Δίπλα στη ντουλαπιέρα των παπουτσιών στέκονταν τρεις τεράστιες τσάντες.
Από την πρώτη ξεπρόβαλλαν λαστιχένιες μπότες, στη δεύτερη υπήρχαν γάντια εργασίας, αντικουνουπικό, αντηλιακό και ένα ψάθινο καπέλο με φαρδύ γείσο.
Η τρίτη ήταν γεμάτη παλιά ρούχα: ξεχειλωμένα μπλουζάκια, φόρμες και εκείνη τη ζακέτα που η Μάγια ήθελε εδώ και χρόνια να πετάξει, αλλά ο άντρας της έλεγε πάντα:
– Θα χρειαστεί κάπου στο γκαράζ.
Φαινόταν πως στο μεταξύ η ζακέτα είχε πάρει προαγωγή.
Η Μάγια άφησε την τσάντα με τα ψώνια πάνω στη συρταριέρα και κοίταξε τον άντρα της.
– Ποιον εκκενώνουμε;
Ο Λεονίντ δεν χαμογέλασε καν.
Αντίθετα, έδειχνε εμφανώς ικανοποιημένος με τον εαυτό του.
– Σου έχω σχεδόν τα πάντα έτοιμα. Μπότες νούμερο τριάντα εννέα, ακριβώς στο μέγεθός σου. Τα γάντια τα πήρα επίτηδες μικρότερα, για να μη σε εμποδίζουν. Και το αντικουνουπικό είναι καλό, το χρησιμοποιεί και η μητέρα μου.
Η Μάγια κοίταξε τις μπότες.
– Πού τα έχεις ετοιμάσει όλα αυτά;
Ο Λεονίντ την κοίταξε σαν να ήταν αυτονόητη η απάντηση.
– Στο εξοχικό.
Η Μάγια κοίταξε ξανά τον άντρα της και μετά τις μπότες.
Ήταν τέλη Ιουνίου.
Η εγκυμοσύνη της φαινόταν πλέον ξεκάθαρα και βρισκόταν στον έβδομο μήνα.
Μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα είχαν συζητήσει ότι το Σάββατο θα πήγαιναν στη μητέρα του Λεονίντ, τη Γκαλίνα Πετρόβνα.
Θα έψηναν ψάρια, η Μάγια θα καθόταν στη βεράντα και ο Λεονίντ θα επισκεύαζε την πόρτα του θερμοκηπίου που είχε χαλαρώσει.
Κανείς όμως δεν είχε πει λέξη για το ότι η Μάγια θα μετακόμιζε εκεί μέχρι να γεννήσει και θα αναλάμβανε ολόκληρη τη βάρδια μιας μικρής αγροτικής επιχείρησης.
– Λεονίντ, μιλάς σοβαρά τώρα;
– Γιατί όχι; Εκεί θα είσαι καλύτερα. Καθαρός αέρας, ησυχία. Στην πόλη έτσι κι αλλιώς θα σκάσεις από τη ζέστη.
Στο μεταξύ άρχισε να βγάζει ένα ένα τα πράγματα από τις τσάντες.
– Λαστιχένιες μπότες. Γάντια. Το καπέλο η μητέρα μου ήθελε αρχικά να σου δώσει το δικό της, αλλά σκέφτηκα, γιατί να φοράς το παλιό της καπέλο; Σου αγόρασα καινούριο.
– Πόσο προνοητικός είσαι.
Η Μάγια έβγαλε τα σανδάλια της και μπήκε αργά στην κουζίνα.
Ο Λεονίντ την ακολούθησε.
Ήταν τριάντα τεσσάρων ετών και εργαζόταν ως μηχανικός σε μια εταιρεία που συντηρούσε εμπορικό εξοπλισμό.
Έφευγε από το σπίτι γύρω στις οκτώ το πρωί και επέστρεφε μετά τις επτά το βράδυ.
Η Μάγια ήταν τρία χρόνια μικρότερη.
Εργαζόταν ως λογίστρια σε μια μικρή εταιρεία και τα τελευταία δύο χρόνια δούλευε σχεδόν αποκλειστικά από το σπίτι.
Ακριβώς αυτό ήταν το πρόβλημα.
Ο Λεονίντ, για κάποιο λόγο, πίστευε ότι αν η γυναίκα του δεν διέσχιζε την πόλη κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά, τότε η εργάσιμη μέρα της πιθανότατα αποτελούνταν από ένα μεγάλο διάλειμμα ανάμεσα στο πρωινό και στην παρακολούθηση σειρών.
Κι όμως, το έβλεπε.
Η Μάγια άνοιγε το λάπτοπ της στις εννιά, το έκλεινε γύρω στις έξι και μερικές φορές απαντούσε ακόμα και το βράδυ στον προϊστάμενό της.
– Και από πού θα δουλεύω; – ρώτησε.
– Από το εξοχικό. Εκεί υπάρχει κανονικό ίντερνετ.
– Ωραία. Και τι τα χρειάζομαι τα γάντια εργασίας;
Ο Λεονίντ κατάλαβε επιτέλους ότι έφτασαν στο σημαντικότερο μέρος του σχεδίου.
– Μα τι θα κάνεις εκεί όλη μέρα;
Η Μάγια τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.
– Θα δουλεύω.
– Εννοώ, εκτός από τη δουλειά.
Ναι, τώρα η συζήτηση γινόταν πραγματικά ενδιαφέρουσα.
Το εξοχικό ανήκε στη Γκαλίνα Πετρόβνα σχεδόν είκοσι χρόνια.
Ένα μικρό σπίτι, μια σάουνα, ένα θερμοκήπιο και ένας λαχανόκηπος τόσο μεγάλος, λες και η οικογένεια σκόπευε να ταΐσει τουλάχιστον είκοσι ανθρώπους όλο τον χειμώνα.
Τρία είδη ντομάτας.
Τέσσερα είδη αγγουριών.
Πατάτες.
Κολοκυθάκια.
Καρότα.
Παντζάρια.
Κρεμμύδια.
Σκόρδα.
Μυρωδικά.
Φράουλες.
Και ένα ξεχωριστό παρτέρι με κολοκύθες, που κανείς δεν αγαπούσε ιδιαίτερα, αλλά η Γκαλίνα Πετρόβνα τις φύτευε κάθε χρόνο απλώς και μόνο επειδή υπήρχαν.
Κάθε ελεύθερο τετραγωνικό μέτρο στο εξοχικό κινδύνευε αμέσως να μετατραπεί σε παρτέρι.
Παλαιότερα τα έκανε όλα μόνη της.
Ο Λεονίντ πήγαινε τα Σαββατοκύριακα, έσκαβε, κουβαλούσε νερό, σήκωνε σακιά και επισκεύαζε ό,τι χρειαζόταν.
Την άνοιξη όμως άρχισε να πονάει η μέση της μητέρας του.
Ο γιατρός δεν βρήκε κάτι σοβαρό, αλλά της είπε κατηγορηματικά ότι ήταν καιρός να σταματήσει να παίζει τον ρόλο της αγρότισσας εδώ και είκοσι χρόνια.
Μετά από αυτό η Γκαλίνα Πετρόβνα είπε αρκετές φορές στον γιο της:
– Πρέπει να μικρύνω τον κήπο. Ή πρέπει να με βοηθήσετε, γιατί μόνη μου δεν μπορώ πια.
Ήταν ένα απολύτως λογικό αίτημα.
Ο Λεονίντ όμως άκουσε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Στη δική του μετάφραση, το μήνυμα έμοιαζε κάπως έτσι:
«Η Μάγια πρέπει να μετακομίσει στο εξοχικό και να αναλάβει ολόκληρο το αγρόκτημα».
Ένα βράδυ, την ώρα του δείπνου, παρουσίασε μάλιστα και αναλυτικό πρόγραμμα.
– Το πρωί κάνει δροσιά, θα ποτίζεις τα φυτά. Μετά θα δουλεύεις. Το βράδυ, όταν θα έχει πέσει η ζέστη, μπορείς να ξεχορταριάζεις.
Η Μάγια σταμάτησε με το αγγούρι στο χέρι.
– Μου φτιάχνεις πρόγραμμα τώρα;
– Το λέω μόνο για να σου είναι πιο εύκολο.
– Ευχαριστώ. Έχεις βάλει και μεσημεριανό ύπνο στο πρόγραμμα ή να αρχίσω κατευθείαν να ξελακκίζω τις πατάτες;
Ο Λεονίντ άφησε εκνευρισμένος το πιρούνι του.
– Γιατί πρέπει να τα υπερβάλλεις όλα; Κανείς δεν είπε να κουβαλάς σακιά.
– Προς το παρόν έχουμε πρωινό πότισμα και βραδινό ξεχορτάριασμα στο πρόγραμμα.
– Αυτό το θεωρείς δουλειά;
– Όχι. Πρόγραμμα ψυχαγωγίας.
Ο Λεονίντ δεν κατάλαβε την ειρωνεία.
– Να, βλέπεις; Χρειάζεται να κινείσαι κιόλας.
Ο γιατρός πράγματι είχε πει στη Μάγια να κινείται.
Να περπατάει.
Αν ήθελε, να κολυμπάει.
Να μην περνάει όλη τη μέρα ξαπλωμένη χωρίς ιατρικό λόγο.
Πουθενά όμως δεν είχε πει ότι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έπρεπε να περπατάει ανάμεσα στα παρτέρια με ποτιστήρι, να σκύβει για να ξεχορταριάζει ή να συναγωνίζεται τα σκαθάρια της πατάτας.
Η Μάγια του το επισήμανε.
Ο Λεονίντ απλώς κούνησε το χέρι του.
– Δεν λέω να σηκώνεις σακιά.
Έτσι τελείωσε τότε η συζήτηση.
Τουλάχιστον αυτό πίστευε η Μάγια.
Δύο μέρες αργότερα ο Λεονίντ γύρισε από τη δουλειά και ανακοίνωσε:
– Την Κυριακή θα πάω τα πράγματά σου στο εξοχικό.
– Ποια πράγματά μου;
– Τα συνηθισμένα. Λάπτοπ, ρούχα. Η μητέρα μου είπε ότι υπάρχουν και σεντόνια εκεί.
Η Μάγια καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας μπροστά στο λάπτοπ της και έλεγχε μια αναφορά.
Σήκωσε το βλέμμα.
– Εγώ δεν μετακομίζω.
– Μάγια, αυτό το έχουμε ήδη συζητήσει.
– Όχι. Εσύ μου είπες τι αποφάσισες. Κι εγώ σου είπα ότι δεν πρόκειται να μείνω εκεί.
– Και τι σε κρατάει τόσο πολύ εδώ;
Η Μάγια εκτίμησε ιδιαίτερα αυτή την ερώτηση.
Στο διαμέρισμα που νοίκιαζαν εδώ και τρία χρόνια βρίσκονταν όλα τα πράγματά της, ο άνετος χώρος εργασίας της, το κατάστημα δύο λεπτά μακριά, το ιατρείο κοντά και το νοσοκομείο που είχαν ήδη επιλέξει.
Στο εξοχικό το πλησιέστερο κανονικό κατάστημα βρισκόταν στον διπλανό οικισμό.
Και η πόλη απείχε πενήντα λεπτά, ανάλογα με την κίνηση, μερικές φορές και περισσότερο.
– Για παράδειγμα, οι ιατρικοί έλεγχοι – είπε.
– Θα σε πηγαίνω εγώ.
– Μέσα στο ωράριο εργασίας σου;
Ο Λεονίντ το σκέφτηκε.
– Τότε θα το κανονίζουμε από πριν.
Με άλλα λόγια, το τέλειο σχέδιο παρουσίαζε ήδη το πρώτο πραγματικό πρακτικό πρόβλημα και χρειαζόταν ξεχωριστό προγραμματισμό.
Η Μάγια γύρισε ξανά στο λάπτοπ της.
– Δεν μετακομίζω.
Για μερικές μέρες ο Λεονίντ δεν ξαναέφερε το θέμα.
Η Μάγια πίστεψε ότι επιτέλους κατάλαβε.
Το Σάββατο πήγαν πράγματι στο εξοχικό.
Η Γκαλίνα Πετρόβνα τους περίμενε στην πύλη φορώντας ψάθινο καπέλο και αμέσως έστειλε τον γιο της να κοιτάξει το βαρέλι που έχανε νερό.
Στη Μάγια έφερε μια καρέκλα στη βεράντα.
– Εσύ πού πας; Κάτσε. Θα σου φέρω σταφίδες.
– Μπορώ να βοηθήσω με τα λαχανικά.
– Αν θέλεις, θα βοηθήσεις.
Η Γκαλίνα Πετρόβνα δεν της έδωσε καμία εντολή.
Μάλιστα, όταν η Μάγια προσπάθησε να μαζέψει ραπανάκια, η πεθερά της κοίταξε με αποδοκιμασία την κοιλιά της.
– Μην σκύβεις έτσι. Τώρα αποφάσισες να κάνεις την ηρωίδα;
Η Μάγια ξαφνιάστηκε.
Γιατί, σύμφωνα με την ιστορία του Λεονίντ, φαινόταν σαν η πεθερά της να είχε ήδη διορίσει τη νύφη της υπεύθυνη του λαχανόκηπου.
Στον δρόμο της επιστροφής η Μάγια ρώτησε:
– Η μητέρα σου ξέρει καν ότι, σύμφωνα με εσένα, πρέπει να μένω μαζί της;
Ο Λεονίντ σώπασε για λίγο.
– Κάπως το συζητήσαμε.
Η Μάγια συγκράτησε αυτές τις δύο λέξεις.
«Κάπως το συζητήσαμε».
Μία εβδομάδα αργότερα η ζέστη έγινε ακόμα χειρότερη.
Ο Λεονίντ τηλεφωνούσε συχνά στη μητέρα του για το πότισμα.
Ένα βράδυ κοίταζε για ώρα αυτόματα συστήματα ποτίσματος, αλλά τελικά δεν αγόρασε τίποτα.
– Είναι ακριβά – είπε. – Γιατί να τα πάρουμε αφού γίνεται και με το χέρι;
Η Μάγια δεν τον ρώτησε ποιος ακριβώς θα το έκανε με το χέρι.
Την Παρασκευή όλα ξεκαθάρισαν οριστικά.
Ο Λεονίντ γύρισε κουρασμένος και εκνευρισμένος.
Η μητέρα του τον είχε πάρει τηλέφωνο στον δρόμο και του είπε ότι εξαιτίας της μεγάλης ζέστης το χώμα στέγνωνε μέσα σε μία μόνο μέρα.
Ο Λεονίντ άλλαξε ρούχα, έφαγε και ξανάφερε το θέμα.
– Την Κυριακή σε παίρνω μαζί μου. Αρκετά με τις διαφωνίες.
Η Μάγια καθόταν στον καναπέ και δίπλωνε τα βρεφικά ρούχα που μόλις είχε πλύνει.
– Πού;
– Στο εξοχικό.
– Όχι.
Ο Λεονίντ στάθηκε μπροστά της.
Ίσως πίστευε ότι τώρα έπρεπε να δείξει αποφασιστικότητα.
Ότι ένας σύζυγος μερικές φορές πρέπει απλώς να πάρει μια απόφαση και να τελειώσει τις αμφιβολίες της γυναίκας του.
Μόνο που το αποτέλεσμα ήταν εντελώς διαφορετικό.
– Θα μετακομίσεις στο εξοχικό και μέχρι να γεννήσεις θα δουλεύεις στον λαχανόκηπο. Η μητέρα μου δεν μπορεί μόνη της.
Η Μάγια άφησε ένα μικροσκοπικό φορμάκι πάνω στη στοίβα.
Πρώτα κοίταξε τον άντρα της.
Μετά κοίταξε τις μπότες που στέκονταν στην είσοδο.
Και δεν διαφώνησε.
– Εντάξει.
Ο Λεονίντ την κοίταξε μπερδεμένος.
– Τι είναι εντάξει;
– Σε άκουσα.
Το επόμενο πρωί η Μάγια έβγαλε τη μεγάλη βαλίτσα.
Εκείνη με την οποία είχαν ταξιδέψει στο Καλίνινγκραντ δύο χρόνια νωρίτερα.
Ο Λεονίντ την είδε και αμέσως φωτίστηκε το πρόσωπό του.
– Να! Αυτό είναι καλύτερο. Εκεί πραγματικά θα είσαι καλύτερα.
Η Μάγια άνοιξε την ντουλάπα.
– Ίσως.
Άρχισε ήρεμα και προσεκτικά να πακετάρει.
Ο Λεονίντ μπήκε μερικές φορές στο δωμάτιο.
Ύστερα τηλεφώνησε στη μητέρα του.
Η πόρτα ήταν ανοιχτή, έτσι η Μάγια άκουγε τα πάντα.
– Μαμά, όλα καλά. Η Μάγια επιτέλους κατάλαβε. Αύριο την πάμε.
Παύση.
– Ναι, μαζί με τα πράγματά της.
Νέα παύση.
– Θα μείνει για λίγο. Τι νόημα έχει να κάθεται στην πόλη;
Μετά το τηλεφώνημα ο Λεονίντ θυμήθηκε ακόμα και το καπέλο.
Το έφερε από την είσοδο.
– Αυτό πρέπει οπωσδήποτε να το πάρεις. Μετά το μεσημέρι ο ήλιος καίει πολύ.
– Βάλ’ το δίπλα στη βαλίτσα.
– Θα το κάνω εγώ.
– Δεν χρειάζεται. Θα το τακτοποιήσω.
Ο Λεονίντ επέστρεψε στην κουζίνα.
Είκοσι λεπτά αργότερα ξαναγύρισε.
Στάθηκε δίπλα στη βαλίτσα.
Στην αρχή απλώς την κοίταξε.
Ύστερα έσκυψε.
Στην κορυφή υπήρχαν γάντια εργασίας.
Από κάτω τα δικά του τζιν.
Οι δικές του φόρμες.
Πέντε μπλουζάκια.
Εσώρουχα.
Κάλτσες.
Ρούχα για το σπίτι.
Στο πλάι η Μάγια είχε τοποθετήσει προσεκτικά τον φορτιστή του κινητού και την ηλεκτρική ξυριστική μηχανή.
Ο Λεονίντ ισιώθηκε αργά.
– Τι είναι αυτό;
– Ρούχα.
– Αυτό το βλέπω. Γιατί είναι τα δικά μου ρούχα;
Η Μάγια έκλεισε το εσωτερικό φερμουάρ.
– Επειδή εσύ πηγαίνεις στο εξοχικό.
[εικόνα](http://asik.su/wp-content/uploads/2026/09/Screenshot-2026-09-30-015528.jpg)
Στην αρχή γέλασε.
Νόμιζε ότι η γυναίκα του αστειευόταν.
Αλλά η Μάγια έκλεισε τη βαλίτσα.
– Μάγια…
– Ναι;
– Φτάνει.
– Ακριβώς.
– Το εννοείς σοβαρά;
– Απόλυτα. Η μητέρα σου δεν τα βγάζει πέρα μόνη της. Εσύ το είπες.
– Εγώ πρέπει να δουλεύω.
– Κι εγώ.
– Εγώ πρέπει να πηγαίνω κάθε μέρα στην πόλη!
– Πενήντα λεπτά.
– Μερικές φορές μία ώρα και είκοσι, αν έχει κίνηση!
Η Μάγια έγνεψε.
– Άβολο.
– Και σύμφωνα με εσένα, εγώ μετά τη δουλειά πρέπει να πηγαίνω και στον λαχανόκηπο;
– Δεν ξέρω. Εσύ είπες ότι στον καθαρό αέρα αυτό είναι ξεκούραση.
Ο Λεονίντ σώπασε για μερικά δευτερόλεπτα.
– Αυτό είναι γελοίο.
– Κι εμένα έτσι μου φάνηκε το πρώτο σχέδιο.
– Επίτηδες τα διαστρεβλώνεις όλα.
– Όχι. Απλώς άλλαξα ένα πράγμα στο σχέδιό σου.
– Ποιο;
– Το όνομα.
Ο Λεονίντ κοίταξε τη βαλίτσα σαν να τον είχε προσβάλει προσωπικά.
– Η μητέρα μου σε περιμένει.
– Τότε ας την πάρουμε τηλέφωνο.
Για κάποιο λόγο αυτή η ιδέα δεν του φάνηκε καθόλου καλή.
– Γιατί πρέπει να την μπλέξουμε σε αυτό;
Η Μάγια τον κοίταξε.
– Μιλάμε για το δικό της εξοχικό, τον δικό της λαχανόκηπο και τη δική της ανάγκη για βοήθεια.
Δεν υπήρχε άλλη επιλογή.
Ο Λεονίντ τηλεφώνησε στη μητέρα του.
Αυτή τη φορά έβαλε ανοιχτή ακρόαση.
– Μαμά, η Μάγια πάλι κάνει πείσματα.
– Σε τι;
– Δεν θέλει να έρθει στο εξοχικό.
– Και γιατί θα έπρεπε να έρθει;
Ο Λεονίντ σώπασε.
Η Μάγια σήκωσε το φρύδι της.
– Μα είπες ότι χρειάζεσαι βοήθεια.
– Χρειάζομαι βοήθεια.
– Να λοιπόν.
– Τι θα πει «να λοιπόν»;
Από τον τόνο της Γκαλίνα Πετρόβνα φαινόταν ήδη η υποψία.
– Νόμιζα ότι η Μάγια θα έμενε μαζί σου και θα σε βοηθούσε.
Στην άλλη άκρη της γραμμής επικράτησε σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα.
– Λιόνια, μιλάς σοβαρά τώρα;
– Γιατί;
– Πόσο καιρό θα έμενε εδώ;
– Εε… για λίγο.
– Τι σημαίνει «για λίγο»;
Ο Λεονίντ κοίταξε τη Μάγια.
– Μέχρι να γεννήσει.
Η φωνή της Γκαλίνα Πετρόβνα άλλαξε αμέσως.
– Λιόνια, το εννοείς πραγματικά;
– Τι πρόβλημα υπάρχει;
– Πότε θα δουλεύει;
– Από το λάπτοπ.
– Και ο γιατρός;

– Θα την πηγαίνω εγώ.
– Ποιος;
– Εγώ.
– Πότε;
Αυτή τη φορά δεν υπήρξε απάντηση.
Η Γκαλίνα Πετρόβνα συνέχισε:
– Και γιατί θα πρέπει να ασχολείται κάθε μέρα με τον κήπο;
– Μαμά, εσύ είπες…
– Εγώ είπα να έρχεσαι μερικές φορές μέσα στην εβδομάδα να ποτίζεις, επειδή έχει πολλή ζέστη. Και είπα να βοηθάς στα βαριά πράγματα. Είπα επίσης ότι του χρόνου θα φυτέψω λιγότερα.
Ο Λεονίντ στένεψε τα μάτια του.
– Μα είπες ότι οι νέοι πρέπει να αναλάβουν το αγρόκτημα.
– Εσύ είσαι νέος.
Η Μάγια γύρισε από την άλλη πλευρά για να μην ξεσπάσει σε γέλια.
Η Γκαλίνα Πετρόβνα, όμως, είχε πάρει φόρα.
– Πώς ακριβώς το σκέφτηκες; Με τους «νέους» εννοούσες μία έγκυο Μάγια;
– Δεν το εννοούσα έτσι.
– Τότε πώς;
Και πάλι δεν ήρθε απάντηση.
– Και εξάλλου – συνέχισε η μητέρα του –, το περασμένο Σάββατο δεν την άφησα ούτε να μαζέψει τα ραπανάκια. Κι εσύ θέλεις να τη μετακομίσεις σε μένα; Ωραία λύση.
Ο Λεονίντ έκλεισε γρήγορα την ανοιχτή ακρόαση.
– Εντάξει, μαμά. Κατάλαβα.
– Όχι, πρώτα πες μου τι ακριβώς έχετε κανονίσει…
Ο Λεονίντ την αποχαιρέτησε και έκλεισε το τηλέφωνο.
Στο δωμάτιο επικράτησε σιωπή για μερικά λεπτά.
Η Μάγια άνοιξε τη βαλίτσα και έβγαλε τον φορτιστή.
– Αυτό θα μείνει. Μπορεί να χρειαστεί αύριο.
– Πολύ αστείο.
– Δεν αστειεύομαι. Πήγαινε αύριο. Βοήθησε τη μητέρα σου.
– Εγώ τη βοηθούσα μέχρι τώρα.
– Μερικές ώρες τα Σάββατα.
Ο Λεονίντ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.
Ο θυμός άρχισε σιγά σιγά να φεύγει από το πρόσωπό του.
Τη θέση του πήρε εκείνη η δυσάρεστη επίγνωση που νιώθει κάποιος όταν ξέρει ήδη ότι έκανε λάθος, αλλά ο εγωισμός του δεν τον αφήνει ακόμα να το παραδεχτεί.
– Πραγματικά πίστευα ότι θα σου άρεσε εκεί.
– Μπορεί και να μου άρεσε. Αν το επέλεγα εγώ. Να κάθομαι στη βεράντα, να δουλεύω, να περπατάω. Αλλά εσύ μου έφτιαξες άλλη μία βάρδια και μετά την ονόμασες ξεκούραση.
Ο Λεονίντ πέρασε το χέρι του από το πρόσωπό του.
– Δεν κατάλαβα ότι είναι τόση δουλειά.
Η Μάγια χαμογέλασε.
– Τέλεια. Αύριο θα το διαπιστώσεις.
Ο Λεονίντ κοίταξε τη βαλίτσα.
– Πραγματικά μου τα ετοίμασες όλα;
– Έχει μείνει ακόμα χώρος. Μπορείς να βάλεις και τις μπότες.
Οι μπότες τελικά μπήκαν στη βαλίτσα.
Το επόμενο πρωί ο Λεονίντ ξεκίνησε για τη μητέρα του.
Το βράδυ επέστρεψε κουρασμένος, με λασπωμένα παπούτσια και εμφανώς λιγομίλητος.
Η Μάγια δεν ρώτησε τίποτα.
Ο Λεονίντ έκανε ντους, έφαγε δύο πιάτα σούπα και μετά άνοιξε το ψυγείο.
– Έχει ακόμα κεφτέδες – είπε η Μάγια.
– Το βλέπω.
– Ξεκουράστηκες καλά;
Ο Λεονίντ έκλεισε το ψυγείο.
– Η αντλία κάνει νερά.
– Πραγματικό σπα.
Ο άντρας την κοίταξε στο πλάι, αλλά ήδη χαμογελούσε.
Μία εβδομάδα αργότερα πήγε ξανά στο εξοχικό.
Αυτή τη φορά όχι μόνο για να ποτίσει.
Αγόρασε ένα σύστημα στάγδην άρδευσης για το θερμοκήπιο και για μερικά από τα βασικά παρτέρια.
Η μητέρα του συμμετείχε κι εκείνη στα έξοδα και τα υπόλοιπα τα πλήρωσε ο Λεονίντ από τις δικές του οικονομίες.
Η Μάγια δεν ανακατεύτηκε.
Το εξοχικό ανήκε στη Γκαλίνα Πετρόβνα και το σύστημα θα έμενε εκεί.
Το Σάββατο ο Λεονίντ πέρασε τέσσερις ώρες παλεύοντας με σωλήνες και συνδέσμους.
Ύστερα αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε αρκετή πίεση.
Έπρεπε να σηκώσουν το βαρέλι.
Μετά άρχισε να στάζει μία από τις συνδέσεις.
Και τότε η Γκαλίνα Πετρόβνα αποφάσισε ότι, αφού ο γιος της βρισκόταν ήδη εκεί, θα μπορούσε να κουβαλήσει και τις παλιές σανίδες πίσω από την αποθήκη.
Την Κυριακή το βράδυ ο Λεονίντ γύρισε σπίτι.
– Η μαμά φύτεψε κολοκυθάκια για είκοσι τρία άτομα.
Η Μάγια ξέσπασε σε γέλια.
– Το υποψιαζόμουν εδώ και καιρό.
– Γιατί έξι ρίζες;
– Ρώτησέ την.
– Τη ρώτησα. Μου είπε: «Κι αν δεν φυτρώσουν;»
– Και φύτρωσαν;
– Όλα.
Η Μάγια πλέον γελούσε κανονικά.
Το τρίτο Σαββατοκύριακο ήθελε να πάει κι εκείνη.
Όχι για να δουλέψει.
Απλώς για να ξεφύγει λίγο από το σπίτι.
Ο Λεονίντ είχε βγάλει από πριν στη βεράντα μια άνετη καρέκλα και είχε φέρει ένα μικρό μαξιλάρι για την πλάτη της Μάγια.
Η Μάγια καθόταν στη σκιά, έπινε κρύο χυμό και παρακολουθούσε τον άντρα της μαζί με τη μητέρα του να ξανασχεδιάζουν τον λαχανόκηπο.
– Αυτά τα δύο παρτέρια τα καταργούμε – είπε ο Λεονίντ. – Εδώ θα βάλουμε γκαζόν.
– Και το γκαζόν θέλει κούρεμα – παρατήρησε η μητέρα του.
– Τότε απλώς ας υπάρχει εκεί γκαζόν.
– Θα το πνίξουν τα αγριόχορτα.
– Τότε ας τα τσιμεντώσουμε όλα.
– Μη με εκνευρίζεις.
Λίγα λεπτά αργότερα άρχισαν να διαφωνούν για την ποσότητα των πατατών.
Η Γκαλίνα Πετρόβνα θεωρούσε ότι τρεις μεγάλες σειρές ήταν το ελάχιστο.
Ο Λεονίντ έλεγε ότι μία ήταν αρκετή, αν σκεφτεί κανείς πόσες πατάτες τρώνε.
– Και τι θα τρώτε τον χειμώνα;
– Μαμά, υπάρχουν και καταστήματα τον χειμώνα.
– Αυτές του καταστήματος δεν είναι ίδιες.
– Τουλάχιστον δεν χρειάζεται να τις ξεθάβεις για τρεις μέρες.
Η Μάγια καθόταν στη βεράντα και έτρωγε φράουλες.
Μερικές φορές η ζωή πραγματικά ξέρει πώς να βάζει τους σωστούς ανθρώπους στο σωστό μέρος.
Μέχρι τα μέσα Ιουλίου το σύστημα άρδευσης λειτουργούσε κανονικά.
Μερικά παρτέρια είχαν καταργηθεί.
Τα κολοκυθάκια, όμως, είχαν κερδίσει.
Εξαπλώνονταν με τέτοια αυτοπεποίθηση, σαν ολόκληρο το εξοχικό να τους ανήκε.
Ένα βράδυ ο Λεονίντ γύρισε σπίτι, άφησε στην είσοδο μια μεγάλη σακούλα με αγγούρια και ανακοίνωσε:
– Κατάλαβα κάτι.
– Τι;
– Οι πατάτες δεν γίνονται ξεκούραση μόνο και μόνο επειδή βρίσκονται στον καθαρό αέρα.
Η Μάγια τον κοίταξε.
– Σοβαρή ανακάλυψη.
– Και τα αγγούρια δεν μπαίνουν μόνα τους στα βάζα.
– Βλέπω ότι εξελίσσεσαι ραγδαία.
Ο Λεονίντ χαμογέλασε και έβγαλε ένα βάζο με αγγουράκια τουρσί.
– Τα έστειλε η μαμά.
Σώπασε για λίγο.
– Τελικά, πραγματικά ανοησίες είχα σκεφτεί.
Η Μάγια δεν του έκανε τελετή επίσημης συγχώρεσης.
Δεν χρειαζόταν.
Τις επόμενες εβδομάδες ο Λεονίντ δεν αποφάσισε ούτε μία φορά για λογαριασμό της πού θα ήταν καλύτερα ή με τι θα έπρεπε να ασχολείται.
Όταν μια φορά η Γκαλίνα Πετρόβνα τηλεφώνησε μέσα στην εβδομάδα και είπε ότι, λόγω της ζέστης, καλό θα ήταν να μαζέψουν τα αγγούρια, ο Λεονίντ δεν κοίταξε πλέον τη γυναίκα του σαν να έλεγε:
«Εσύ έτσι κι αλλιώς είσαι σπίτι».
Αντί γι’ αυτό συνεννοήθηκε στη δουλειά του να φύγει μία ώρα νωρίτερα και πήγε ο ίδιος.
Γύρισε σπίτι με δύο κουβάδες.
– Η μαμά είπε ότι ήθελε μόνο λίγα.
Η Μάγια κοίταξε τους κουβάδες.
– Η μητέρα σου έχει δικές της μονάδες μέτρησης.
– Αυτό το ξέρω πλέον κι εγώ.
Η Μάγια δεν άδειασε εντελώς τη βαλίτσα για πολύ καιρό.
Τα γάντια εργασίας έμειναν μέσα για λίγο ακόμα.
Ύστερα η βαλίτσα ανέβηκε στην κορυφή της ντουλάπας και έμεινε εκεί μέχρι το φθινόπωρο.
Μερικές φορές, όταν ο Λεονίντ κατέβαζε από εκεί ένα κουτί ή μια αθλητική τσάντα, το βλέμμα του σταματούσε πάνω της.
Η Μάγια τότε δεν έλεγε τίποτα.
Δεν χρειαζόταν.
Από τότε στην οικογένειά τους, όταν κάποιος έλεγε:
«Εσύ έτσι κι αλλιώς θα είσαι καλύτερα…»
ερχόταν πάντα η υποχρεωτική ερώτηση:
«Ποιος θα είναι καλύτερα και ποιος θα δουλεύει γι’ αυτό;»
Και αν ο Λεονίντ άρχιζε να αποφασίζει με υπερβολική αυτοπεποίθηση για τον χρόνο των άλλων, στη Μάγια αρκούσε να ρίξει μια ματιά προς την κορυφή της ντουλάπας.
Ο άντρας της συνήθως το καταλάβαινε αμέσως.
– Εντάξει, εντάξει… – έλεγε. – Δεν χρειάζεται να κατεβάσεις τη βαλίτσα.
Και, κατά κάποιον τρόπο, αυτό αποδείχθηκε πολύ πιο αποτελεσματικό από οποιονδήποτε οικογενειακό καβγά.







