-Μαμά, μαμά, γιατί κοιμάσαι; Ξύπνα, μαμά.

Οικογενειακές Ιστορίες

–Μαμά, μαμά, κοιμάσαι; Σήκω, μαμά!

Ο Εγκόρκα είχε ξυπνήσει εδώ και ώρα και χτυπούσε απαλά τη μαμά του, προσπαθώντας να την ξυπνήσει, αλλά εκείνη δεν απαντούσε. Η Ολκά ξύπνησε κι εκείνη, σήκωσε τα χοντρά ποδαράκια της με τις στρογγυλές φτέρνες προς τα πάνω. Αλλά η μαμά συνέχιζε να κοιμάται βαθιά, σαν να είχε ξεχάσει τον κόσμο.

Στο σπίτι έκανε κρύο. Ο Εγκόρκα πήγε να φέρει ξύλα από το σανοστάσιο και τα έβαλε στο τζάκι. Σκέφτηκε ότι η μαμά ίσως είχε κρυώσει και κοιμόταν πολύ βαριά. Ψάχνοντας για σπίρτα, δεν τα βρήκε – η μαμά τα έκρυβε πολύ ψηλά. Η Ολκά άρχισε να κλαίει δυνατά.

Με δυσκολία την έβγαλε από την κούνια, τα οπίσθιά της ήταν βρεγμένα και κρύα, και όλο το πουκάμισό της μούσκεμα μέχρι την πλάτη.

–Ουου, ουράκι μου, τι έπαθες; Κρύο; Ναι, κρύο! Η μαμά κουράστηκε, κοιμάται τώρα… θα σηκωθεί και θα ανάψει το τζάκι. Περίμενε λίγο, να φάμε πρώτα, έχω φαγητό για σένα.

Ο Εγκόρκα τάιζε την Ολκά με κρύο κουάκερ. Εκείνη το έπαιρνε με τα χεράκια της σαν μικρό πεινασμένο πουλάκι, τράβαγε την κουτάλα στο στόμα της και σφίγγοντας τα δάχτυλα του Εγκόρκα. Η μικρή ήταν πεινασμένη, κι ο Εγκόρκα ήθελε κι εκείνος να φάει, αλλά δεν ήταν πια μικρός – σύντομα θα πήγαινε στο σχολείο.

Μετά τον χειμώνα, θα ερχόταν το καλοκαίρι και μετά… η ώρα για το σχολείο.

Γιατί η μαμά δεν ξυπνάει; Τι συνέβη; Κάνει τόσο κρύο.

Τυλίγοντας την χορτάτη Ολκά σε μια ζεστή κουβέρτα και αλλάζοντάς της πρώτα το βρεγμένο πουκάμισο, ο Εγκόρκα έφαγε λίγο ψωμί με γάλα και κάθισε δίπλα της για να της διηγηθεί παραμύθια. Παράλληλα, φώναζε περιοδικά τη μαμά, αλλά εκείνη παρέμενε σιωπηλή.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Ήταν η θεία Κάτια, η γειτόνισσα.

–Σπίτι σας, κοιμάστε μέχρι το μεσημέρι; Σχεδόν βράδυ και το τζάκι σας δεν έχει ανάψει ακόμα. Μα-σά, Μα-σά…

–Ε, Εγκόρκα, γιατί είστε ντυμένοι; – ρώτησε η θεία.

–Η μαμά δεν ξυπνάει… – λύγισε και ξέσπασε σε κλάματα ο Εγκόρκα.

–Τι; Ωχ, Θεέ μου, Μα-σά… Εγκόρκα, έλα γρήγορα, πάμε σπίτι μου!

Η θεία Κάτια πήρε την Ολκά τυλιγμένη στην κουβέρτα, πιάσε το χέρι του Εγκόρκα και τρέξανε γρήγορα προς το σπίτι της.

–Ούλια, Ουλιάννα, πάρε τα παιδιά, κόρη μου, τάισε τα… εγώ θα τρέξω στη θεία Κλάβα, οχ…

–Μαμά;

Η θεία Κάτια ψιθύρισε κάτι γρήγορα στο αυτί της Ουλιάννας. Η μικρή έκλεισε το στόμα της με τα χέρια, πήρε την Ολκά και φώναξε τον Εγκόρκα. Εκείνος ήξερε ότι αργότερα θα δει τη μαμά του για τελευταία φορά.

Την είδε ξαπλωμένη, όμορφη, με λουλούδια γύρω της, και οι γιαγιάδες που κάθονταν κοντά έκλαιγαν και τον ώθησαν προς τη μαμά. Ήταν κρύα. Ο Εγκόρκα την άγγιξε απαλά στο χέρι.

Ο μπαμπάς έφτασε, πήρε τα παιδιά, έκλαιγε πολύ και φώναζε τη μαμά με τ’ όνομά της:

–Μα-σά, Μα-σά, τι θα κάνω τώρα;

Ο Εγκόρκα κατάλαβε ότι ο μπαμπάς δεν ήξερε τι να κάνει. Τον πλησίασε και άγγιξε το χέρι του. Ήταν ζεστό.

