπίτι.
Ύστερα ήρθε η Τετάρτη, όταν η Βάρια έγινε τριών εβδομάδων και δύο ημερών.
Η πεθερά μου ήρθε για επίσκεψη. Έφερε ένα μπλε καρότσι από κάποιον ανιψιό της, με φθαρμένο σκίαστρο, καθώς και μια μερίδα πιροσκί με λάχανο.
Καθώς πίναμε τσάι, νανούριζε την εγγονή της στην αγκαλιά της και επαναλάμβανε ότι τα μάτια του παιδιού ήταν ολόιδια με του πατέρα του. Ύστερα ανακοίνωσε με απόλυτη φυσικότητα:
– Ο Κόστια θα πάει το Σάββατο στο τελευταίο ψάρεμα της σεζόν. Θα πάρουν μαζί και τη βάρκα. Τουλάχιστον θα χαλαρώσει λίγο, ο καημένος. Έχει αδυνατίσει εντελώς!
Άφησα το φλιτζάνι μου στο τραπέζι.
Το Σάββατο ήταν τα εξηκοστά δεύτερα γενέθλια της μητέρας μου.
Πριν γεννήσω, είχαμε συμφωνήσει ότι εκείνη την ημέρα θα πηγαίναμε τη Βάρια στο σπίτι της, ώστε να μπορέσει επιτέλους να γιορτάσει από κοντά τον ερχομό της εγγονής της.
– Νίνα Φιοντόροβνα, ο Κόστια υποσχέθηκε ότι δεν θα πάει για ψάρεμα για έναν μήνα.
Η πεθερά μου με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι γελοίο.
– Μα ο μήνας σχεδόν τελείωσε! Ούλια, μη δένεις τον άντρα σου πάνω σου! Εννέα μήνες ανεχόταν τις ιδιοτροπίες σου!
Εκείνο το βράδυ ρώτησα τον άντρα μου ευθέως, μόλις μπήκε στο σπίτι και πριν προλάβει να βγάλει τα παπούτσια του.
– Θέλεις να πας το Σάββατο;
– Ούλια, είναι το τελευταίο ψάρεμα της σεζόν – απάντησε χωρίς καν να δείξει αμηχανία. – Ο Σεργιόζα φεύγει την Τετάρτη για δουλειά, για έξι μήνες. Είναι ο αποχαιρετισμός του. Δεν μπορώ να λείψω.
– Το Σάββατο έχει γενέθλια η μητέρα μου. Μου υποσχέθηκες ότι δεν θα πήγαινες πουθενά μέχρι να γίνει η Βάρια ενός μηνός. Το Σάββατο θα είναι είκοσι έξι ημερών.
– Έλα τώρα, σχεδόν ένας μήνας είναι! Τι μετράς, σαν να ζυγίζεις τα υλικά για τα γλυκά σου; Θα πάμε να δούμε τη μητέρα σου την Κυριακή.
– Και το αυτοκίνητο;
– Θα πάρω το αυτοκίνητο – είπε, βγάζοντας επιτέλους το παπούτσι του. – Ο Ντίμα δεν έχει κοτσαδόρο και δεν μπορεί να ρυμουλκήσει τη βάρκα. Έχω ξοδέψει σαράντα χιλιάδες ρούβλια γι’ αυτό το αυτοκίνητο. Έχω δικαίωμα να το χρησιμοποιώ!
– Δεν συμφωνώ.
– Εγώ, πάλι, δεν σε ρώτησα.
Μπήκε για ντους.
Έμεινα όρθια στον διάδρομο, κοιτάζοντας τα κλειδιά του Hyundai. Από το μπρελόκ κρεμόταν ένα μικροσκοπικό τεχνητό δόλωμα.
Τότε δονήθηκε το τηλέφωνο στην τσέπη της ρόμπας μου.
Μου είχε γράψει ο Σεργιόζα.
«Ούλια, μπορώ να περάσω αύριο μέσα στη μέρα; Όσο ο Κόστια θα λείπει. Πρέπει να σου πω κάτι».
Ο Σεργιόζα ήρθε την Πέμπτη, την ώρα του μεσημεριανού διαλείμματος.
Ήταν ένας μεγαλόσωμος, κάπως αδέξιος άντρας, που μόλις και μετά βίας χωρούσε στον στενό διάδρομό μας. Σκούπισε για πολλή ώρα τα παπούτσια του στο χαλάκι και μετά μου έτεινε μια σακούλα με τα δύο του χέρια, σαν να στεκόταν μπροστά μου σε σχολική γιορτή.
– Τη στέλνει η Όλια. Την έπλεξε μόνη της.
Μέσα στη σακούλα υπήρχε μια απαλή κουβερτούλα σε χρώμα μέντας, με ένα μικρό πλεκτό σχέδιο γύρω γύρω.
Την ξεδίπλωσα και για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να μιλήσω.
– Θέλεις τσάι;
– Όχι, πέρασα μόνο για ένα λεπτό – είπε.
Κάθισε στην καρέκλα δίπλα στην πόρτα, χωρίς καν να ξεκουμπώσει το παλτό του, και κάρφωσε το βλέμμα στα παπούτσια του.
– Ούλια, την Τετάρτη φεύγω. Θα λείψω έξι μήνες. Δεν θέλω να φύγω κρατώντας αυτό μέσα μου.
Περίμενα.
Από το διπλανό διαμέρισμα ακουγόταν το βουητό ενός πλυντηρίου.
– Εκείνο το βράδυ της Τετάρτης καθόμασταν γύρω από τη φωτιά – άρχισε. – Ο Κόστια διάβασε δυνατά το μήνυμα από το κινητό σου. Εκείνο που του έγραφες πότε θα έπαιρνες εξιτήριο από το μαιευτήριο. Του είπα να ξεκινήσουμε στις έξι το πρωί, να σε πάμε και μέχρι το μεσημέρι θα ήσουν στο μαιευτήριο. Ξέρει ότι εγώ δεν πίνω.
Ο Σεργιόζα έτριψε τον αυχένα του.
– Κι εκείνος είπε μόνο: «Έλα τώρα, θα πάει να την πάρει η πεθερά του. Αυτή την εποχή πιάνει περισσότερο το ψάρι, Σεργιόζα! Πότε θα έχουμε ξανά τέτοια ευκαιρία;»
Σταμάτησε για μια στιγμή.
– Και την Πέμπτη, αφού του τηλεφώνησες, έκλεισε το τηλέφωνο, άνοιξε μια μπίρα και είπε: «Λοιπόν, παιδιά, τώρα ήπια. Το θέμα έκλεισε».
Άφησα την κουβερτούλα στην αγκαλιά μου και άρχισα να χαϊδεύω το ύφασμά της.
Μία φορά.
Δύο φορές.
Τρεις φορές.
Παρόλο που είχε γίνει εντελώς λείο ήδη από το πρώτο πέρασμα.
– Γιατί μου το λες αυτό; – ρώτησα.
– Επειδή είναι φίλος μου εδώ και είκοσι χρόνια – απάντησε χαμηλόφωνα. – Ο Κόστια δεν είναι κακός άνθρωπος, Ούλια. Απλώς σε όλη του τη ζωή πίστευε ότι τα προβλήματα θα λύνονταν από μόνα τους. Αλλά αυτή τη φορά δεν πρόκειται να λυθεί έτσι.
Σηκώθηκε.
– Αν θέλεις, πες του ότι εγώ σου τα είπα. Δεν πρόκειται να κρυφτώ από εκείνον.
Ύστερα έφυγε.
Δεν είχε καν ξεκουμπώσει το παλτό του.
Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι.
Ο Κόστια ροχάλιζε στον καναπέ της κουζίνας, με τις ωτοασπίδες να προεξέχουν από τα αυτιά του σαν δύο κίτρινα καρφιά.
Κάθισα απέναντί του στο τραπέζι και τον κοίταζα για πολλή ώρα.
Θυμήθηκα το πρώτο μας ραντεβού, όταν με είχε πάρει αγκαλιά για να με περάσει πάνω από μια λακκούβα, αλλά παραλίγο να πέσει ο ίδιος μέσα στο νερό.
Θυμήθηκα και τον πρώτο υπέρηχο. Όταν είδε την κόρη μας στην οθόνη, γύρισε προς τον τοίχο για να μην τον δει ο γιατρός να κλαίει.
Ίσως πράγματι να κάνω υπερβολικά μεγάλο θέμα ένα ψάρεμα.
Και άλλοι σύζυγοι εξαφανίζονται πού και πού με τους φίλους τους. Οι γυναίκες τους εκνευρίζονται λίγο και ύστερα όλα συνεχίζονται κανονικά.
Η μητέρα μου θα μου έλεγε να μη διαλύσω την οικογένειά μου.
Η πεθερά μου θεωρούσε ότι έφταιγα εγώ.
Πήρα το τηλέφωνό μου και πληκτρολόγησα:
«Ας το συζητήσουμε το Σάββατο, χωρίς καβγά».
Κοίταζα το μήνυμα για πέντε λεπτά.
Ύστερα το διέγραψα.
Λίγο αργότερα ξύπνησε η Βάρια.
Περπατούσα πάνω κάτω στον διάδρομο κρατώντας την, ενώ ο άντρας μου δεν γύρισε ούτε πλευρό πίσω από τον τοίχο.
Καλές οι ωτοασπίδες.
Τις είχε διαλέξει ο ίδιος.
Το πρωί της Παρασκευής τηλεφώνησα στη μητέρα μου.
– Κοριτσάκι μου, μην παίρνεις βιαστικές αποφάσεις – είπε. – Και ο πατέρας σου ψάρευε όλη του τη ζωή. Πόσες φορές ήθελα να σπάσω τα καλάμια του!
– Μαμά, σε άφησε ποτέ ο μπαμπάς στο μαιευτήριο, όταν σε άφηναν να γυρίσεις σπίτι;
Η μητέρα μου έμεινε σιωπηλή για πολλή ώρα.
Τελικά μίλησε:
– Το γκαράζ είναι άδειο. Ξέρεις πού θα βρεις το κλειδί, κάτω από το τούβλο. Πήγαινε εκεί το αυτοκίνητο.
Σταμάτησε για μια στιγμή.
– Αλλά σκέψου το άλλη μία φορά, Ούλια. Είναι οικογένεια, στο κάτω κάτω.
Έβγαλα από τη ντουλάπα τον μπλε φάκελο με τα έγγραφα.
Μέσα βρισκόταν το συμβόλαιο αγοράς του αυτοκινήτου, που είχα υπογράψει τρία χρόνια πριν από τον γάμο μας. Η άδεια κυκλοφορίας ήταν στο όνομά μου. Υπήρχε επίσης η βεβαίωση της τράπεζας ότι είχα εξοφλήσει το δάνειο του αυτοκινήτου έναν ολόκληρο χρόνο πριν παντρευτούμε.
Θυμόμουν κάθε λεπτομέρεια.
Για δύο χρόνια δούλευα νυχτερινές βάρδιες στον φούρνο. Στις τέσσερις το πρωί ήδη έψηνα κρουασάν και τα σημάδια από τα εγκαύματα που μου είχαν προκαλέσει τα καυτά ταψιά παρέμεναν για καιρό στους καρπούς μου.
Δούλευα για να αποκτήσω κάποτε το δικό μου αυτοκίνητο.
Η Κριστίνα μού έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου μιας δικηγόρου που ήταν τακτική πελάτισσά της.
Η Ελβίρα Ρασίντοβνα με άκουσε για μόλις πέντε λεπτά.
– Αν αγοράσατε το αυτοκίνητο πριν από τον γάμο και εξοφλήσατε το δάνειο επίσης πριν από τον γάμο, τότε αποτελεί προσωπική σας περιουσία. Τα λάστιχα, η μπαταρία και ο κοτσαδόρος δεν το μετατρέπουν σε κοινή ιδιοκτησία. Δεν πρόκειται για επενδύσεις που αλλάζουν αυτομάτως το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αυτοκινήτου. Έχετε κάθε δικαίωμα να πάτε το δικό σας αυτοκίνητο όπου θέλετε.
Ύστερα πρόσθεσε:
– Απλώς μην προκαλέσετε ζημιές και αποφύγετε τις περιττές εντάσεις.
Στις επτά το βράδυ ο Κόστια επέστρεψε στο σπίτι με μια σακούλα δολώματα και ένα καινούργιο τεχνητό δόλωμα.
Έφαγε γρήγορα, έβγαλε στον διάδρομο τη θήκη με τα καλάμια του ψαρέματος, το ψυγειάκι και το κουτί με τον εξοπλισμό και έβαλε το ξυπνητήρι του για τις τρεις και σαράντα πέντε τα ξημερώματα.
Στις εννιά είχε ήδη ξαπλώσει.
– Μην κλειδώσεις την πόρτα με την αλυσίδα! – φώναξε από την κουζίνα. – Θα φύγω αθόρυβα.
– Εντάξει – απάντησα.
Και πράγματι, δεν ασφάλισα την αλυσίδα.
Στις δέκα και μισή ήρθε η Κριστίνα, φορώντας αθλητικό παντελόνι και φούτερ.
Η Βάρια μόλις είχε χορτάσει και κοιμόταν.
Πήρα τα κλειδιά από την κρεμάστρα, βρήκα και το εφεδρικό κλειδί στο συρτάρι της συρταριέρας και έκλεισα αθόρυβα την πόρτα πίσω μου.
Η αυλή ήταν σκοτεινή και υγρή.
Το Hyundai βρισκόταν κάτω από τον φανοστάτη του δρόμου. Στο πίσω τζάμι υπήρχε ακόμη το αυτοκόλλητο «Παιδί στο αυτοκίνητο», που είχα αγοράσει ήδη από τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης μου.
Κάθισα στη θέση του οδηγού, ρύθμισα το κάθισμα στα μέτρα μου και έμεινα απλώς ακίνητη στο σκοτάδι για μισό λεπτό.
Ύστερα γύρισα το κλειδί στη μίζα.
Έφτασα στο σπίτι της μητέρας μου, στην άλλη πλευρά του ποταμού, μέσα σε είκοσι λεπτά.
Με περίμενε ήδη στο γκαράζ, φορώντας ένα παλτό πάνω από το νυχτικό της και φωτίζοντας με έναν φακό.
Έβαλα το αυτοκίνητο μέσα, κατέβηκα και κοίταξα το άδειο ροζ βρεφικό κάθισμα στο πίσω κάθισμα.
Ύστερα έκλεισα τη γκαραζόπορτα.
– Θα έρθετε αύριο; – με ρώτησε η μητέρα μου.
– Θα έρθουμε. Και οι δύο.
Γύρισα σπίτι ένα τέταρτο πριν από τα μεσάνυχτα.
Η Κριστίνα είχε ήδη φύγει.
Ο Κόστια κοιμόταν.
Έβαλα τα δύο σετ κλειδιών στην τσέπη της ρόμπας μου, ξάπλωσα πάνω από την κουβέρτα και περίμενα να χτυπήσει το ξυπνητήρι του.
Ακριβώς στις τρεις και σαράντα πέντε ακούστηκε ο ήχος του τηλεφώνου του.
Τον άκουσα να ψάχνεται στον διάδρομο, να κουδουνίζει το κουτί με τον εξοπλισμό του ψαρέματος και να προσπαθεί να γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.
Σηκώθηκα, άναψα το φως στην κουζίνα και έβαλα νερό να βράσει για τσάι.
Επτά λεπτά αργότερα, η εξώπορτα άνοιξε με τόση δύναμη που χτύπησε στον τοίχο.
– Ούλια! – φώναξε ο Κόστια. – Μας έκλεψαν το αυτοκίνητο! Πάρε την αστυνομία! Το τηλέφωνό μου κοντεύει να μείνει από μπαταρία!
Στην κρεβατοκάμαρα η Βάρια άρχισε να κλαίει.
– Δεν το έκλεψαν – είπα. – Βρίσκεται στο γκαράζ της μητέρας μου.
Ο άντρας μου πάγωσε στη μέση του διαδρόμου.
Η θήκη με τα καλάμια γλίστρησε από τον ώμο του και έπεσε στο πάτωμα με έναν υπόκωφο ήχο.
– Τι πράγμα;
– Το πήγα εκεί χθες το βράδυ. Θα μείνει εκεί όσο η Βάρια το χρειάζεται.
Το τηλέφωνο του Κόστια χτύπησε.
Το απέρριψε.
Ύστερα χτύπησε ξανά.
Το απέρριψε πάλι.

– Καταλαβαίνεις τι έκανες;! – Η φωνή του δεν υψώθηκε σε κραυγή, αλλά μετατράπηκε σε έναν βραχνό, βαθύ ψίθυρο. – Ο Ντίμα με περιμένει κάτω! Η βάρκα είναι στο γκαράζ του και δεν υπάρχει τίποτα για να την τραβήξουμε! Τη Δευτέρα πώς θα πάω στη δουλειά; Η αποθήκη βρίσκεται στη βιομηχανική περιοχή της πόλης! Δύο λεωφορεία, μιάμιση ώρα για να φτάσω, μόνο προς τη μία κατεύθυνση!
– Κι εγώ πώς θα γύριζα από το μαιευτήριο την Πέμπτη; – ρώτησα. – Με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά, χωρίς βρεφικό κάθισμα και χωρίς αυτοκίνητο;
– Πούλησα το Lada μου για να πληρώσω την πρώτη δόση αυτού του διαμερίσματος! Ξόδεψα σαράντα χιλιάδες ρούβλια για το αυτοκίνητό σου! Χειμερινά λάστιχα, μπαταρία, κοτσαδόρος! Εγώ τα έκανα όλα!
– Τα χειμερινά λάστιχα είναι στο μπαλκόνι. Αυτά είναι δικά σου. Μπορείς να αφαιρέσεις τον κοτσαδόρο, το κατσαβίδι βρίσκεται στο συρτάρι. Θα σου μεταφέρω σήμερα τα χρήματα για την μπαταρία.
Με κοίταξε σαν να με έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του.
– Και κάτι ακόμη, Κόστια. Ο Σεργιόζα προσφέρθηκε να με πάει στο μαιευτήριο. Στις έξι το πρωί. Νηφάλιος. Κι εσύ άνοιξες την πρώτη μπίρα αφού σου τηλεφώνησα.
Δεν απάντησε.
Κοίταξε τη θήκη με τα καλάμια που βρισκόταν στο πάτωμα, ύστερα τις παντόφλες μου και τέλος την άδεια κρεμάστρα, όπου το προηγούμενο βράδυ κρέμονταν τα κλειδιά του αυτοκινήτου με το μικρό τεχνητό δόλωμα.
Η Βάρια έκλαιγε όλο και πιο δυνατά.
Ο Κόστια πέρασε δίπλα μου και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Πήρε την κόρη μας και την κράτησε στην αγκαλιά του.
Εξακολουθούσε να την κρατά αδέξια, αλλά τώρα ήταν πολύ πιο σίγουρος απ’ ό,τι τρεις εβδομάδες νωρίτερα.
Πηγαινοερχόταν μαζί της ανάμεσα στο παράθυρο και την πόρτα, μέχρι που η Βάρια ηρέμησε σιγά σιγά.
– Δηλαδή, ο Σεργιόζα σου τα είπε όλα – είπε χωρίς να με κοιτάξει.
Το τηλέφωνό του χτύπησε για τρίτη φορά.
Το σήκωσε με το ένα χέρι.
– Ντίμα, τελείωσε, ακυρώθηκε. Δεν υπάρχει αυτοκίνητο. Γιατί; Δεν ξέρω, γαμώτο! Πάρε τον Σεργιόζα!
Έκλεισε το τηλέφωνο.
Περίμενε μέχρι να καταφέρει να ξαναβάλει τη Βάρια στην κούνια και μόνο τότε γύρισε προς το μέρος μου.
– Κατέστρεψες και τον αποχαιρετισμό του Σεργιόζα – είπε χαμηλόφωνα. – Φεύγει για έξι μήνες. Αυτό ήταν το τελευταίο μας ψάρεμα μαζί. Το σκέφτηκες καθόλου αυτό;
– Όχι – απάντησα ειλικρινά.
Έγνεψε καταφατικά, σαν να περίμενε ακριβώς αυτή την απάντηση.
Μάζεψε τη θήκη με τα καλάμια, το ψυγειάκι και το κουτί με τον εξοπλισμό.
Φόρεσε το καπέλο του και έφυγε.
Από το παράθυρο της κουζίνας τον είδα να διασχίζει τη σκοτεινή αυλή με κατεύθυνση προς τη στάση του λεωφορείου.
Τα λεωφορεία δεν είχαν αρχίσει ακόμη να κυκλοφορούν.
Κάθισε στο βρεγμένο παγκάκι.
Έμεινε εκεί μέχρι να περάσει το πρώτο λεωφορείο, στις πέντε και μισή.
Ύστερα πήγε στο σπίτι της μητέρας του.
Γιορτάσαμε τα γενέθλια της μητέρας μου οι τρεις μας: εκείνη, η Βάρια κι εγώ.
Πήγαμε με ταξί.
Το βράδυ βγήκα με το Hyundai από το γκαράζ και πήγα την κόρη μου στο σπίτι, μέσα στο ροζ βρεφικό κάθισμα.
Η μητέρα μου δεν άφησε την εγγονή της από την αγκαλιά της όλο το βράδυ.
Όταν κάθισα πια στο αυτοκίνητο, ήρθε κοντά μου και με ρώτησε χαμηλόφωνα:
– Το αυτοκίνητό σου το έσωσες, κοριτσάκι μου. Τον άντρα σου, όμως;
Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Ο Κόστια επέστρεψε την Κυριακή το βράδυ.
Χωρίς να πει λέξη, ανέβασε τα καλάμια στο μπαλκόνι, δίπλα στα χειμερινά λάστιχα, τα οποία δεν έχει πάρει ακόμη από εκεί.
Το πρωί της Δευτέρας, στις έξι και δεκαπέντε, τον είδα από το παράθυρο να στέκεται στη στάση του λεωφορείου, με την πλάτη κυρτωμένη κάτω από την καταρρακτώδη βροχή και το σακίδιο κρεμασμένο στον ώμο του.
Από εδώ και πέρα φεύγει στις έξι το πρωί και επιστρέφει γύρω στις εννέα το βράδυ.
Τρώει το βραδινό του χωρίς να λέει λέξη.
Η πεθερά μου έγραψε ένα μακροσκελές μήνυμα στην οικογενειακή συνομιλία, σχετικά με τις γυναίκες που γονατίζουν τους άντρες τους, και μετά αποχώρησε από την ομάδα.
Ο Σεργιόζα έφυγε την Τετάρτη.
Μου έστειλε ένα μόνο μήνυμα από το τρένο:
«Μην ανησυχείς για μένα. Μέχρι να παγώσει η λίμνη, ο Κόστια θα βρει κάποιον άλλον να τον πηγαίνει».
Μέχρι σήμερα δεν ξέρω αν ήθελε να με παρηγορήσει ή να με προειδοποιήσει.
Τώρα, τη νύχτα, ο άντρας μου σηκώνεται μόνος του για τη Βάρια.
Δεν χρειάζεται ξυπνητήρι, ούτε φοράει ωτοασπίδες.
Τον ακούω να περπατά πάνω κάτω στον διάδρομο και να μουρμουρίζει κάτι στην κόρη μας.
Σε εμένα, όμως, μιλά πλέον μόνο για πάνες, βρεφική κρέμα και σαμπουάν.
Δεν με κοιτάζει στα μάτια.
Χθες, πριν φύγουμε για τον παιδίατρο, έβγαλα το εσωτερικό μαξιλαράκι από το βρεφικό κάθισμα.
Από κάτω βρήκα την τελευταία φολίδα ψαριού.
Ήταν μικρή, στεγνή και διάφανη, σαν κομμένο νυχάκι μωρού.
Την ακούμπησα στην παλάμη μου, την κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα και μετά την πέταξα στη σακούλα των σκουπιδιών.
Και από τότε η ίδια ερώτηση γυρίζει ξανά και ξανά στο μυαλό μου.
Πείτε μου ειλικρινά: εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;
Θα παίρνατε κρυφά το αυτοκίνητο μέσα στη νύχτα, γνωρίζοντας ότι έτσι δεν θα χαλούσατε μόνο το ψάρεμα του άντρα σας, αλλά και τον τελευταίο κοινό αποχαιρετισμό του Σεργιόζα, του μοναδικού ανθρώπου που ήταν πρόθυμος να σας πει την αλήθεια;
Ή θα επιτρέπατε στον άντρα σας να πάει άλλη μία φορά για ψάρεμα και θα περιμένατε να επιστρέψει, ώστε να συζητήσετε τότε όσα συνέβησαν;
Πιστεύετε ότι μια μητέρα ξεπέρασε τα όρια όταν προσπάθησε να προστατεύσει το παιδί της ή μήπως αυτή ήταν ακριβώς η στιγμή που έπρεπε επιτέλους να βάλει όρια;







