Το κουτί που περιείχε το ρολόι βρισκόταν ακόμη στο πάτωμα, όταν ο αδελφός του Πάβελ Αντρέγιεβιτς μίλησε ξαφνικά:
– Πάσα, περίμενε… δηλαδή η Οξάνα τελικά δεν σου υποσχέθηκε το αυτοκίνητο;
Μετά από αυτή την ερώτηση, η Οξάνα κατάλαβε επιτέλους γιατί όλοι την κοιτούσαν τόσο παράξενα όλο το βράδυ.
Ο πατέρας της καθόταν απέναντί της με σφιγμένα χείλη.
Η μητέρα της διόρθωνε νευρικά τις χαρτοπετσέτες δίπλα στα πιάτα, ενώ η θεία Νίνα, που μόλις πέντε λεπτά νωρίτερα ευχόταν δυνατά στον εορτάζοντα, τώρα δεν έλεγε ούτε λέξη.
Η Οξάνα έσκυψε, σήκωσε το διακοσμητικό κουτί και το έβαλε δίπλα στην τσάντα της.
– Όχι – είπε ήρεμα. – Ποτέ δεν του υποσχέθηκα το αυτοκίνητο.
Εκείνη τη στιγμή έγινε ξεκάθαρο σε όλους ότι ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς είχε φανταστεί ένα εντελώς διαφορετικό δώρο για τα γενέθλιά του.
Και το χειρότερο ήταν πως εδώ και τρία χρόνια ολόκληρη η οικογένεια συμπεριφερόταν σαν αυτό να ήταν απολύτως φυσιολογικό.
Η Οξάνα ήταν τριάντα εννέα ετών.
Οκτώ χρόνια νωρίτερα είχε ιδρύσει μια μικρή εταιρεία που προμήθευε καταστήματα και αρτοποιεία με υλικά συσκευασίας.
Τα πρώτα χρόνια παραλάμβανε η ίδια τα εμπορεύματα, τα βράδια τακτοποιούσε τα τιμολόγια και τα Σαββατοκύριακα επισκεπτόταν αποθήκες.
Ο πατέρας της τότε πραγματικά τη βοηθούσε πολύ.
Γνώριζε μερικούς καλούς επαγγελματίες, είχε πάει αρκετές φορές με το παλιό του αυτοκίνητο να παραλάβει εμπορεύματα και μία φορά είχε δανείσει στην κόρη του ακόμη και εκατόν είκοσι χιλιάδες ρούβλια, όταν δεν της έφταναν τα χρήματα για το ενοίκιο του νέου χώρου.
Η Οξάνα του επέστρεψε όλα τα χρήματα μέσα σε έναν χρόνο.
Όμως δεν ξέχασε ποτέ τη βοήθειά του.
Αργότερα του πρότεινε να εργαστεί στην εταιρεία ως υπεύθυνος προμηθειών.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς ήταν τότε εξήντα ενός ετών, δεν είχε καμία διάθεση να κάθεται στο σπίτι και, επιπλέον, ήξερε να διαπραγματεύεται εξαιρετικά με τους προμηθευτές.
Όταν η εταιρεία αγόρασε ένα μεταχειρισμένο βαν για τις επαγγελματικές μετακινήσεις, το αυτοκίνητο το χρησιμοποιούσε συχνότερα ο πατέρας της.
Όμως το αυτοκίνητο παρέμενε ιδιοκτησία της εταιρείας.
Κανείς δεν του είχε υποσχεθεί ποτέ ότι κάποια μέρα θα γινόταν δικό του.
Απλώς έτσι είχαν εξελιχθεί τα πράγματα: αν το πρωί έπρεπε να πάει κάπου για δουλειά, συχνά το έπαιρνε το βράδυ στο σπίτι.
Σιγά σιγά όμως κάτι άλλαξε.
Στα μάτια του Πάβελ Αντρέγιεβιτς το υπηρεσιακό αυτοκίνητο είχε σχεδόν γίνει δικό του.
Τα Σαββατοκύριακα με αυτό πήγαινε τη μητέρα του στην αγορά.
Το καλοκαίρι με αυτό πήγαινε στο εξοχικό.
Για τη βενζίνη των προσωπικών του διαδρομών πλήρωνε ο ίδιος, τα πρόστιμα επίσης τα πλήρωνε μόνος του και η Οξάνα για πολύ καιρό δεν έλεγε τίποτα.
Πίστευε ότι ήταν μια μικρή χειρονομία προς τον πατέρα της για όσα είχε κάνει για εκείνη χρόνια νωρίτερα.
Άλλωστε, τα Σαββατοκύριακα το αυτοκίνητο συνήθως έμενε αχρησιμοποίητο στις εγκαταστάσεις της εταιρείας.
Και για τη μητέρα της ήταν πράγματι πιο βολικό να μετακινείται έτσι.
Ώσπου, σε ένα κυριακάτικο οικογενειακό γεύμα, ακούστηκε για πρώτη φορά η φράση που αργότερα θα άλλαζε τα πάντα.
– Αύριο θα πάω το δικό μου στο συνεργείο – παρατήρησε ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς.
Η Οξάνα χαμογέλασε.
– Το υπηρεσιακό αυτοκίνητο;
– Ποια είναι η διαφορά; Εδώ και τρία χρόνια εγώ το οδηγώ.
– Υπάρχει διαφορά. Είναι ιδιοκτησία της εταιρείας.
Ο πατέρας της κούνησε το χέρι του αδιάφορα.
– Πάλι κάνεις το οικογενειακό τραπέζι γραφείο.
Η μητέρα της στο μεταξύ έφερε το τσάι.
Η συζήτηση άλλαξε θέμα και η Οξάνα δεν ήθελε να δημιουργήσει καβγά για μία μόνο φράση.
Τότε ακόμη δεν είχε καταλάβει ότι ο πατέρας της είχε αρχίσει να βλέπει τα πράγματα εντελώς διαφορετικά.
Μερικούς μήνες αργότερα προσλήφθηκε ένας νέος υπάλληλος στην εταιρεία.
Ο Μαξίμ έπρεπε αρκετές φορές την εβδομάδα να ταξιδεύει σε πελάτες εκτός πόλης.
Η Οξάνα προειδοποίησε από πριν τον πατέρα της:
– Την Πέμπτη και την Παρασκευή, σε παρακαλώ, άφησε το αυτοκίνητο στο γραφείο. Ο Μαξίμ θα το χρειαστεί.
– Εντάξει – είπε ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς.
Το πρωί της Πέμπτης όμως το αυτοκίνητο δεν βρισκόταν στο πάρκινγκ.
Η Οξάνα τηλεφώνησε στον πατέρα της.
Στο βάθος ακουγόταν ο θόρυβος του δρόμου.
– Πού είσαι;
– Πηγαίνουμε στη Λίντα. Της υποσχέθηκα ότι θα τη βοηθήσω στο σπίτι.
– Μπαμπά, ο Μαξίμ χρειάζεται σήμερα το αυτοκίνητο. Το είχαμε συμφωνήσει.
– Το ξέρω. Αλλά έχουμε ήδη φύγει.
– Γιατί δεν μου το είπες χθες;
– Είναι μόνο για μία μέρα. Ας πάει με το δικό του.
Η Οξάνα έκλεισε τα μάτια.
– Δεν έχει δικό του αυτοκίνητο.
– Τότε ας πάρει ταξί. Εσύ είσαι η διευθύντρια, θα το λύσεις.
Το έλυσε.
Μόνο που χρειάστηκε να μεταφέρει ένα ραντεβού σε άλλη ώρα, σε ένα άλλο ο Μαξίμ πήγε με λεωφορείο και τα επείγοντα δείγματα στάλθηκαν με courier.
Δεν συνέβη κάποια καταστροφή.
Απλώς χρειάστηκε να αναδιοργανωθεί ολόκληρη η εργάσιμη ημέρα αρκετών ανθρώπων εξαιτίας του προσωπικού προγράμματος του πατέρα της.
Την επόμενη μέρα ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς άφησε τα κλειδιά στην άκρη του γραφείου της Οξάνας.
– Λοιπόν; Τα καταφέρατε;
– Ναι.
– Τότε δεν υπάρχει πρόβλημα.
– Υπάρχει. Αυτό δεν θα ξανασυμβεί. Αν το αυτοκίνητο χρειάζεται για δουλειά, θα το αφήνεις εδώ.
Ο πατέρας της κάθισε απέναντί της.
– Τώρα πια είμαι ξένος στην εταιρεία της ίδιας μου της κόρης;
– Αυτό δεν έχει καμία σχέση.
– Εδώ και τρία χρόνια το χρησιμοποιώ. Το προσέχω, το πηγαίνω για σέρβις. Και τώρα εμφανίζεται αυτός ο Μαξίμ και ξαφνικά πρέπει να του το δώσω;
– Επειδή το χρειάζεται για τη δουλειά.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς χαμογέλασε.
– Τότε αγόρασε άλλο ένα.
– Δεν πρόκειται.
Ο πατέρας της σηκώθηκε.
– Θα δούμε.
Η Οξάνα τότε πίστεψε πως η συζήτηση είχε τελειώσει εκεί.
Δεν ήταν έτσι.
Περίπου δύο εβδομάδες πριν από τα γενέθλια του πατέρα της, την πήρε τηλέφωνο η ξαδέλφη της, η Σβετλάνα.
– Οξάνα, αλήθεια θα δώσεις αυτοκίνητο στον πατέρα σου;
– Ποιο αυτοκίνητο;
– Το υπηρεσιακό. Ο Πάσα είπε ότι θα αγοράσετε άλλο και το υπάρχον θα το μεταβιβάσετε στο όνομά του.
Η Οξάνα έκλεισε αργά το λάπτοπ της.
– Σβετλάνα, δεν του υποσχέθηκα τίποτα τέτοιο.
Στην άλλη άκρη της γραμμής επικράτησε σιωπή.
– Τότε αυτό είναι περίεργο. Το ίδιο είπε και στη Νίνα.
Εκείνο το βράδυ η Οξάνα πήγε στους γονείς της.
Η μητέρα της στεκόταν στην κουζίνα.
Όταν η Οξάνα τη ρώτησε, δεν φάνηκε καν έκπληκτη.
– Του είπα να μην το λέει από πριν.
– Να μην λέει τι;
Η μητέρα της χαμήλωσε το βλέμμα.
– Ότι θα του αφήσεις το αυτοκίνητο.
– Μαμά, πότε αποφάσισα εγώ κάτι τέτοιο;
– Εκείνος πίστευε πως έτσι θα γίνει. Ο Μαξίμ χρειάζεται το αυτοκίνητο, οπότε η εταιρεία θα αγοράσει άλλο.
– Μα δεν θα αγοράσουμε άλλο.
– Το ξέρω.
– Τότε γιατί δεν μου το είπες;
– Πλησίαζαν τα γενέθλιά του. Δεν ήθελα καβγά.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα της εισόδου.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς μπήκε κρατώντας μια σακούλα με ψώνια και κατάλαβε αμέσως για τι μιλούσαν.
– Η Σβέτκα με κάρφωσε;
– Μπαμπά, γιατί λες σε όλους ότι θα σου δώσω το αυτοκίνητο;
Άφησε κάτω τη σακούλα.
– Γιατί ήρθε η ώρα να τακτοποιήσουμε επιτέλους σωστά αυτό το θέμα.
[image](http://asik.su/wp-content/uploads/2026/10/Screenshot-2026-10-03-205215.jpg)
– Δεν σου υποσχέθηκα το αυτοκίνητο.
– Πρέπει να ζητάω τα πάντα; Εγώ σου έδωσα τότε χρήματα. Σε βοήθησα να ξεκινήσεις την εταιρεία. Δουλεύω για σένα εδώ και τέσσερα χρόνια. Εδώ και τρία χρόνια χρησιμοποιώ αυτό το αυτοκίνητο και το προσέχω σαν να ήταν δικό μου. Νομίζω ότι το έχω κερδίσει.
Η Οξάνα άκουσε για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα τον υπολογισμό του πατέρα της.
Το παλιό δάνειο.
Η βοήθεια.
Τα χρόνια δουλειάς.
Το αυτοκίνητο.
Όλα μπήκαν στην ίδια ζυγαριά.
Μόνο που μέχρι τότε κανείς δεν της είχε μιλήσει για αυτή τη ζυγαριά.
– Σου επέστρεψα τα χρήματα.
– Δεν μιλάω για τα χρήματα.
– Τότε για τι μιλάς;
– Για τη στάση σου.
Η Οξάνα πήρε βαθιά ανάσα.
– Στα γενέθλιά σου δεν θα τσακωθούμε γι’ αυτό. Και το αυτοκίνητο δεν θα σου το δώσω.
Ο πατέρας της έβγαλε το μπουφάν του.
– Θα δούμε.
Η Οξάνα δεν γνώριζε ότι μέχρι τα γενέθλιά του ο πατέρας της θα είχε πείσει σχεδόν όλη την οικογένεια πως το αυτοκίνητο ουσιαστικά ήταν ήδη δικό του.
Ωστόσο, δεν άλλαξε το δώρο.
Την άνοιξη ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς είχε δει σε ένα κατάστημα ένα όμορφο ρολόι, το δοκίμασε και σχολίασε:
– Ωραίο. Απλώς θα λυπόμουν να δώσω τριάντα χιλιάδες για ένα ρολόι για τον εαυτό μου.
Η Οξάνα θυμήθηκε το μοντέλο.
Την ημέρα των γενεθλίων του έφτασε στην καφετέρια στις έξι το απόγευμα.
Οι συγγενείς είχαν ήδη καθίσει.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς είχε πολύ καλή διάθεση.
Ο θείος Μπόρις έδωσε το χέρι στην Οξάνα.
– Λοιπόν, σήμερα ο πατέρας σου θα γυρίσει σπίτι με τα πόδια;
– Γιατί;
Ο άντρας γέλασε.
– Τίποτα. Αφού είναι μυστικό, ας μείνει μυστικό.
Αργότερα η θεία Νίνα έσκυψε προς το μέρος της.
– Μόνο μην του δώσεις αμέσως τα κλειδιά. Πρώτα θα βγάλουμε μια φωτογραφία τον θείο με το δώρο.
Η Οξάνα πλέον καταλάβαινε ακριβώς.
Ο πατέρας της δεν ήλπιζε απλώς.
Είχε διηγηθεί σε όλους μια έτοιμη ιστορία.
Σε αυτή την ιστορία, η κόρη του είχε ήδη αποφασίσει να του χαρίσει το εταιρικό αυτοκίνητο.
Η Οξάνα πλησίασε τη μητέρα της.
– Μίλησε και για τα κλειδιά;
Η μητέρα της έγνεψε αμήχανα.
– Νόμιζα ότι μετά τη συζήτησή σας θα είχε σταματήσει.
– Δεν σταμάτησε.
– Μόνο σήμερα μην τσακωθείτε, σε παρακαλώ.
Η Οξάνα κοίταξε τον πατέρα της.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς παρατήρησε το βλέμμα της, αλλά συνέχισε ήρεμα τη συζήτηση με τον αδελφό του.
Η Οξάνα δεν είπε τίποτα.
Ύστερα ήρθε η ώρα των δώρων.
Πρώτα του έδωσαν ένα σετ εργαλείων.
Ο αδελφός της και η γυναίκα του τού έδωσαν μια δωροκάρτα για κατάστημα ηλεκτρονικών.
Τελευταία ήταν η Οξάνα.
– Χρόνια πολλά, μπαμπά.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς άνοιξε το κουτί.
Όταν είδε το ρολόι, για μια στιγμή το πρόσωπό του φωτίστηκε πραγματικά.
Ύστερα σήκωσε το βλέμμα.
– Και τα χαρτιά;
Η Οξάνα τον κοίταξε απορημένη.
– Ποια χαρτιά;
– Του αυτοκινήτου.
– Δεν υπάρχουν.
Το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το τραπέζι.
– Σου είπα ότι δεν θα σου δώσω το αυτοκίνητο.
Η θεία Νίνα χλώμιασε.
– Μα… ο Πάσα είπε ότι η Οξάνα του το είχε υποσχεθεί.
– Δεν υποσχέθηκα τίποτα – είπε η Οξάνα.
Τότε ο θείος Μπόρις γύρισε προς τον εορτάζοντα.
– Πάσα, δηλαδή πραγματικά δεν σου υποσχέθηκε το αυτοκίνητο;
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς έσφιξε τα χείλη του.
– Είπε ότι θα αγοράσουν άλλο.
– Δεν είπα κάτι τέτοιο.
– Τώρα πια δεν έχει σημασία – είπε αδιάφορα ο πατέρας της. – Ένας φυσιολογικός άνθρωπος ξέρει μόνος του τι πρέπει να προσφέρει στον πατέρα του για την επέτειό του.
– Ήθελες ρολόι.

– Ρολόι μπορώ να αγοράσω και μόνος μου.
– Τότε γιατί το δοκίμασες την άνοιξη;
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς έσπρωξε το πιάτο μακριά του.
– Τα καλύτερα χρόνια μου τα αφιέρωσα σε σένα κι εσύ τώρα κάθεσαι και υπολογίζεις ποιανού είναι το αυτοκίνητο.
– Το αυτοκίνητο ανήκει στην εταιρεία.
– Η εταιρεία είναι δική σου.
– Ναι. Αλλά το αυτοκίνητο αγοράστηκε για δουλειά.
– Το δίνεις σε έναν ξένο υπάλληλο.
– Δεν του το χαρίζω. Το χρησιμοποιεί για τη δουλειά του.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς τράβηξε το κουτί με το ρολόι προς το μέρος του.
– Τότε πάρ’ το πίσω.
– Αν δεν το θέλεις, δεν πειράζει.
– Δεν χρειάζομαι ελεημοσύνη.
Την επόμενη στιγμή άρπαξε το κουτί και το πέταξε πάνω από το τραπέζι.
Το κουτί χτύπησε στην άκρη ενός πιάτου και έπεσε δίπλα στην καρέκλα της Οξάνας.
Για μερικά δευτερόλεπτα επικράτησε απόλυτη σιωπή.
– Πάσα, γιατί έπρεπε να κάνεις κάτι τέτοιο; – είπε τελικά η Λιουντμίλα Σεργκέγιεβνα.
Η Οξάνα έσκυψε και σήκωσε το κουτί.
Η γωνία του είχε τσαλακωθεί, αλλά το ρολόι δεν είχε πάθει ζημιά.
Ο θείος Μπόρις είπε χαμηλόφωνα:
– Εσύ μας είπες ότι σου είχε υποσχεθεί το αυτοκίνητο.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς γύρισε θυμωμένος προς το μέρος του.
– Εσύ τι ανακατεύεσαι;
– Τίποτα. Απλώς δεν καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να μας μπλέξεις κι εμάς.
Η Οξάνα έβαλε ξανά το ρολόι στην τσάντα της.
Δεν έβγαλε κανέναν μεγάλο λόγο.
Δεν απαρίθμησε όλα όσα είχε κάνει ο πατέρας της για εκείνη.
Ούτε είπε πόσα είχε κάνει εκείνη για τον πατέρα της.
Απλώς αποχαιρέτησε τη μητέρα της και έφυγε για το σπίτι.
Το επόμενο πρωί, στις οκτώ και είκοσι, βρισκόταν ήδη στο γραφείο.
Ο Μαξίμ είχε εκείνη την ημέρα τρεις συναντήσεις εκτός πόλης.
– Το αυτοκίνητο είναι διαθέσιμο – του είπε η Οξάνα. – Θα πάμε να το πάρουμε μαζί.
Ο Μαξίμ δεν πήγε μαζί της για να είναι μάρτυρας.
Εκείνος έπρεπε να οδηγήσει.
Η Οξάνα ακολούθησε με το δικό της αυτοκίνητο.
Τηλεφώνησε στον πατέρα της.
– Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί. Σε παρακαλώ, βγάλε τα προσωπικά σου πράγματα από το πορτμπαγκάζ και το εσωτερικό του αυτοκινήτου.
– Τώρα πια παίρνεις εκδίκηση;
– Όχι. Απλώς ας τακτοποιήσουμε επιτέλους το θέμα που αφορά τη δουλειά.
– Αμέσως μετά τη χθεσινή βραδιά;
– Το αυτοκίνητο χρειαζόταν για τη δουλειά ήδη από την άνοιξη. Το ξέρεις κι εσύ.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς τους περίμενε μπροστά από το σπίτι.
Δίπλα στο αυτοκίνητο υπήρχε μια εργαλειοθήκη.
Δίπλα της μια αναδιπλούμενη ομπρέλα, μια κουβέρτα και δύο σακούλες για ψώνια.
Μόλις είδε τον Μαξίμ, χαμογέλασε ειρωνικά.
– Έφερες και μάρτυρα;
Ο Μαξίμ στάθηκε λίγο πιο μακριά.
– Ήρθα μόνο για το αυτοκίνητο, Πάβελ Αντρέγιεβιτς. Στις δέκα πρέπει να φύγω.
Ο πατέρας κοίταξε την κόρη του.
– Ήδη του δίνεις και τα κλειδιά;
– Για τη δουλειά, ναι.
– Κι εγώ;
– Αν το χρειάζεσαι κι εσύ για τη δουλειά, το δηλώνεις από πριν και το χρησιμοποιείς σύμφωνα με το πρόγραμμα.
– Τώρα κι εγώ είμαι απλώς ένας από τους υπόλοιπους;
Η Οξάνα δεν απάντησε.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς έβγαλε τα κλειδιά.
Για μερικά δευτερόλεπτα τα κράτησε στο χέρι του.
Ύστερα τα έδωσε στην κόρη του.
– Τα χαρτιά είναι μέσα στο αυτοκίνητο.
Ο Μαξίμ έλεγξε το πορτμπαγκάζ, κάθισε στη θέση του οδηγού και έβαλε μπροστά τη μηχανή.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς παρακολούθησε το αυτοκίνητο καθώς έβγαινε από την αυλή.
– Κράτησες το ρολόι; – ρώτησε.
– Ναι.
– Καλά έκανες.
Έτσι χωρίστηκαν.
Τις πρώτες μέρες ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς μιλούσε με την κόρη του μόνο για τη δουλειά.
Οι συγγενείς, στο μεταξύ, προσπαθούσαν μεταξύ τους να ξεκαθαρίσουν τι είχε συμβεί.
Η Σβετλάνα έγραψε στην Οξάνα:
«Πραγματικά πιστεύαμε ότι του το είχες υποσχεθεί. Το έλεγε με τόση σιγουριά.»
Η Οξάνα δεν άρχισε να δικαιολογεί τον πατέρα της.
Μια εβδομάδα αργότερα ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς έπρεπε να πάει σε έναν προμηθευτή.
Πλησίασε τη διοικητική υπάλληλο.
– Σβετλάνα, πού είναι το αυτοκίνητο;
– Ο Μαξίμ θα επιστρέψει γύρω στις δύο.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς ήταν έτοιμος να πει κάτι, αλλά σταμάτησε.
– Θα είναι ελεύθερο μετά τις δύο;
Η διοικητική υπάλληλος κοίταξε το πρόγραμμα.
– Από τις δυόμισι μέχρι τις τέσσερις, ναι.
– Τότε γράψε με στο πρόγραμμα.
Η Οξάνα τα άκουγε όλα από το γραφείο της.
Η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Ο πατέρας της το είδε κι εκείνος, αλλά δεν μπήκε μέσα.
Στις δυόμισι πήρε τα κλειδιά, τακτοποίησε την υπόθεσή του και επέστρεψε το αυτοκίνητο πριν από τις τέσσερις.
Καθώς έφευγε, στάθηκε για μια στιγμή στην πόρτα του γραφείου της Οξάνας.
– Αύριο δεν θα χρειαστώ το αυτοκίνητο.
Η Οξάνα σήκωσε το βλέμμα από την οθόνη.
– Εντάξει.
Ο πατέρας της έγνεψε και έφυγε.
Το επόμενο πρωί το υπηρεσιακό βαν βρισκόταν ξανά στο πάρκινγκ της εταιρείας.
Ο Μαξίμ ζήτησε τα κλειδιά από τη διοικητική υπάλληλο, κάθισε στη θέση του οδηγού και έφυγε για την επόμενη εργάσιμη ημέρα του.
Ο Πάβελ Αντρέγιεβιτς πέρασε αργότερα από το πάρκινγκ.
Κοίταξε το αυτοκίνητο.
Ύστερα συνέχισε τον δρόμο του.
Και για πρώτη φορά ύστερα από τρία χρόνια δεν ρώτησε πού βρισκόταν το «δικό του» αυτοκίνητο.