–Μπαμπά, η μαμά θάφτηκε, εγώ έριξα το χώμα. Δεν μπορεί να γυρίσει.

–Ξέρω, ξέρω, γιε μου. Εγώ φταίω, εγώ… – έκλαιγε ο μπαμπάς, σχίζοντας τα ρούχα του.

Η θεία Κάτια ήρθε:

–Μιχαήλ, έχεις ταΐσει τα παιδιά;

Ο μπαμπάς καθόταν σκυφτός, κοιτάζοντας μπροστά του με αδειανό βλέμμα.

–Είναι δικό μου λάθος, Κάτια.

–Τώρα δεν έχει νόημα να αυτοκατηγορείσαι. Πάμε, να βρεις τον πρόεδρο, θα σε δεχτεί πίσω.

Ο Εγκόρκα καθόταν σε μια γωνιά και έκλαιγε σιωπηλά. Του έλειπε πολύ η μαμά του.

Μια εβδομάδα μετά, ήρθε η θεία Ζόια. Την αποκαλούσε «ορφανάκια», έκλαιγε δυνατά, τακτοποίησε το σπίτι, μάζεψε τις κεντητές πετσέτες της μαμάς και διέταξε να την φωνάζουν «μαμά». Ο μπαμπάς επέστρεφε σπίτι σκοτεινιασμένος, καθόταν με τη θεία Ζόια και έπιναν κρασί.

Ο Εγκόρκα δεν μπορούσε να την αποκαλέσει «μαμά», αλλά η Ολκά, μικρή και αθώα, μπορούσε. Η θεία Ζόια άρχισε να κακοποιεί τον Εγκόρκα και να παραπονιέται στον μπαμπά του, και εκείνος τελικά τον χτύπησε. Η Ολκά έκλαιγε, ο Εγκόρκα όχι.

Ο μικρός αποφάσισε να φύγει, αλλά πώς να αφήσει την Ολκά μόνη; Τότε ήρθε η γιαγιά, ζητώντας τα παιδιά. Αν και ο Εγκόρκα δεν τη γνώριζε καλά, ήταν προτιμότερο να είναι με τη γιαγιά παρά με τη θεία Ζόια. Αλλά ο μπαμπάς δεν συμφώνησε.

Τότε ο Εγκόρκα αποφάσισε να φύγει στην πόλη, να βρει τη γιαγιά της μαμάς, που δεν τους είχε δώσει ο μπαμπάς. Αποχαιρέτησε την Ολκά, υποσχέθηκε ότι θα την πάρει πίσω. Η Ολκά κατάλαβε και σφίγγοντας το πουκάμισό της στον Εγκόρκα, άρχισε να κλαίει.

Περπατούσε σκουπίζοντας τα δάκρυά του με το μανίκι της φθαρμένης του πουκάμισης. Ξαφνικά φώναξε κάποια: ήταν η Ουλιάνκα, κόρη της θείας Κάτια, που θα τον δίδασκε στην πρώτη τάξη. Ο Εγκόρκα ξέσπασε σε κλάματα όταν τον αγκάλιασε.

–Έλα, – είπε αυστηρά η Ουλιάνκα και τον οδήγησε σπίτι της, ενημερώνοντας τη θεία Κάτια.

Η Ουλιάνκα φώναζε, έσωσε την Ολκά από τα χέρια της θείας Ζόιας, τακτοποίησε το σπίτι και αντιμετώπισε τον μπαμπά για το πως είχε αφήσει τα παιδιά χωρίς μαμά.

–Μαμά, – ψιθύρισε ο Εγκόρκα καθώς έπεφταν για ύπνο δίπλα στην Ολκά.

–Μαμά, – μιλούσε η Ολκά.

Στις 1 Σεπτεμβρίου, ο Εγκόρκα πήγε στην πρώτη τάξη κρατώντας το χέρι του περήφανου μπαμπά, ενώ ο μπαμπάς κρατούσε στην αγκαλιά του την στολισμένη Ολκά.

Ο Εγκόρκα, γεμάτος υπερηφάνεια, μπήκε στο αγαπημένο του σχολείο, στην αγαπημένη του τάξη, με την αγαπημένη του δασκάλα, την Ουλιάννα Σεργκέεβνα.

–Μαμά… – ψιθύρισε απαλά ο Εγκόρκα, λέγοντας για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό αυτή τη γλυκιά λέξη.

Με τον καιρό, η εικόνα της μάνας του θα ξεθώριαζε, αλλά η αγάπη της Ουλιάννας Σεργκέεβνα, η γλυκιά «μαμά» τους, έμενε ζωντανή. Ο μπαμπάς και η Ουλιάννα μεγάλωσαν και τα υπόλοιπα παιδιά, ζώντας μια ζωή γεμάτη σεβασμό και αγάπη. Και τώρα, τα εγγόνια και τα δισέγγονα ζουν σύμφωνα με τα διδάγματα εκείνων…

Visited 360 times, 1 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο